Ζημιές δισεκατομμυρίων, βουτιά 60% στην παραγωγή και η εμμονή Netanyahu που οδηγεί σε ολοκληρωτικό κραχ
Ένα πληθωριστικό τσουνάμι εξαπλώνεται με ανησυχητική ταχύτητα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αποδίδεται στις δαπανηρές και επιθετικές πολιτικές αποφάσεις του Trump και του Netanyahu κατά του Ιράν.
Οι συνέπειες αυτών των επιλογών αποτυπώνονται ήδη στην αύξηση των τιμών βασικών αγαθών σε πολλές περιοχές, ασκώντας έντονη πίεση στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Στην Ιαπωνία, η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 20% και του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 18%.
Παράλληλα, το κόστος των μεταφορών έχει ενισχυθεί περίπου κατά 15%, ενώ τα εισαγόμενα τρόφιμα έχουν καταγράψει αύξηση της τάξης του 10%.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Νότια Κορέα, όπου η βενζίνη έχει ακριβύνει κατά 18%, τα πετροχημικά προϊόντα κατά 25%, ενώ οι τιμές στις μεταφορές, τα τσιπ και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό έχουν αυξηθεί περίπου κατά 15% και 10% αντίστοιχα.
Η Ευρώπη δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση κυρίως στον ενεργειακό τομέα: το φυσικό αέριο έχει αυξηθεί κατά 30%, η ηλεκτρική ενέργεια κατά 25% και η βενζίνη κατά 20%.
Τα τρόφιμα έχουν επίσης ακριβύνει περίπου κατά 18%.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη: οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 38%, οι εσωτερικές αεροπορικές πτήσεις έχουν εκτιναχθεί κατά 100%, ενώ το κόστος ασφάλισης μεταφορών έχει αυξηθεί κατά 30%.
Παράλληλα, τα τρόφιμα έχουν σημειώσει αύξηση της τάξης του 10%.
Η κρίση δεν αφήνει ανεπηρέαστες ούτε τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Στην Αίγυπτο, τα καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 35%, οι μεταφορές κατά 25%, τα τρόφιμα κατά 30% και η ηλεκτρική ενέργεια κατά 20%.
Στην Ινδία, τα καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 25%, τα λιπάσματα κατά 30%, τα αεροπορικά εισιτήρια κατά 40% και τα τρόφιμα κατά 18%.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι οι απερίσκεπτες και ριψοκίνδυνες ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν όχι μόνο δεν οδήγησαν σε σταθερότητα, αλλά συνέβαλαν στην εμβάθυνση μιας ευρείας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι η επιβάρυνση των πολιτών διεθνώς και η αυξανόμενη αστάθεια σε κρίσιμες αγορές.
Η συνέχιση αυτής της πορείας ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένο πληθωρισμό, σε συνδυασμό με ταυτόχρονη ύφεση στις μεγάλες οικονομίες.
Παράλληλα, η περαιτέρω διατάραξη των αλυσίδων εφοδιασμού απειλεί να εντείνει τις ελλείψεις βασικών αγαθών σε ορισμένες περιοχές.
Εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχιστούν, είναι πολύ πιθανό να σημειωθούν ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων.
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
Υπενθυμίζεται πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στην τελευταία έκθεσή του για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές, προειδοποιεί ότι, εάν ο πόλεμος στο Ιράν κλιμακωθεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι έως το 2027, η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρεθεί στα πρόθυρα ύφεσης.
Η προειδοποίηση αυτή διατυπώθηκε ενώ κορυφαίοι οικονομικοί αξιωματούχοι από όλο τον κόσμο συγκεντρώθηκαν στην Ουάσινγκτον για τις εαρινές συνόδους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να κυριαρχεί στην ατζέντα.
Το ΔΝΤ εξετάζει τρία βασικά σενάρια για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας («ήπιο», «δυσμενές» και «σοβαρό») τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της σύγκρουσης στο Ιράν.
Στο βασικό, σχετικά αισιόδοξο σενάριο, υποτίθεται ότι η σύγκρουση θα είναι σύντομης διάρκειας.
Σε αυτή την περίπτωση, ο παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης για το 2026 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,1%, δηλαδή κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με την εκτίμηση του Ιανουαρίου.
Η μέση τιμή του πετρελαίου εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στα 82 δολάρια ανά βαρέλι, χαμηλότερα από τα πρόσφατα επίπεδα των περίπου 100 δολαρίων για το Brent.
Στο δυσμενές σενάριο, το οποίο προβλέπει παρατεταμένη σύγκρουση, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να διαμορφωθούν κοντά στα 100 δολάρια το 2026 και να υποχωρήσουν περίπου στα 75 δολάρια έως το 2027.
Σε αυτή την περίπτωση, η παγκόσμια ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 2,5%, σε σύγκριση με προηγούμενες εκτιμήσεις που προέβλεπαν χαμηλότερες τιμές πετρελαίου (περίπου 62 δολάρια).
Το πλέον αρνητικό σενάριο, που χαρακτηρίζεται ως «σοβαρό», περιλαμβάνει έναν μακροχρόνιο και έντονο πόλεμο, συνοδευόμενο από απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Οι επιπτώσεις θα περιλαμβάνουν σημαντικές αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, οδηγώντας την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2%.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα πλησίαζε τα όρια μιας παγκόσμιας ύφεσης.
Από το 1980, ρυθμοί ανάπτυξης κάτω από αυτό το επίπεδο έχουν καταγραφεί μόλις τέσσερις φορές, μεταξύ των οποίων το 2009 μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και το 2020 κατά την πανδημία COVID-19.
Παράλληλα, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι μεταβαλλόμενες προσδοκίες για τον πληθωρισμό ενδέχεται να αναγκάσουν τις κεντρικές τράπεζες να υιοθετήσουν αυστηρότερη νομισματική πολιτική για τον περιορισμό του, ασκώντας μεγαλύτερη πίεση σε σχέση με το 2022.
Ωστόσο, σε περίπτωση προσωρινής αύξησης των τιμών της ενέργειας, υπάρχει περιθώριο διατήρησης σταθερών επιτοκίων και εφαρμογής πιο υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες θα παραμείνουν υπό έλεγχο.
Πλήγματα στην ισραηλινή οικονομία
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην περιοχή καταδεικνύουν ότι οι επιθετικές και πολεμικές πολιτικές του σιωνιστικού καθεστώτος, ιδίως στο πλαίσιο του αμερικανο-σιωνιστικού συνασπισμού και των μέτρων κατά του Ιράν, όχι μόνο δεν απέφεραν στρατηγικά οφέλη, αλλά επέβαλαν και βαρύ οικονομικό τίμημα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η στόχευση ζωτικών υποδομών, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και της χημικής βιομηχανίας, προκάλεσε βαθιά πλήγματα, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα οικονομικά θεμέλια του καθεστώτος.
Στον ενεργειακό τομέα, οι ζημιές στα διυλιστήρια της Haifa και του Asdod, βασικές αρτηρίες εφοδιασμού καυσίμων, οδήγησαν σε μείωση της διυλιστικής ικανότητας κατά περίπου 30%.
Η εξέλιξη αυτή όχι μόνο έθεσε σε κρίση την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης, αλλά αύξησε και την εξάρτηση από ακριβές εισαγωγές καυσίμων.
Οι εκτιμήσεις ανεβάζουν το ημερήσιο κόστος των διαταραχών αυτών σε περίπου 27 εκατομμύρια δολάρια• ποσό που, εάν η κατάσταση παραταθεί, ενδέχεται να οδηγήσει την οικονομία σε βαθύτερη κρίση.
Η κατάσταση στη χημική βιομηχανία εμφανίζεται ακόμη πιο κρίσιμη.
Η συγκέντρωση ζημιών στην περιοχή της Haifa, που αποτελεί βασικό κόμβο παραγωγής χημικών προϊόντων, προκάλεσε καταστροφές σε αποθήκες και φθορές σε ευαίσθητα υλικά.
Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή μειώθηκε κατά 60%, ενώ καταγράφηκε εκτεταμένη διαταραχή στις εξαγωγές.
Η πτώση αυτή έπληξε άμεσα τα έσοδα σε συνάλλαγμα και υπονόμευσε σοβαρά την ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για το κόστος ανοικοδόμησης δείχνουν ότι απαιτούνται μεταξύ 2,5 και 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων υποδομών.
Το μηνιαίο κόστος των συνεχιζόμενων συγκρούσεων υπολογίζεται περίπου στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Τα ποσά αυτά, σε συνδυασμό με την αύξηση των επειγουσών εισαγωγών, ασκούν πρωτοφανή πίεση στους οικονομικούς πόρους και αναδεικνύουν την ευθραυστότητα της οικονομικής δομής του εβραϊκού καθεστώτος.
Την ίδια στιγμή, η επιμονή του Benjamin Netanyahu και του στενού του κύκλου στη συνέχιση των πολεμικών πολιτικών όχι μόνο δεν έχει δώσει λύση στην κρίση, αλλά την έχει περιπλέξει περαιτέρω.
Η συνέχιση αυτής της πορείας ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού, μείωση της αγοραστικής δύναμης και φυγή κεφαλαίων — παράγοντες που από μόνοι τους μπορούν να αποδυναμώσουν μια οικονομία, πόσο μάλλον μια οικονομία που ήδη δοκιμάζεται από κρίσεις ασφάλειας και πολιτικής σταθερότητας.
www.bankingnews.gr
Πρόκειται για ένα φαινόμενο που αποδίδεται στις δαπανηρές και επιθετικές πολιτικές αποφάσεις του Trump και του Netanyahu κατά του Ιράν.
Οι συνέπειες αυτών των επιλογών αποτυπώνονται ήδη στην αύξηση των τιμών βασικών αγαθών σε πολλές περιοχές, ασκώντας έντονη πίεση στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Στην Ιαπωνία, η τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί κατά 20% και του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 18%.
Παράλληλα, το κόστος των μεταφορών έχει ενισχυθεί περίπου κατά 15%, ενώ τα εισαγόμενα τρόφιμα έχουν καταγράψει αύξηση της τάξης του 10%.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Νότια Κορέα, όπου η βενζίνη έχει ακριβύνει κατά 18%, τα πετροχημικά προϊόντα κατά 25%, ενώ οι τιμές στις μεταφορές, τα τσιπ και τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό έχουν αυξηθεί περίπου κατά 15% και 10% αντίστοιχα.
Η Ευρώπη δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση κυρίως στον ενεργειακό τομέα: το φυσικό αέριο έχει αυξηθεί κατά 30%, η ηλεκτρική ενέργεια κατά 25% και η βενζίνη κατά 20%.
Τα τρόφιμα έχουν επίσης ακριβύνει περίπου κατά 18%.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο έντονη: οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 38%, οι εσωτερικές αεροπορικές πτήσεις έχουν εκτιναχθεί κατά 100%, ενώ το κόστος ασφάλισης μεταφορών έχει αυξηθεί κατά 30%.
Παράλληλα, τα τρόφιμα έχουν σημειώσει αύξηση της τάξης του 10%.
Η κρίση δεν αφήνει ανεπηρέαστες ούτε τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Στην Αίγυπτο, τα καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 35%, οι μεταφορές κατά 25%, τα τρόφιμα κατά 30% και η ηλεκτρική ενέργεια κατά 20%.
Στην Ινδία, τα καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 25%, τα λιπάσματα κατά 30%, τα αεροπορικά εισιτήρια κατά 40% και τα τρόφιμα κατά 18%.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι οι απερίσκεπτες και ριψοκίνδυνες ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν όχι μόνο δεν οδήγησαν σε σταθερότητα, αλλά συνέβαλαν στην εμβάθυνση μιας ευρείας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι η επιβάρυνση των πολιτών διεθνώς και η αυξανόμενη αστάθεια σε κρίσιμες αγορές.
Η συνέχιση αυτής της πορείας ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένο πληθωρισμό, σε συνδυασμό με ταυτόχρονη ύφεση στις μεγάλες οικονομίες.
Παράλληλα, η περαιτέρω διατάραξη των αλυσίδων εφοδιασμού απειλεί να εντείνει τις ελλείψεις βασικών αγαθών σε ορισμένες περιοχές.
Εάν οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχιστούν, είναι πολύ πιθανό να σημειωθούν ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων.
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
Υπενθυμίζεται πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), στην τελευταία έκθεσή του για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές, προειδοποιεί ότι, εάν ο πόλεμος στο Ιράν κλιμακωθεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι έως το 2027, η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρεθεί στα πρόθυρα ύφεσης.
Η προειδοποίηση αυτή διατυπώθηκε ενώ κορυφαίοι οικονομικοί αξιωματούχοι από όλο τον κόσμο συγκεντρώθηκαν στην Ουάσινγκτον για τις εαρινές συνόδους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να κυριαρχεί στην ατζέντα.
Το ΔΝΤ εξετάζει τρία βασικά σενάρια για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας («ήπιο», «δυσμενές» και «σοβαρό») τα οποία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της σύγκρουσης στο Ιράν.
Στο βασικό, σχετικά αισιόδοξο σενάριο, υποτίθεται ότι η σύγκρουση θα είναι σύντομης διάρκειας.
Σε αυτή την περίπτωση, ο παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης για το 2026 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,1%, δηλαδή κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα σε σχέση με την εκτίμηση του Ιανουαρίου.
Η μέση τιμή του πετρελαίου εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στα 82 δολάρια ανά βαρέλι, χαμηλότερα από τα πρόσφατα επίπεδα των περίπου 100 δολαρίων για το Brent.
Στο δυσμενές σενάριο, το οποίο προβλέπει παρατεταμένη σύγκρουση, οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να διαμορφωθούν κοντά στα 100 δολάρια το 2026 και να υποχωρήσουν περίπου στα 75 δολάρια έως το 2027.
Σε αυτή την περίπτωση, η παγκόσμια ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 2,5%, σε σύγκριση με προηγούμενες εκτιμήσεις που προέβλεπαν χαμηλότερες τιμές πετρελαίου (περίπου 62 δολάρια).
Το πλέον αρνητικό σενάριο, που χαρακτηρίζεται ως «σοβαρό», περιλαμβάνει έναν μακροχρόνιο και έντονο πόλεμο, συνοδευόμενο από απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Οι επιπτώσεις θα περιλαμβάνουν σημαντικές αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, οδηγώντας την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2%.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι μια τέτοια εξέλιξη θα πλησίαζε τα όρια μιας παγκόσμιας ύφεσης.
Από το 1980, ρυθμοί ανάπτυξης κάτω από αυτό το επίπεδο έχουν καταγραφεί μόλις τέσσερις φορές, μεταξύ των οποίων το 2009 μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και το 2020 κατά την πανδημία COVID-19.
Παράλληλα, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι μεταβαλλόμενες προσδοκίες για τον πληθωρισμό ενδέχεται να αναγκάσουν τις κεντρικές τράπεζες να υιοθετήσουν αυστηρότερη νομισματική πολιτική για τον περιορισμό του, ασκώντας μεγαλύτερη πίεση σε σχέση με το 2022.
Ωστόσο, σε περίπτωση προσωρινής αύξησης των τιμών της ενέργειας, υπάρχει περιθώριο διατήρησης σταθερών επιτοκίων και εφαρμογής πιο υποστηρικτικής νομισματικής πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες θα παραμείνουν υπό έλεγχο.
Πλήγματα στην ισραηλινή οικονομία
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην περιοχή καταδεικνύουν ότι οι επιθετικές και πολεμικές πολιτικές του σιωνιστικού καθεστώτος, ιδίως στο πλαίσιο του αμερικανο-σιωνιστικού συνασπισμού και των μέτρων κατά του Ιράν, όχι μόνο δεν απέφεραν στρατηγικά οφέλη, αλλά επέβαλαν και βαρύ οικονομικό τίμημα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η στόχευση ζωτικών υποδομών, ιδιαίτερα στους τομείς της ενέργειας και της χημικής βιομηχανίας, προκάλεσε βαθιά πλήγματα, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα οικονομικά θεμέλια του καθεστώτος.
Στον ενεργειακό τομέα, οι ζημιές στα διυλιστήρια της Haifa και του Asdod, βασικές αρτηρίες εφοδιασμού καυσίμων, οδήγησαν σε μείωση της διυλιστικής ικανότητας κατά περίπου 30%.
Η εξέλιξη αυτή όχι μόνο έθεσε σε κρίση την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης, αλλά αύξησε και την εξάρτηση από ακριβές εισαγωγές καυσίμων.
Οι εκτιμήσεις ανεβάζουν το ημερήσιο κόστος των διαταραχών αυτών σε περίπου 27 εκατομμύρια δολάρια• ποσό που, εάν η κατάσταση παραταθεί, ενδέχεται να οδηγήσει την οικονομία σε βαθύτερη κρίση.
Η κατάσταση στη χημική βιομηχανία εμφανίζεται ακόμη πιο κρίσιμη.
Η συγκέντρωση ζημιών στην περιοχή της Haifa, που αποτελεί βασικό κόμβο παραγωγής χημικών προϊόντων, προκάλεσε καταστροφές σε αποθήκες και φθορές σε ευαίσθητα υλικά.
Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή μειώθηκε κατά 60%, ενώ καταγράφηκε εκτεταμένη διαταραχή στις εξαγωγές.
Η πτώση αυτή έπληξε άμεσα τα έσοδα σε συνάλλαγμα και υπονόμευσε σοβαρά την ανταγωνιστικότητα στις διεθνείς αγορές.
Παράλληλα, οι εκτιμήσεις για το κόστος ανοικοδόμησης δείχνουν ότι απαιτούνται μεταξύ 2,5 και 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την αποκατάσταση των κατεστραμμένων υποδομών.
Το μηνιαίο κόστος των συνεχιζόμενων συγκρούσεων υπολογίζεται περίπου στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Τα ποσά αυτά, σε συνδυασμό με την αύξηση των επειγουσών εισαγωγών, ασκούν πρωτοφανή πίεση στους οικονομικούς πόρους και αναδεικνύουν την ευθραυστότητα της οικονομικής δομής του εβραϊκού καθεστώτος.
Την ίδια στιγμή, η επιμονή του Benjamin Netanyahu και του στενού του κύκλου στη συνέχιση των πολεμικών πολιτικών όχι μόνο δεν έχει δώσει λύση στην κρίση, αλλά την έχει περιπλέξει περαιτέρω.
Η συνέχιση αυτής της πορείας ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του πληθωρισμού, μείωση της αγοραστικής δύναμης και φυγή κεφαλαίων — παράγοντες που από μόνοι τους μπορούν να αποδυναμώσουν μια οικονομία, πόσο μάλλον μια οικονομία που ήδη δοκιμάζεται από κρίσεις ασφάλειας και πολιτικής σταθερότητας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών