Γράφει ο κ. Λεωνίδας Χ. Στάμος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
Maître en Droit
ΜΕΡΟΣ 2 ΑΠΟ 7 — ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Σημείωση Σειράς Δημοσιεύσεων Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος της σειράς «ΚΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΨΙΘΥΡΙΣΕ: ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΝ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ», η οποία δημοσιεύεται τμηματικά λόγω έκτασης και θεσμικής πυκνότητας. Η σειρά εξετάζει το όριο της εξουσίας, τη νομιμότητα και τη θεσμική κρίση που ανέδειξε η υπόθεση των servicers. Κάθε μέρος είναι αυτοτελές, αλλά εντάσσεται σε μια ενιαία πολιτειακή αφήγηση.
Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο κείμενο (όπως «απάτη», «βία», «δολοφονία») έχουν αποκλειστικά μεταφορικό και δογματικό χαρακτήρα. Αποτελούν πολιτειακή κριτική και αξιολογικές κρίσεις επί θεσμικών επιλογών και δικανικής αιτιολογίας, όχι ισχυρισμούς περί τέλεσης ποινικών αδικημάτων από συγκεκριμένα πρόσωπα ή φορείς. Η διευκρίνιση αυτή ισχύει για κάθε μέρος της σειράς.
Η στιγμή όπου ένα ταπεινό δικόγραφο μετατράπηκε σε θεσμικό σεισμό
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία του δικαίου όπου ένα φαινομενικά ασήμαντο δικόγραφο λειτουργεί ως καταλύτης. Όχι επειδή εισάγει μια νέα σχολή. Όχι επειδή περιέχει κάποια πρωτοφανή νομική καινοτομία. Αλλά επειδή, μέσα στην απλότητά του, αγγίζει ένα σημείο που το σύστημα είχε μάθει να αποφεύγει: το όριο της εξουσίας.θεωρητική
Η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που αποτέλεσε την αφετηρία αυτής της θεσμικής οδύσσειας, δεν ήταν μια ακόμη άσκηση δικονομικής άμυνας. Δεν ήταν μια προσπάθεια καθυστέρησης. Δεν ήταν μια τεχνική κίνηση στο πλαίσιο της καθημερινής δικαστηριακής πρακτικής. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο: μια εξέταση συνείδησης για το ίδιο το κράτος δικαίου.
Ήταν μια υπενθύμιση ότι η νομιμοποίηση δεν είναι αυτονόητη. Ότι η εξουσία δεν είναι αυτοφυής. Ότι κάθε πράξη δημόσιας ή ιδιωτικής ισχύος πρέπει να μπορεί να αναχθεί σε μια έγκυρη, θεσμικά επιτρεπτή πηγή.
Η αγωγή αυτή δεν αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής. Δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της απαίτησης. Αμφισβήτησε κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: την ίδια την πηγή της εξουσίας του διαχειριστή.
Και όταν αμφισβητείς την πηγή, δεν αμφισβητείς απλώς μια πράξη· αμφισβητείς ολόκληρο το οικοδόμημα που στηρίζεται πάνω της.
Από αυτή τη μικρή σπίθα ξεκίνησε μια θεσμική πυρκαγιά. Μια πυρκαγιά που δεν κατέστρεψε, αλλά φώτισε. Φώτισε τις ρωγμές ενός συστήματος που είχε μάθει να λειτουργεί με ερμηνευτικές ακροβασίες, με σιωπηρές παραδοχές, με θεσμικές παρακάμψεις που είχαν γίνει τόσο συνηθισμένες ώστε έμοιαζαν φυσικές. Φώτισε την απόσταση ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και την πρακτική εφαρμογή του. Φώτισε την αμηχανία των θεσμών μπροστά σε ένα ερώτημα που θα έπρεπε να είναι απλό.
Ποιος έχει το δικαίωμα να ενεργεί ως εξουσία πάνω στην περιουσία του πολίτη;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τεχνική. Είναι οντολογική. Είναι πολιτειακή. Είναι υπαρξιακή για το ίδιο το κράτος δικαίου. Γιατί το κράτος δικαίου δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων. Είναι μια ηθική δέσμευση ότι η εξουσία θα ασκείται μόνο εντός των ορίων που ορίζει ο νόμος. Ότι κανείς —ούτε το κράτος, ούτε οι τράπεζες, ούτε οι εταιρείες διαχείρισης, ούτε οι δικαστές— δεν μπορεί να υπερβεί αυτά τα όρια χωρίς να διαρραγεί ο ίδιος ο κοινωνικός δεσμός.
Η υπόθεση αυτή, που ξεκίνησε ως μια απλή αμφισβήτηση νομιμοποίησης, εξελίχθηκε σε μια θεσμική οδύσσεια που σήμερα αγγίζει τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όχι επειδή το δίκαιο άλλαξε. Αλλά επειδή το δίκαιο θυμήθηκε τον εαυτό του.
Η κρίση δεν ήταν νομική. Ήταν κρίση ορίων.
Το ελληνικό νομικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια αλήθεια που προσπαθούσε να αποφύγει: ότι η εξουσία των servicers δεν είχε ποτέ θεμελιωθεί σωστά. Ότι το υβριδικό μοντέλο που δημιουργήθηκε μετά το 2015 δεν ήταν προϊόν νομοθετικής βούλησης, αλλά προϊόν ερμηνευτικής επινόησης. Ότι η παράκαμψη του άρθρου 10 §14 του ν. 3156/2003 δεν ήταν απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μια θεσμική ύβρις που υπονόμευε την ίδια την αρχή της νομιμότητας.
Και όταν το σύστημα κλήθηκε να απαντήσει, η αιτιολογία στάθμισε έντονα τον συστημικό κίνδυνο· δεν απάντησε με νομικά επιχειρήματα. Και αυτό, σε επίπεδο θεσμικού αποτελέσματος, ακούστηκε ως φόβος.
Φόβος για τον συστημικό κίνδυνο. Φόβος για την κατάρρευση του σχεδίου «Ηρακλής». Φόβος για τις οικονομικές επιπτώσεις. Φόβος για το πολιτικό κόστος.
Αλλά το δίκαιο δεν είναι μηχανισμός διαχείρισης φόβου. Το δίκαιο είναι μηχανισμός διαχείρισης εξουσίας.
Και όταν το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στον φόβο, η εξουσία γίνεται αδέσποτη.
Η ΟλΑΠ 1/2023 ως σημείο καμπής
Η απόφαση 1/2023 του Αρείου Πάγου δεν ήταν απλώς μια ερμηνευτική επιλογή. Ήταν μια θεσμική πράξη εξουσίας. Μια πράξη που επιχείρησε να αναδιαμορφώσει το νόημα του νόμου χωρίς συνταγματικό έρεισμα. Μια πράξη που παραβίασε το άρθρο 77 του Συντάγματος, σφετεριζόμενη την αυθεντική ερμηνεία. Μια πράξη που επιχείρησε να νομιμοποιήσει αναδρομικά ένα καθεστώς που ο νόμος δεν επέτρεπε.
Αυτή η πράξη δεν ήταν απλώς λανθασμένη. Ήταν επικίνδυνη. Γιατί όταν ο δικαστής ξεπερνά το όριό του, δεν παραβιάζει απλώς τον νόμο. Παραβιάζει την ίδια την ιδέα της δικαιοσύνης.
Το ΣτΕ ως θεσμική αντίστιξη
Σε αντίθεση με τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε θεσμική ωριμότητα. Αναγνώρισε ότι δεν μπορεί να ασκήσει αυθεντική ερμηνεία σε ενωσιακούς όρους. Αναγνώρισε ότι υπάρχει εύλογη αμφιβολία. Αναγνώρισε ότι το ΔΕΕ είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφανθεί.
Αυτή η στάση δεν ήταν απλώς νομικά ορθή. Ήταν θεσμικά σωτήρια. Γιατί υπενθύμισε ότι η εξουσία έχει όρια. Και ότι ο σεβασμός των ορίων είναι πράξη ελευθερίας.
Η Ευρώπη ως τελικός κριτής
Οι αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ δεν είναι τεχνικές διαδικασίες. Είναι η διεθνοποίηση ενός ελληνικού θεσμικού προβλήματος. Είναι η στιγμή όπου η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που υπερβαίνει την Ελλάδα.
Μπορεί ένα κράτος μέλος να δημιουργεί υβριδικούς φορείς εξουσίας που δεν υπάγονται σε κανένα σαφές νομικό πλαίσιο;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των servicers, αλλά το μέλλον του κράτους δικαίου στην Ευρώπη.
Κατακλείδα — Η σπίθα έγινε καθρέφτης
Η υπόθεση των servicers δεν αποκάλυψε απλώς ένα νομικό κενό. Αποκάλυψε μια θεσμική αλήθεια: ότι το κράτος δικαίου δεν πεθαίνει από μια μεγάλη παραβίαση, αλλά από χίλιες μικρές παρακάμψεις που συσσωρεύονται μέχρι να γίνουν κανονικότητα.
Η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή λειτούργησε ως καθρέφτης. Ανέδειξε το ρήγμα. Και το ρήγμα δεν ήταν τεχνικό. Ήταν πολιτειακό.
Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται εδώ, αφήνοντας ανοιχτό το θεσμικό ερώτημα που διατρέχει όλη τη σειρά: πού τελειώνει η εξουσία και πού αρχίζει η νομιμότητα. Η συνέχεια θα εμβαθύνει στη δομή της νομιμοποίησης και στην οντολογική προτεραιότητα του «πριν» έναντι του «μετά». Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο κείμενο παραμένουν αποκλειστικά μεταφορικοί και δογματικοί, ως εργαλεία πολιτειακής κριτικής και όχι απόδοσης ποινικής ευθύνης.
Διαβάστε επίσης:https://www.bankingnews.gr/nomiko-bima/articles/849481/kai-o-arxigos-psithyrise-kratos-dikaiou-en-anapaysei-o-dikastis-os-fylakas-tou-oriou

Ο κ. Λεωνίδας Στάμος
www.bankingnews.gr
Σημείωση Σειράς Δημοσιεύσεων Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος της σειράς «ΚΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΨΙΘΥΡΙΣΕ: ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΝ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ», η οποία δημοσιεύεται τμηματικά λόγω έκτασης και θεσμικής πυκνότητας. Η σειρά εξετάζει το όριο της εξουσίας, τη νομιμότητα και τη θεσμική κρίση που ανέδειξε η υπόθεση των servicers. Κάθε μέρος είναι αυτοτελές, αλλά εντάσσεται σε μια ενιαία πολιτειακή αφήγηση.
Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο κείμενο (όπως «απάτη», «βία», «δολοφονία») έχουν αποκλειστικά μεταφορικό και δογματικό χαρακτήρα. Αποτελούν πολιτειακή κριτική και αξιολογικές κρίσεις επί θεσμικών επιλογών και δικανικής αιτιολογίας, όχι ισχυρισμούς περί τέλεσης ποινικών αδικημάτων από συγκεκριμένα πρόσωπα ή φορείς. Η διευκρίνιση αυτή ισχύει για κάθε μέρος της σειράς.
Η στιγμή όπου ένα ταπεινό δικόγραφο μετατράπηκε σε θεσμικό σεισμό
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία του δικαίου όπου ένα φαινομενικά ασήμαντο δικόγραφο λειτουργεί ως καταλύτης. Όχι επειδή εισάγει μια νέα σχολή. Όχι επειδή περιέχει κάποια πρωτοφανή νομική καινοτομία. Αλλά επειδή, μέσα στην απλότητά του, αγγίζει ένα σημείο που το σύστημα είχε μάθει να αποφεύγει: το όριο της εξουσίας.θεωρητική
Η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ, που αποτέλεσε την αφετηρία αυτής της θεσμικής οδύσσειας, δεν ήταν μια ακόμη άσκηση δικονομικής άμυνας. Δεν ήταν μια προσπάθεια καθυστέρησης. Δεν ήταν μια τεχνική κίνηση στο πλαίσιο της καθημερινής δικαστηριακής πρακτικής. Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο: μια εξέταση συνείδησης για το ίδιο το κράτος δικαίου.
Ήταν μια υπενθύμιση ότι η νομιμοποίηση δεν είναι αυτονόητη. Ότι η εξουσία δεν είναι αυτοφυής. Ότι κάθε πράξη δημόσιας ή ιδιωτικής ισχύος πρέπει να μπορεί να αναχθεί σε μια έγκυρη, θεσμικά επιτρεπτή πηγή.
Η αγωγή αυτή δεν αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής. Δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της απαίτησης. Αμφισβήτησε κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: την ίδια την πηγή της εξουσίας του διαχειριστή.
Και όταν αμφισβητείς την πηγή, δεν αμφισβητείς απλώς μια πράξη· αμφισβητείς ολόκληρο το οικοδόμημα που στηρίζεται πάνω της.
Από αυτή τη μικρή σπίθα ξεκίνησε μια θεσμική πυρκαγιά. Μια πυρκαγιά που δεν κατέστρεψε, αλλά φώτισε. Φώτισε τις ρωγμές ενός συστήματος που είχε μάθει να λειτουργεί με ερμηνευτικές ακροβασίες, με σιωπηρές παραδοχές, με θεσμικές παρακάμψεις που είχαν γίνει τόσο συνηθισμένες ώστε έμοιαζαν φυσικές. Φώτισε την απόσταση ανάμεσα στο γράμμα του νόμου και την πρακτική εφαρμογή του. Φώτισε την αμηχανία των θεσμών μπροστά σε ένα ερώτημα που θα έπρεπε να είναι απλό.
Ποιος έχει το δικαίωμα να ενεργεί ως εξουσία πάνω στην περιουσία του πολίτη;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τεχνική. Είναι οντολογική. Είναι πολιτειακή. Είναι υπαρξιακή για το ίδιο το κράτος δικαίου. Γιατί το κράτος δικαίου δεν είναι απλώς ένα σύνολο κανόνων. Είναι μια ηθική δέσμευση ότι η εξουσία θα ασκείται μόνο εντός των ορίων που ορίζει ο νόμος. Ότι κανείς —ούτε το κράτος, ούτε οι τράπεζες, ούτε οι εταιρείες διαχείρισης, ούτε οι δικαστές— δεν μπορεί να υπερβεί αυτά τα όρια χωρίς να διαρραγεί ο ίδιος ο κοινωνικός δεσμός.
Η υπόθεση αυτή, που ξεκίνησε ως μια απλή αμφισβήτηση νομιμοποίησης, εξελίχθηκε σε μια θεσμική οδύσσεια που σήμερα αγγίζει τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όχι επειδή το δίκαιο άλλαξε. Αλλά επειδή το δίκαιο θυμήθηκε τον εαυτό του.
Η κρίση δεν ήταν νομική. Ήταν κρίση ορίων.
Το ελληνικό νομικό σύστημα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια αλήθεια που προσπαθούσε να αποφύγει: ότι η εξουσία των servicers δεν είχε ποτέ θεμελιωθεί σωστά. Ότι το υβριδικό μοντέλο που δημιουργήθηκε μετά το 2015 δεν ήταν προϊόν νομοθετικής βούλησης, αλλά προϊόν ερμηνευτικής επινόησης. Ότι η παράκαμψη του άρθρου 10 §14 του ν. 3156/2003 δεν ήταν απλώς μια τεχνική λεπτομέρεια, αλλά μια θεσμική ύβρις που υπονόμευε την ίδια την αρχή της νομιμότητας.
Και όταν το σύστημα κλήθηκε να απαντήσει, η αιτιολογία στάθμισε έντονα τον συστημικό κίνδυνο· δεν απάντησε με νομικά επιχειρήματα. Και αυτό, σε επίπεδο θεσμικού αποτελέσματος, ακούστηκε ως φόβος.
Φόβος για τον συστημικό κίνδυνο. Φόβος για την κατάρρευση του σχεδίου «Ηρακλής». Φόβος για τις οικονομικές επιπτώσεις. Φόβος για το πολιτικό κόστος.
Αλλά το δίκαιο δεν είναι μηχανισμός διαχείρισης φόβου. Το δίκαιο είναι μηχανισμός διαχείρισης εξουσίας.
Και όταν το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στον φόβο, η εξουσία γίνεται αδέσποτη.
Η ΟλΑΠ 1/2023 ως σημείο καμπής
Η απόφαση 1/2023 του Αρείου Πάγου δεν ήταν απλώς μια ερμηνευτική επιλογή. Ήταν μια θεσμική πράξη εξουσίας. Μια πράξη που επιχείρησε να αναδιαμορφώσει το νόημα του νόμου χωρίς συνταγματικό έρεισμα. Μια πράξη που παραβίασε το άρθρο 77 του Συντάγματος, σφετεριζόμενη την αυθεντική ερμηνεία. Μια πράξη που επιχείρησε να νομιμοποιήσει αναδρομικά ένα καθεστώς που ο νόμος δεν επέτρεπε.
Αυτή η πράξη δεν ήταν απλώς λανθασμένη. Ήταν επικίνδυνη. Γιατί όταν ο δικαστής ξεπερνά το όριό του, δεν παραβιάζει απλώς τον νόμο. Παραβιάζει την ίδια την ιδέα της δικαιοσύνης.
Το ΣτΕ ως θεσμική αντίστιξη
Σε αντίθεση με τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε θεσμική ωριμότητα. Αναγνώρισε ότι δεν μπορεί να ασκήσει αυθεντική ερμηνεία σε ενωσιακούς όρους. Αναγνώρισε ότι υπάρχει εύλογη αμφιβολία. Αναγνώρισε ότι το ΔΕΕ είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφανθεί.
Αυτή η στάση δεν ήταν απλώς νομικά ορθή. Ήταν θεσμικά σωτήρια. Γιατί υπενθύμισε ότι η εξουσία έχει όρια. Και ότι ο σεβασμός των ορίων είναι πράξη ελευθερίας.
Η Ευρώπη ως τελικός κριτής
Οι αναφορές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ δεν είναι τεχνικές διαδικασίες. Είναι η διεθνοποίηση ενός ελληνικού θεσμικού προβλήματος. Είναι η στιγμή όπου η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που υπερβαίνει την Ελλάδα.
Μπορεί ένα κράτος μέλος να δημιουργεί υβριδικούς φορείς εξουσίας που δεν υπάγονται σε κανένα σαφές νομικό πλαίσιο;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των servicers, αλλά το μέλλον του κράτους δικαίου στην Ευρώπη.
Κατακλείδα — Η σπίθα έγινε καθρέφτης
Η υπόθεση των servicers δεν αποκάλυψε απλώς ένα νομικό κενό. Αποκάλυψε μια θεσμική αλήθεια: ότι το κράτος δικαίου δεν πεθαίνει από μια μεγάλη παραβίαση, αλλά από χίλιες μικρές παρακάμψεις που συσσωρεύονται μέχρι να γίνουν κανονικότητα.
Η Αρνητική Αναγνωριστική Αγωγή λειτούργησε ως καθρέφτης. Ανέδειξε το ρήγμα. Και το ρήγμα δεν ήταν τεχνικό. Ήταν πολιτειακό.
Το πρώτο μέρος ολοκληρώνεται εδώ, αφήνοντας ανοιχτό το θεσμικό ερώτημα που διατρέχει όλη τη σειρά: πού τελειώνει η εξουσία και πού αρχίζει η νομιμότητα. Η συνέχεια θα εμβαθύνει στη δομή της νομιμοποίησης και στην οντολογική προτεραιότητα του «πριν» έναντι του «μετά». Οι όροι που χρησιμοποιούνται στο κείμενο παραμένουν αποκλειστικά μεταφορικοί και δογματικοί, ως εργαλεία πολιτειακής κριτικής και όχι απόδοσης ποινικής ευθύνης.
Διαβάστε επίσης:https://www.bankingnews.gr/nomiko-bima/articles/849481/kai-o-arxigos-psithyrise-kratos-dikaiou-en-anapaysei-o-dikastis-os-fylakas-tou-oriou

Ο κ. Λεωνίδας Στάμος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών