Γράφει η Άννα – Γαβριέλα Ιωάννου
Θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ατόμου, συνταγματικής μάλιστα περιωπής, προβλεπόμενο στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, είναι η πρόσβαση σε ένα πλήρες σύστημα αποτελεσματικής παροχής έννομης προστασίας. Αναγκαίο σύστοιχο ενός ολοκληρωμένου και αποδοτικού δικαστικού μηχανισμού είναι η εγκαθίδρυση και η λειτουργία ενός σύγχρονου συστήματος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, διεθνώς αναγνωρισμένου ως Alternative Dispute Resolution (ADR). Η εναλλακτική αυτή εξωδικαστική μορφή επίλυσης διαφορών δεν βάλλει κατά του μηχανισμού κρατικής απονομής δικαιοσύνης, τον οποίο αντιθέτως καλείται να συμπληρώσει και να ενδυναμώσει, τελώντας σε μια ευεργετική διαλεκτική σχέση με αυτόν. Αυτή την κατεύθυνση έρχεται να υπηρετήσει δυναμικά ο θεσμός της διαμεσολάβησης και στην Ελλάδα, καταγράφοντας ήδη τα πρώτα ωφέλιμα αποτελέσματα εφαρμογής του.
Η έμπνευση του θεσμού της διαμεσολάβησης εντοπίζεται στα δικαιικά συστήματα του αγγλοσαξονικού δικαίου. Στην ελληνική έννομη τάξη εισήχθη μόλις το 2010 με τον Ν. 3898/2010, σε εκτέλεση της υποχρέωσης εναρμόνισης προς την Οδηγία 2008/52/ΕΚ. Από τον ανωτέρω νόμο προέκυπτε ρητά ο προαιρετικός χαρακτήρας του θεσμού στο πεδίο των αστικών και εμπορικών διαφορών. Η πρακτική, ωστόσο, κατέδειξε την αδυναμία άμεσης προσαρμογής της ελληνικής δικαιοδοτικής τάξης, με αποτέλεσμα τα ποσοστά επιτυχούς διαμεσολαβητικής επίλυσης να παραμείνουν αρχικά ιδιαίτερα χαμηλά. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής. Σήμερα, ο θεσμός διέπεται από τον Ν. 4640/2019.
Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών. Πρόκειται για μια δυναμική και ευέλικτη διαδικασία, βασισμένη στην ειλικρίνεια, την ανταλλαγή προτάσεων και τη γόνιμη διαπραγμάτευση. Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζεται η νομιμότητα των αντικρουόμενων συμφερόντων, ενώ τα μέρη ενθαρρύνονται να εκφράσουν τις θέσεις τους κατανοώντας ταυτόχρονα τις ανάγκες του αντιδίκου. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια δεσμευτική συμφωνία αμοιβαίου οφέλους, που επιλύει ουσιαστικά τη διαφορά.
Κομβικό πλεονέκτημα της διαμεσολάβησης αποτελεί η ταχύτητα επίλυσης της διαφοράς, ιδίως σε αντιδιαστολή με τη χρονοβόρα δικαστική διαδικασία. Η ταχεία διευθέτηση δεν ωφελεί μόνο τα μέρη, αλλά συμβάλλει και στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Επιπλέον, η διαμεσολάβηση υπερβαίνει την άκαμπτη τυπικότητα των δικονομικών κανόνων, η οποία συχνά λειτουργεί εις βάρος της ουσιαστικής απονομής δικαιοσύνης, επιτρέποντας μια πιο ευέλικτη και ουσιαστική προσέγγιση της αλήθειας.
Η εφαρμογή της διαμεσολάβησης εκτείνεται σε πλήθος κλάδων του δικαίου, όπως κτηματολογικές, καταναλωτικές, τραπεζικές, εργατικές και οικογενειακές διαφορές, καθώς και διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ενσωμάτωσή της στο οικογενειακό δίκαιο, μετά τη μεταρρύθμιση του Ν. 4800/2021, ο οποίος τροποποίησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1514 ΑΚ, καθιερώνοντας τη διαμεσολάβηση ως ισότιμη εναλλακτική της δικαστικής οδού, ιδίως σε ζητήματα οικονομικής φύσεως.
Κεντρικός πυλώνας του θεσμού είναι ο διαμεσολαβητής, του οποίου ο ρόλος είναι καθοδηγητικός και συντονιστικός, χωρίς δικαιοδοτική εξουσία. Η κατάρτιση, η εμπειρία και η διορατικότητά του καθίστανται καθοριστικές για την επιτυχία της διαδικασίας. Μέσω της καλλιέργειας κλίματος εμπιστοσύνης και της άμεσης αλληλεπίδρασης με τα μέρη, ο διαμεσολαβητής συμβάλλει στην ανάδειξη κοινών και βιώσιμων λύσεων.
Καταληκτικά, η εγκαθίδρυση και η λειτουργία θεσμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνιστά δείκτη ωρίμανσης μιας έννομης τάξης. Αντανακλά τη βούληση για υπέρβαση της αντιδικίας και προώθηση της συναινετικής επίλυσης, ενισχύοντας ουσιαστικά τη δικαιοσύνη. Η διαμεσολάβηση, με σταθερά αλλά ενθαρρυντικά βήματα, διαμορφώνει πλέον και στην Ελλάδα ένα ελπιδοφόρο παράδειγμα σύγχρονης έννομης προστασίας.
Πηγή: Νομικός Παλμός
www.bankingnews.gr
Η έμπνευση του θεσμού της διαμεσολάβησης εντοπίζεται στα δικαιικά συστήματα του αγγλοσαξονικού δικαίου. Στην ελληνική έννομη τάξη εισήχθη μόλις το 2010 με τον Ν. 3898/2010, σε εκτέλεση της υποχρέωσης εναρμόνισης προς την Οδηγία 2008/52/ΕΚ. Από τον ανωτέρω νόμο προέκυπτε ρητά ο προαιρετικός χαρακτήρας του θεσμού στο πεδίο των αστικών και εμπορικών διαφορών. Η πρακτική, ωστόσο, κατέδειξε την αδυναμία άμεσης προσαρμογής της ελληνικής δικαιοδοτικής τάξης, με αποτέλεσμα τα ποσοστά επιτυχούς διαμεσολαβητικής επίλυσης να παραμείνουν αρχικά ιδιαίτερα χαμηλά. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης της αγωγής. Σήμερα, ο θεσμός διέπεται από τον Ν. 4640/2019.
Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση αποτελεί την κατεξοχήν έκφραση της ιδιωτικής αυτονομίας των μερών. Πρόκειται για μια δυναμική και ευέλικτη διαδικασία, βασισμένη στην ειλικρίνεια, την ανταλλαγή προτάσεων και τη γόνιμη διαπραγμάτευση. Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζεται η νομιμότητα των αντικρουόμενων συμφερόντων, ενώ τα μέρη ενθαρρύνονται να εκφράσουν τις θέσεις τους κατανοώντας ταυτόχρονα τις ανάγκες του αντιδίκου. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια δεσμευτική συμφωνία αμοιβαίου οφέλους, που επιλύει ουσιαστικά τη διαφορά.
Κομβικό πλεονέκτημα της διαμεσολάβησης αποτελεί η ταχύτητα επίλυσης της διαφοράς, ιδίως σε αντιδιαστολή με τη χρονοβόρα δικαστική διαδικασία. Η ταχεία διευθέτηση δεν ωφελεί μόνο τα μέρη, αλλά συμβάλλει και στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων. Επιπλέον, η διαμεσολάβηση υπερβαίνει την άκαμπτη τυπικότητα των δικονομικών κανόνων, η οποία συχνά λειτουργεί εις βάρος της ουσιαστικής απονομής δικαιοσύνης, επιτρέποντας μια πιο ευέλικτη και ουσιαστική προσέγγιση της αλήθειας.
Η εφαρμογή της διαμεσολάβησης εκτείνεται σε πλήθος κλάδων του δικαίου, όπως κτηματολογικές, καταναλωτικές, τραπεζικές, εργατικές και οικογενειακές διαφορές, καθώς και διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η ενσωμάτωσή της στο οικογενειακό δίκαιο, μετά τη μεταρρύθμιση του Ν. 4800/2021, ο οποίος τροποποίησε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 1514 ΑΚ, καθιερώνοντας τη διαμεσολάβηση ως ισότιμη εναλλακτική της δικαστικής οδού, ιδίως σε ζητήματα οικονομικής φύσεως.
Κεντρικός πυλώνας του θεσμού είναι ο διαμεσολαβητής, του οποίου ο ρόλος είναι καθοδηγητικός και συντονιστικός, χωρίς δικαιοδοτική εξουσία. Η κατάρτιση, η εμπειρία και η διορατικότητά του καθίστανται καθοριστικές για την επιτυχία της διαδικασίας. Μέσω της καλλιέργειας κλίματος εμπιστοσύνης και της άμεσης αλληλεπίδρασης με τα μέρη, ο διαμεσολαβητής συμβάλλει στην ανάδειξη κοινών και βιώσιμων λύσεων.
Καταληκτικά, η εγκαθίδρυση και η λειτουργία θεσμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών συνιστά δείκτη ωρίμανσης μιας έννομης τάξης. Αντανακλά τη βούληση για υπέρβαση της αντιδικίας και προώθηση της συναινετικής επίλυσης, ενισχύοντας ουσιαστικά τη δικαιοσύνη. Η διαμεσολάβηση, με σταθερά αλλά ενθαρρυντικά βήματα, διαμορφώνει πλέον και στην Ελλάδα ένα ελπιδοφόρο παράδειγμα σύγχρονης έννομης προστασίας.
Πηγή: Νομικός Παλμός
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών