Τελευταία Νέα
Νομικό Βήμα

Η οντολογική προτεραιότητα του «πριν» έναντι του «μετά» - Η ακυρότητα ως πράξη θεσμικής αυτοάμυνας

Η οντολογική προτεραιότητα του «πριν» έναντι του «μετά» - Η ακυρότητα ως πράξη θεσμικής αυτοάμυνας
Γράφει ο κ. Λεωνίδας Χ. Στάμος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Maître en Droit
Σχετικά Άρθρα

Σημείωση Σειράς Δημοσιεύσεων
Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος της σειράς «ΚΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΨΙΘΥΡΙΣΕ: ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΝ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ». Η δημοσίευση γίνεται τμηματικά λόγω του μεγέθους και της θεσμικής πυκνότητας του συνολικού έργου. Η σειρά αναλύει τη σύγκρουση ανάμεσα στη νομιμότητα και τη σκοπιμότητα, φωτίζοντας το ρήγμα που δημιουργείται όταν η εξουσία αποσπάται από την πηγή της.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται (όπως «απάτη», «βία», «δολοφονία») είναι αποκλειστικά μεταφορικοί και δογματικοί. Αποτελούν πολιτειακή κριτική και αξιολογικές κρίσεις επί θεσμικών επιλογών και δικανικής αιτιολογίας και δεν αποδίδουν ποινική ευθύνη σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή φορείς. Η διευκρίνιση αυτή ισχύει για κάθε μέρος της σειράς.

Η ακυρότητα ως πράξη θεσμικής αυτοάμυνας

Το δίκαιο, όταν λειτουργεί με συνέπεια, δεν είναι απλώς ένα σύστημα κανόνων. Είναι μια μεταφυσική της τάξης. Μια αρχιτεκτονική που στηρίζεται στην ιδέα ότι κάθε εξουσία πρέπει να έχει μια πρωταρχική πηγή, ένα «πριν» που θεμελιώνει το «μετά». Χωρίς αυτή την ιεραρχία, το δίκαιο καταρρέει σε ένα σύνολο από πρακτικές χωρίς νομιμοποιητικό έρεισμα.

Η υπόθεση των servicers ανέδειξε με τον πιο δραματικό τρόπο ότι το ελληνικό σύστημα είχε ξεχάσει αυτή την αρχή. Είχε συνηθίσει να λειτουργεί με βάση το «μετά» — την πρακτική, την ανάγκη, την οικονομική σκοπιμότητα — παρακάμπτοντας το «πριν», δηλαδή τη θεμελιώδη νομιμότητα της εξουσίας.

Αυτό το κεφάλαιο επιχειρεί να ανασυστήσει την οντολογική δομή της νομιμοποίησης, να δείξει γιατί η ακυρότητα της σύμβασης διαχείρισης δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μια θεσμική κραυγή αυτοάμυνας του κράτους δικαίου.

1. Η Νομική Αλυσίδα και η Παρεπόμενη Νομιμοποίηση

Η σκιά και το σώμα

Στο δίκαιο, η νομιμοποίηση δεν είναι πρωτογενής εξουσία. Δεν είναι δικαίωμα που υπάρχει από μόνο του. Είναι παράγωγη, παρεπόμενη, εξαρτημένη. Είναι η σκιά μιας έγκυρης ουσιαστικής σχέσης.

Αν δεν υπάρχει σώμα, δεν υπάρχει σκιά. Αν δεν υπάρχει έγκυρη σύμβαση διαχείρισης, δεν υπάρχει νομιμοποίηση. Αν δεν υπάρχει νομιμοποίηση, δεν υπάρχει εξουσία επί της περιουσίας του πολίτη.

Αυτή η απλή αλήθεια, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, θάφτηκε κάτω από χρόνια πρακτικής. Οι servicers λειτουργούσαν σαν να ήταν αυθύπαρκτοι φορείς εξουσίας, σαν να είχαν μια πρωτογενή σχέση με την απαίτηση. Όμως η σχέση τους ήταν παράγωγη. Και η παραγώγιση απαιτεί έγκυρη πηγή.

Η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή έθεσε το ερώτημα που κανείς δεν ήθελε να θέσει: Υπάρχει έγκυρη πηγή;

Και η απάντηση ήταν: Όχι.

Από τη στιγμή που η σύμβαση διαχείρισης είναι απολύτως άκυρη, η νομιμοποίηση είναι νομικό φάντασμα. Και ένα φάντασμα δεν μπορεί να κατάσχει, να πλειστηριάζει, να επιβάλλει μέτρα εκτέλεσης.

Η ακυρότητα δεν είναι τεχνικό εύρημα. Είναι ηθική πράξη. Είναι η υπενθύμιση ότι η εξουσία δεν μπορεί να στηρίζεται στο τίποτα.

2. Το Άρθρο 10 §14 ν. 3156/2003 ως Θεσμικό Φράγμα

Η αναγκαστικότητα ως ηθική τάξη

Ο νομοθέτης του 2003 δεν ήταν αφελής. Γνώριζε ότι η διαχείριση τιτλοποιημένων απαιτήσεων είναι μια πράξη εξουσίας με τεράστιες κοινωνικές συνέπειες. Γι’ αυτό επέλεξε το Numerus Clausus: μόνο πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να αναλάβουν τη διαχείριση.

Αυτή η επιλογή δεν ήταν τεχνική. Ήταν θεσμική. Ήταν μια πράξη ηθικής αυτοσυγκράτησης του νομοθέτη. Ήταν η αναγνώριση ότι η εξουσία πρέπει να ασκείται από φορείς που υπόκεινται σε αυστηρό εποπτικό έλεγχο, κεφαλαιακή επάρκεια, δεοντολογικές υποχρεώσεις.

Η αναγκαστικότητα του άρθρου 10 §14 δεν είναι μια απλή διάταξη. Είναι φράγμα. Είναι ανάχωμα. Είναι όριο.

Και το όριο αυτό παραβιάστηκε.

Οι εταιρείες διαχείρισης (ΕΔΑΔΠ) δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα. Δεν αναλαμβάνουν πιστωτικό κίνδυνο. Δεν υπόκεινται στο ίδιο εποπτικό πλαίσιο. Δεν έχουν την ίδια θεσμική ευθύνη.

Η ανάθεση σε αυτές της διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων δεν είναι απλώς παράνομη. Είναι θεσμική εκτροπή. Είναι καταστρατήγηση ενός κανόνα δημόσιας τάξης.

Η ακυρότητα της σύμβασης διαχείρισης δεν είναι επιλογή. Είναι υποχρέωση. Είναι η μόνη πράξη που διασώζει την αρχή της νομιμότητας.

3. Το Υβριδικό Μοντέλο ως Απάτη Νόμου (fraus legis)

Η εξουσία που θέλει τα προνόμια χωρίς τις υποχρεώσεις

Το υβριδικό μοντέλο που δημιουργήθηκε μετά το 2015 είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα fraus legis στη σύγχρονη ελληνική έννομη τάξη.

Οι servicers χρησιμοποιούν τον ν. 3156/2003 για τα προνόμια: απαλλαγή από ΦΠΑ, απαλλαγή από χαρτόσημα, ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση. Και χρησιμοποιούν τον ν. 4354/2015 για τη νομιμοποίηση της δικαστικής τους παρουσίας.

Αυτό δεν είναι ερμηνεία. Είναι επιλογή νόμου à la carte. Είναι κατασκευή εξουσίας χωρίς θεσμικό έλεγχο.

Η Απάτη Νόμου δεν είναι απλώς μια θεωρητική έννοια. Είναι η στιγμή όπου η εξουσία χρησιμοποιεί τον νόμο ως εργαλείο για να αποφύγει τον νόμο. Είναι η στιγμή όπου η νομική τάξη μετατρέπεται σε μηχανισμό προνομίων.

Η σύμβαση διαχείρισης του servicer είναι απολύτως άκυρη όχι επειδή παραβιάζει μια διάταξη. Αλλά επειδή παραβιάζει την ίδια την ιδέα του νόμου.

4. Ο Δικαστής ως Φύλακας του Ορίου

Η αποστολή που ξεχάστηκε

Ο δικαστής δεν είναι διαχειριστής κοινωνικών προβλημάτων. Δεν είναι ρυθμιστής της οικονομίας. Δεν είναι εγγυητής της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος.

Ο δικαστής είναι φύλακας του ορίου.

Η αποστολή του είναι μία: να ελέγξει αν τηρήθηκε ο νόμος.

Όταν ο δικαστής αρχίζει να σκέφτεται με όρους σκοπιμότητας, όταν αρχίζει να σταθμίζει οικονομικούς κινδύνους, όταν αρχίζει να λειτουργεί ως «θεσμικός προστάτης» του συστήματος, τότε η δικαιοσύνη παύει να είναι ανεξάρτητη. Γίνεται εργαλείο εξουσίας.

Η υπόθεση των servicers αποκάλυψε ότι ένα μέρος της δικαστικής εξουσίας είχε ξεχάσει τον ρόλο του. Είχε μετατραπεί σε διαμεσολαβητή συμφερόντων, όχι σε ελεγκτή νομιμότητας.

Η επιστροφή στο όριο δεν είναι νομική πράξη. Είναι πολιτειακή πράξη. Είναι η στιγμή όπου η δικαιοσύνη θυμάται ότι η δύναμή της δεν βρίσκεται στην ευελιξία, αλλά στην αυστηρότητα.

Κατακλείδα — Η Ακυρότητα ως Θεσμική Αυτοάμυνα

Η ακυρότητα της σύμβασης διαχείρισης δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η στιγμή όπου το δίκαιο υπερασπίζεται τον εαυτό του. Είναι η στιγμή όπου το κράτος δικαίου ενεργοποιεί τα αντισώματά του απέναντι σε μια θεσμική εκτροπή που απειλεί να γίνει κανονικότητα.

Το «πριν» προηγείται του «μετά» όχι από τυπική εμμονή, αλλά από πολιτειακή ανάγκη. Χωρίς έγκυρη πηγή, η εξουσία είναι αυθαίρετη. Και η αυθαίρετη εξουσία είναι η αρχή της αποσύνθεσης.

Το δεύτερο μέρος κλείνει με την ανάδειξη της ακυρότητας ως πράξης θεσμικής αυτοάμυνας. Στο επόμενο, η ανάλυση στρέφεται στο υβριδικό μοντέλο και στη δογματική του ασυμβατότητα με τη νομιμότητα. Οι όροι που χρησιμοποιούνται παραμένουν αποκλειστικά μεταφορικοί και δογματικοί και δεν αποδίδουν ποινική ευθύνη σε κανέναν.


Το acte clair ως προπέτασμα

Η απόφαση ΟλΑΠ 1/2023 δεν ήταν μια απλή ερμηνευτική επιλογή. Ήταν μια θεσμική πράξη εξουσίας. Μια πράξη που επιχείρησε να αναδιαμορφώσει το νόημα του νόμου χωρίς συνταγματικό έρεισμα. Μια πράξη που χρησιμοποίησε το δόγμα του acte clair όχι ως εργαλείο αποσαφήνισης, αλλά ως προπέτασμα για να αποφευχθεί η προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το acte clair, ως δόγμα, προϋποθέτει ότι η απάντηση στο νομικό ζήτημα είναι τόσο προφανής, τόσο αυτονόητη, τόσο πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία, ώστε δεν χρειάζεται προδικαστικό ερώτημα. Στην υπόθεση των servicers, όμως, η αμφιβολία δεν ήταν απλώς εύλογη. Ήταν κραυγαλέα. Ήταν θεμελιώδης. Ήταν η ίδια η ουσία της διαφοράς.

Η επίκληση του acte clair δεν ήταν νομική κρίση. Ήταν θεσμική υπεκφυγή.

Η παραβίαση του άρθρου 77 Συντάγματος

Η ΟλΑΠ 1/2023 δεν περιορίστηκε σε μια αμφιλεγόμενη ερμηνεία. Προχώρησε σε κάτι βαθύτερο: άσκησε αυθεντική ερμηνεία του νόμου, παραβιάζοντας το άρθρο 77 του Συντάγματος, το οποίο αναθέτει την αυθεντική ερμηνεία αποκλειστικά στη Βουλή.

Όταν ο δικαστής επιχειρεί να αναδιαμορφώσει το περιεχόμενο ενός νόμου, δεν ερμηνεύει. Νομοθετεί. Και όταν νομοθετεί χωρίς συνταγματική εξουσιοδότηση, δεν ασκεί δικαστική λειτουργία. Ασκεί εξουσία χωρίς θεμέλιο.

Η απόφαση αυτή δεν ήταν απλώς λανθασμένη. Ήταν επικίνδυνη. Γιατί άνοιξε τον δρόμο για μια νέα μορφή θεσμικής αυθαιρεσίας: τη νομοθέτηση μέσω νομολογίας.

Η αναδρομική νομιμοποίηση ως θεσμική βία

Η ΟλΑΠ 1/2023 επιχείρησε να νομιμοποιήσει αναδρομικά ένα καθεστώς που ο νόμος δεν επέτρεπε. Η αναδρομική νομιμοποίηση δεν είναι απλώς προβληματική. Είναι θεσμική βία. Είναι η στιγμή όπου η εξουσία επιχειρεί να ξαναγράψει το παρελθόν για να δικαιολογήσει το παρόν.

Η αναδρομικότητα δεν θεραπεύει την ακυρότητα. Την επιβεβαιώνει. Και όταν η δικαιοσύνη επιχειρεί να θεραπεύσει μια θεσμική εκτροπή με μια ακόμη μεγαλύτερη εκτροπή, το αποτέλεσμα δεν είναι σταθερότητα. Είναι αποσύνθεση.

Η αδρανοποίηση της νομικής λογικής

Η ΟλΑΠ 1/2023 δεν ήταν απλώς μια κακή απόφαση. Ήταν μια απόφαση που αδρανοποίησε τη νομική λογική. Αντί να εξετάσει τη νομιμότητα της σύμβασης διαχείρισης, εξέτασε τις συνέπειες της ακυρότητας. Αντί να ελέγξει την πηγή της εξουσίας, εστίασε στον συστημικό κίνδυνο. Αντί να εφαρμόσει τον κανόνα, αναζήτησε τη σκοπιμότητα.

Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης κινδύνου. Η δικαιοσύνη υπάρχει για να ελέγχει την εξουσία, όχι για να την προστατεύει.

Η σημασία της μειοψηφίας

Μέσα σε αυτή τη θεσμική θολότητα, η μειοψηφία των 9 δικαστών λειτούργησε ως θεσμική άγκυρα. Υπενθύμισε ότι η νομιμότητα προηγείται της σκοπιμότητας. Ότι η ερμηνεία δεν μπορεί να μετατραπεί σε κατασκευή. Ότι ο δικαστής δεν μπορεί να υποκαθιστά τον νομοθέτη.

Η μειοψηφία αυτή δεν υπερασπίστηκε μια τεχνική θέση. Υπερασπίστηκε μια πολιτειακή αρχή: ότι η εξουσία πρέπει να έχει όριο. Και ότι το όριο αυτό δεν μπορεί να μετακινείται επειδή το σύστημα φοβάται τις συνέπειες της αλήθειας.

 Η ΟλΑΠ 1/2023 ως Θεσμικό Σύμπτωμα

Το έκτο μέρος ολοκληρώνεται με την ανάδειξη της ΟλΑΠ 1/2023 ως θεσμικού συμπτώματος μιας βαθύτερης κρίσης: της εργαλειοποίησης της δικαιοσύνης. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια λανθασμένη ερμηνεία. Αποτελεί μια θεσμική προειδοποίηση. Δείχνει τι συμβαίνει όταν η δικαιοσύνη εγκαταλείπει τον ρόλο της ως φύλακα του ορίου και υιοθετεί τον ρόλο του προστάτη της εξουσίας.

*Η συνέχεια σε επόμενα άρθρα που θα δημοσιευθούν στο BN

www.bankingnews.gr 

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης