Τελευταία Νέα
Διεθνή

Τουρκοκύπριοι: Ευρωπαίοι πολίτες ειδικών συνθηκών

Τουρκοκύπριοι: Ευρωπαίοι πολίτες ειδικών συνθηκών
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους Τουρκοκύπριους και στη σύνθετη σχέση της κοινότητας με την ΕΕ.
Οι Τουρκοκύπριοι παραμένουν Ευρωπαίοι πολίτες ειδικών συνθηκών, με την ΕΕ να στηρίζει οικονομικά την κοινότητα, αλλά χωρίς πλήρη ενσωμάτωση στο κεκτημένο.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Κυπριακό, Γιοχάνες Χαν, έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους Τουρκοκύπριους και στη σύνθετη σχέση της κοινότητας με την ΕΕ.
Ο πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος υπογράμμισε την οικονομική δέσμευση της Ένωσης προς την κοινότητα, υπενθυμίζοντας ότι έχουν ήδη διατεθεί 760 εκατομμύρια ευρώ για τη στήριξή της και πως η ΕΕ παραμένει έτοιμη να συνεργαστεί με την τουρκοκυπριακή πλευρά για την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο τμήμα του νησιού.
Οι αναφορές του κ. Χαν περιγράφουν την ουσία της σχέσης της ΕΕ με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, μιας σχέσης που, λόγω του άλυτου Κυπριακού και της συνεχιζόμενης αναστολής του κοινοτικού κεκτημένου στα κατεχόμενα εδάφη, περιορίζεται σε μέτρα οικονομικής στήριξης, καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους τυπικά πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά πρακτικά στο περιθώριο των θεσμών και των διαδικασιών της.

Ευρωπαϊκή απόφαση στήριξης

Τη σχέση της κοινότητας με την ΕΕ καθορίζει ουσιωδώς μέχρι σήμερα μια απόφαση που λήφθηκε στις Βρυξέλλες στις 26 Απριλίου 2004, δύο μέρες μετά τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων στην Κύπρο για το Σχέδιο Ανάν και πέντε μέρες πριν την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.
Σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ, η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από τους Ελληνοκύπριους άφηνε άλυτο το Κυπριακό και τους Τουρκοκύπριους σε εκκρεμότητα ως προς το καθεστώς τους έναντι της ΕΕ, παρά τη θετική ψήφο τους στο ίδιο δημοψήφισμα.
Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεσμεύτηκε πολιτικά να τερματίσει την απομόνωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, διευκολύνοντας την επανένωση της Κύπρου μέσω ενίσχυσης της οικονομικής ανάπτυξης, της οικονομικής ολοκλήρωσης του νησιού και των σχέσεων της κοινότητας με την ΕΕ.
Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε τρεις προτάσεις για στήριξη των Τουρκοκυπρίων ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ, οι οποίες προνοούσαν οικονομική στήριξη και ιδιαίτερες νομικές ρυθμίσεις για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας της κοινότητας.

Μηχανισμός οικονομικής βοήθειας

Η πρώτη πρόταση, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αφορούσε στην απευθείας οικονομική στήριξη προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα μέσω του «Κανονισμού Οικονομικής Βοήθειας προς τους Τουρκοκύπριους».
Πρόκειται για το βασικότερο εργαλείο παρουσίας της ΕΕ στην κοινότητα, μέσω του οποίου διοχετεύτηκαν από το 2004 πάνω από 760 εκατομμύρια ευρώ σε έργα υποδομής, όπως:

• κατασκευή και αναβάθμιση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης,
• εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων,
• σταθμοί μέτρησης ποιότητας του αέρα.

Μέρος των κονδυλίων κατευθύνεται και στην εκπαίδευση και την κοινωνία των πολιτών: ενδεικτικά, το 2025 δόθηκαν χορηγίες ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ σε Τουρκοκύπριους φοιτητές για σπουδές σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Χορηγίες προβλέπονται και για Τουρκοκύπριους αγρότες και παραγωγούς ώστε να εναρμονιστούν με τα πρότυπα ασφαλείας της ΕΕ για τα τρόφιμα.
Η υλοποίηση των έργων ανατίθεται σε υπηρεσίες του ΟΗΕ, όπως το Πρόγραμμα Ανάπτυξης και η Υπηρεσία Έργων, για να αποφευχθεί η εμπλοκή των «αρχών» των κατεχομένων και η όποια υπόνοια πολιτικής αναγνώρισης της «ΤΔΒΚ».
Το σημαντικότερο μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων δίνεται στη στήριξη δικοινοτικών επιτροπών, που λειτουργούν με τη συνδρομή του ΟΗΕ για διευκόλυνση της συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων σε ανθρωπιστικά θέματα, όπως:

• Δικοινοτική Επιτροπή Πολιτισμικής Κληρονομιάς (συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων)
• Δικοινοτική Επιτροπή Αγνοουμένων

Η καταβολή κονδυλίων σε δικοινοτικές επιτροπές προκαλεί κατά καιρούς επικρίσεις από Τουρκοκύπριους πολιτικούς, οι οποίοι θεωρούν ότι τα χρήματα πρέπει να αξιοποιούνται για την ανάπτυξη της κοινότητας και όχι να μοιράζονται με τους Ελληνοκύπριους.

Ο Κανονισμός της Πράσινης Γραμμής

Η δεύτερη σημαντική ευρωπαϊκή παρέμβαση αφορά τον «Κανονισμό της Πράσινης Γραμμής», κανονιστικό πλαίσιο για τη διακίνηση προσώπων και αγαθών από την Πράσινη Γραμμή χωρίς αναγνώριση της παράνομης διοίκησης στον βορρά.
Μέσω του κανονισμού, οι Τουρκοκύπριοι μπορούν να εμπορεύονται προϊόντα από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές και στην ΕΕ χωρίς δασμούς, εφόσον πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές.
Ωστόσο, περιορίζεται η δυνατότητα άμεσης εμπορικής σχέσης με κράτη-μέλη, καθώς η τρίτη πρόταση της ΕΕ για απευθείας εμπορικές σχέσεις απετράπη από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Νέα πολιτική ενσωμάτωσης;

Ο καθηγητής και πρώην ευρωβουλευτής Δρ. Νιαζί Κιζιλγιουρέκ τονίζει ότι η οικονομική ενίσχυση δεν συνιστά πολιτική ενσωμάτωσης. Μιλώντας στην DW, σημειώνει: «Η ΕΕ οφείλει να επανεξετάσει συνολικά την προσέγγισή της και να προχωρήσει σε τολμηρά και ουσιαστικά βήματα ενσωμάτωσης».
Επικαλούμενος την αντίληψη των ιδρυτών της ευρωπαϊκής ενοποίησης (Ρομπέρ Σουμάν και Ζαν Μονέ), προτείνει τη δημιουργία ευρωπαϊκών έργων που ενισχύουν ουσιαστική συνεργασία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, όπως:

• δικοινοτικό νοσοκομείο υπό την αιγίδα της ΕΕ
• μεικτά σχολεία ή κοινό πανεπιστημιακό ίδρυμα
• κοινά μέσα ενημέρωσης, όπως ραδιοφωνικός σταθμός ή δικοινοτικός τηλεοπτικός φορέας

Όπως επισημαίνει, «το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι η παράλληλη ύπαρξη δύο ξεχωριστών κοινοτήτων αλλά η σταδιακή συγκρότηση μιας κοινής κοινωνικής και πολιτικής ευρωπαϊκής πραγματικότητας μέσω ολοκληρωμένων ευρωπαϊκών πολιτικών».

Η πολιτική ενσωμάτωσης παρεμποδίζεται, σύμφωνα με τον Δρ. Κιζιλγιουρέκ:
• από την Τουρκία, η οποία δεν επιθυμεί προσέγγιση των Τουρκοκυπρίων με την ΕΕ
• από την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία φοβάται έμμεση αναγνώριση του ψευδοκράτους και θεωρεί ότι οι παροχές μειώνουν την επιθυμία της κοινότητας για επίλυση του Κυπριακού.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης