ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Η μείωση του εργάσιμου χρόνου φέρνει μειώσει μισθών

ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Η μείωση του εργάσιμου χρόνου φέρνει μειώσει μισθών
Δεκαπλάσιο το κόστος της πανδημίας από την οικονομική κρίση της χώρας
Δέκα φορές μεγαλύτερη από την οικονομική κρίση του 2007-08, είναι η επίπτωση της κρίσης πανδημίας στη μείωση του εργάσιμου χρόνου η οποία κατ επέκταση προδιαγράφει μειώσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η οποία καταγράφει μείωση στις ροές μισθωτής εργασίας, το διάστημα Ιανουάριος-Ιούλιος του 2020 κατά 170.470.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή ήταν βελτιωμένη σε σχέση με το αποτέλεσμα του προηγούμενου πενταμήνου ή εξαμήνου, καθώς ο Ιούνιος και ο Ιούλιος εμφάνισαν ετήσια αύξηση καθαρών προσλήψεων χάρη στην έναρξη της τουριστικής περιόδου και στις κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την αρχική συγκράτηση της πανδημίας δημιούργησαν προσδοκίες σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα. Δυστυχώς, οι προσδοκίες αυτές διαψεύστηκαν με το δεύτερο κύμα πανδημίας και την καθίζηση των τουριστικών εσόδων (-87,5% ετησίως στο α’ εξάμηνο).
Ταυτόχρονα με την προβλεπόμενη μεγάλη υποχώρηση του όγκου της απασχόλησης φέτος, αναμένεται και η μείωση του χρόνου απασχόλησης εξαιτίας της στροφής στις ευέλικτες μορφές απασχόλησης (περίπου 50% των νέων θέσεων εργασίας) και των μέτρων αναστολής.
Οι δραματικές αυτές εξελίξεις στο μέτωπο της απασχόλησης και των σχέσεων εργασίας θα έχουν ως αποτέλεσμα τη σοβαρή μείωση των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος.  
Κατά την άποψη του Ινστιτούτου Εργασίας, τέσσερις είναι οι μείζονες προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής στην τρέχουσα περίοδο:
1. Η αναπτυξιακή πρόκληση, που αφορά την αντιμετώπιση της πολυεπίπεδης αβεβαιότητας και την επίτευξη υψηλού βαθμού συνοχής μεταξύ οικονομικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων. Η διασφάλιση της δημοσιονομικής φερεγγυότητας της χώρας πρέπει να συνδυάζεται με την πράσινη μετάβαση, τη δικαιότερη διανομή του εισοδήματος, την απασχόληση και τη μικρότερη δυνατή εξάρτηση από τις παγκόσμιες αγορές καταναλωτικών, επενδυτικών, υγειονομικών και αμυντικών αγαθών. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται ένας ουσιαστικός επαναπροσδιορισμός προτεραιοτήτων στην κατανομή της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και των εθνικών πόρων.
2. Η διαχείριση της υγειονομικής κρίσης και των γεωπολιτικών προκλήσεων αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αύξηση του ποσοστού του δημόσιου χρέους στο ΑΕΠ. Ωστόσο, η δημοσιονομική φερεγγυότητα της χώρας αξιολογείται από τη συνετή διαχείριση της κατάστασης του πρωτογενούς ισοζυγίου και των αποθεμάτων ρευστότητας. Σε ένα περιβάλλον νομισματικής χαλάρωσης και με δεδομένες τη βραχυμεσοπρόθεσμη αναστολή της εποπτείας της χώρας και την καταστροφική εμπειρία από την υλοποίηση της λανθασμένης ιδέας της επεκτατικής λιτότητας, η προσαρμογή του πρωτογενούς ελλείμματος πρέπει να ακολουθήσει τη δυναμική της μεγέθυνσης. Επιλογές ταχείας προσαρμογής είναι πιθανό να μας οδηγήσουν ξανά στον φαύλο κύκλο χρέος-ύφεση-αστάθεια. Η συνετή διαχείριση του αποθέματος ρευστότητας διασφαλίζει την απαιτούμενη αξιοπιστία της χώρας, η οποία θα αξιολογείται από τη χρονική έκταση και την ένταση της ύφεσης. Η όποια προσπάθεια μείωσης του φορολογικού βάρους πρέπει να στοχεύει στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και της απασχόλησης. Η μείωση της υπερφορολόγησης των τελευταίων ετών είναι αναγκαία και κοινωνικά δίκαιη. Η αύξηση της απασχόλησης δεν μπορεί να στηριχτεί στην εμπειρικά αθεμελίωτη υπόθεση ότι οριζόντιες μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Τέτοιες μειώσεις θα έχουν ένα δεδομένο εισοδηματικό όφελος για τις επιχειρήσεις αλλά ένα απολύτως αβέβαιο αποτέλεσμα για την αύξηση των επενδύσεων και των θέσεων εργασίας πέραν των αρνητικών συνεπειών στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να ακολουθεί την αύξηση της απασχόλησης και να επιβραβεύει την κοινωνικά υπεύθυνη και δημιουργική επιχειρηματικότητα.
3. Το σημερινό έλλειμμα του ισοζυγίου των νοικοκυριών είναι μη διατηρήσιμο και δημιουργεί προβλήματα φερεγγυότητας και αδυναμία αποπληρωμής του χρέους τους, που αποσταθεροποιούν το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος πρέπει συνεπώς να είναι βασική προτεραιότητα. Παράλληλα, η αύξηση των πράσινων επενδύσεων και η πράσινη αναδιάρθρωση της καταναλωτικής δαπάνης απαιτεί πολιτική και επιχειρηματική δέσμευση σε πολύ συγκεκριμένες κλαδικές και τομεακές παρεμβάσεις με στόχο την αύξηση της πράσινης παραγωγικότητας.
4. Η πρόκληση της αγοράς εργασίας. Χρειάζεται ένα μείγμα παρεμβάσεων στις εξής κατευθύνσεις: ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και αύξηση της απασχόλησης, των αμοιβών και του διαθέσιμου εισοδήματος. Η παράταση του προγράμματος «Συν-Εργασία», παρά τα μειονεκτήματά του, είναι αναγκαία με στόχευση την ενίσχυση των επιχειρήσεων που όχι απλώς διατηρούν τις θέσεις πλήρους απασχόλησης, αλλά δημιουργούν και νέες. Μια τέτοια εξέλιξη σε συνδυασμό με τα προγράμματα εργασίας του ΟΑΕΔ μπορούν να περιορίσουν τις συνέπειες της υγειονομικής και της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com
www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS