Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

DBRS: Επιβεβαιώνεται σε BBB (low) η αξιολόγηση της Ελλάδας, σταθερό το trend - «Αγκάθια» δημόσιο χρέος και NPLs

DBRS: Επιβεβαιώνεται σε BBB (low) η αξιολόγηση της Ελλάδας, σταθερό το trend - «Αγκάθια» δημόσιο χρέος και NPLs
Χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον η επικαιροποίηση της αξιολόγησης για την Ελλάδα
Σε BBB (low) επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας η DBRS Ratings, διατηρώντας παράλληλα σε σταθερές τις προοπτικές επαναξιολόγησης (trend).
Όπως αναφέρει ο καναδικός οίκος αξιολόγησης, το σταθερό trend αντανακλά την άποψη της Morningstar DBRS ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας είναι ισορροπημένοι. Οι υγιείς οικονομικές επιδόσεις μαζί με την αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων θα βοηθήσουν τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ να παραμείνει σε απότομη πτωτική τροχιά στο μέλλον. Μετά την ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,6% το 2022, η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας μετριάζεται σε περίπου 2% και αναμένεται να παραμείνει πάνω από αυτό το επίπεδο την περίοδο 2024-2025. Η αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, που προβλέπονται πάνω από 2% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο, από 1,1% το 2023, θα βοηθήσει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να μειωθεί κάτω από το 150% του ΑΕΠ το 2025, μετά το εκτιμώμενο 160% του ΑΕΠ πέρυσι.
Επιπλέον, η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει αποκτήσει ισχυρή δυναμική, η οποία μαζί με υψηλότερες επενδύσεις, που υποστηρίζονται από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), αναμένεται να αυξήσουν το δυναμικό του ΑΕΠ. Ωστόσο, οι αυξανόμενοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που επηρεάζουν το εμπόριο και οι πιο σοβαρές από τις αναμενόμενες επιπτώσεις στην οικονομία που απορρέουν από τις τρέχουσες στενές συνθήκες χρηματοδότησης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βραδύτερη ανάπτυξη και ασθενέστερα δημόσια οικονομικά, υπογραμμίζει η DBRS.

Η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας υποστηρίζεται από τη συμμετοχή της στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη και από την εφαρμογή προηγούμενων οικονομικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η χώρα συνεχίζει να σημειώνει πρόοδο στην εκτέλεση του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP ή «Ελλάδα 2.0»), το οποίο αποτελείται από μεταρρυθμίσεις που θα τονώσουν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις χωρίς αποκλεισμούς, μειώνοντας έτσι το επενδυτικό χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των ομολόγων της στη ζώνη του ευρώ. Η Morningstar DBRS θεωρεί ότι οι πόροι της ΕΕ θα συνεχίσουν να παρέχουν κίνητρα για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, ενώ υποστηρίζει την ανάπτυξη των επενδύσεων με κεφάλαια που διοχετεύονται επίσης μέσω του ενισχυμένου τραπεζικού συστήματος. Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας περιορίζονται από τις αδυναμίες που κληρονόμησε η χώρα από την παρατεταμένη κρίση, δηλαδή τον πολύ υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους, το ακόμη σημαντικό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) και το υψηλό, αν και πλησιάζει πλέον στο μονοψήφιο, ποσοστό ανεργίας.

Αναβάθμιση ή υποβάθμιση εάν...

Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν υπάρξει:
(1) συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης (2) διαρκής δέσμευση για δημοσιονομική ευθύνη, που οδηγεί σε διαρκή μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους.
Οι πιθανοί παράγοντες υποβάθμισης είναι:
(1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας που θέτει τον δείκτη του δημόσιου χρέους σε μια διαρκή ανοδική τάση (2) ανατροπή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (3) ανανεωμένη αστάθεια του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η ελληνική οικονομία έδειξε ανθεκτικότητα το 2023, οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την ανάπτυξη

Οι οικονομικές επιδόσεις μετά την πανδημία ήταν αξιοσημείωτες στην Ελλάδα, σχολιάζει ο οίκος αξιολόγησης. Η οικονομική δραστηριότητα της χώρας συνέχισε να υπερέχει του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ από το 2021. Παρά την αναμενόμενη επιβράδυνση, αυτή η τάση θα συνεχιστεί στο μέλλον. Μετά από μια ισχυρή αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,6% το 2022, η αύξηση του ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμάται ότι μετριάστηκε στο 2% το 2023, ξεπερνώντας κατά πολύ το εκτιμώμενο 0,6% της ζώνης του ευρώ. Παρά τον υψηλό πληθωρισμό, τις αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης και την ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση, η ελληνική οικονομία επέδειξε ανθεκτικότητα, υποστηριζόμενη από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. Ενώ οι σοβαρές πλημμύρες του περασμένου έτους είχαν σημαντικό αντίκτυπο σε γεωργικές εκτάσεις, ζωικό κεφάλαιο και υποδομές στην περιοχή της Θεσσαλίας, ο συνολικός αντίκτυπος στην ελληνική οικονομία περιορίστηκε λόγω της μικρής συνεισφοράς της περιοχής στο εθνικό ΑΕΠ και των δημόσιων πόρων που διατέθηκαν για την ανασυγκρότηση. To 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ανάπτυξη 2,3%, με περαιτέρω πρόοδο με την εφαρμογή του «Ελλάδα 2.0» και την αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης που ενισχύουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση, αντίστοιχα.
«Αυτό βοηθά στην άνοδο των επενδύσεων σε εκτιμώμενο επίπεδο 14,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2023 από 10,7% το 2019. (...) Το συνολικό ποσό από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι σχεδόν 36 δισεκ. ευρώ (16% του ΑΕΠ) για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Η διάθεση κονδυλίων της ΕΕ σε συνδυασμό με την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, πιθανότατα θα βελτιώσει τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας και θα δικαιολογήσει μια θετική προσαρμογή στην αξιολόγηση».

Η δέσμευση για δημοσιονομική ευθύνη παραμένει

Οι δημοσιονομικοί λογαριασμοί της Ελλάδας, μετά την επιδείνωση λόγω των μέτρων που εφαρμόστηκαν για τον μετριασμό των επιπτώσεων της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, βελτιώνονται ραγδαία. Αφού κορυφώθηκε στο 9,7% του ΑΕΠ το 2020, το έλλειμμα εκτιμάται ότι έχει μειωθεί στο 2,1% το 2023. Αυτό αντανακλά όχι μόνο τον αντίκτυπο του πληθωρισμού αλλά και τα κυβερνητικά μέτρα για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, τα οποία οδηγούν τη δημοσιονομική υπεραπόδοση. Το πρωτογενές ισοζύγιο επέστρεψε σε πλεόνασμα το 2022 (0,1% του ΑΕΠ) και προβλεπόταν ότι θα είχε αυξηθεί στο 1,1% του ΑΕΠ το 2023. Αυτή η βελτίωση έρχεται παρά το δημοσιονομικό κόστος που σχετίζεται με τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Το 2023, η ελληνική κυβέρνηση υιοθέτησε διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών καθώς και μέτρα για τη βελτίωση της ετοιμότητάς της σε τέτοια γεγονότα. Η κυβέρνηση υπέβαλε συμπληρωματικό προϋπολογισμό 600 εκατ. ευρώ (0,3% του ΑΕΠ) με πακέτο βοήθειας που περιλάμβανε έκτακτη βοήθεια για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που επλήγησαν από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες και οικονομική βοήθεια για επισκευές, συντήρηση και βελτιώσεις υποδομών.

Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2024, η κυβέρνηση προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2,1% του ΑΕΠ το 2024, με βελτίωση 1% από το 2023, που οφείλεται κυρίως στη σταδιακή κατάργηση των μέτρων ενεργειακής στήριξης και στις εφάπαξ αυξήσεις των δαπανών που σχετίζονται με τη φυσική καταστροφές το 2023. Οι κίνδυνοι για τις δημοσιονομικές προοπτικές παραμένουν και σχετίζονται με βραδύτερη ανάπτυξη που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασθενέστερα δημοσιονομικά έσοδα, ανανεωμένη πίεση στις τιμές ενέργειας και των τροφίμων που θα απαιτούσε πρόσθετα μέτρα στήριξης. Από την άλλη πλευρά, μια επίμονη βελτίωση των δημοσιονομικών εσόδων χάρη στα κυβερνητικά μέτρα για την αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης, μπορεί να αποφέρει καλύτερα από τα αναμενόμενα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), το μερίδιο της «μαύρης» οικονομίας έχει μειωθεί σημαντικά από περίπου 30% το 2013 σε 16% το 2021.

Ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ παραμένει ο υψηλότερος στην Ευρωζώνη

Ο δείκτης του ελληνικού δημόσιου χρέους αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω, επωφελούμενος από την αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, τα μέτρια επιτόκια και την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ κορυφώθηκε στο 206,3% του ΑΕΠ το 2020 πριν υποχωρήσει σε περίπου 160,3% το 2023. Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2024, η κυβέρνηση προέβλεψε ότι ο λόγος του δημόσιου χρέους θα συνέχιζε την πτωτική του τάση, πέφτοντας στο 153% του ΑΕΠ το 2024 και αυτό θα σήμαινε πτώση 54 ποσοστιαίων μονάδων σε τέσσερα χρόνια.
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων συνεχίζουν να επωφελούνται από την ευνοϊκή ζήτηση, με το 10ετές spread με τα γερμανικά ομόλογα σε περίπου 100 μονάδες βάσης.
Κατά την άποψη της Morningstar DBRS, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μετριάζονται από διάφορους παράγοντες. Πρώτον, η δομή του χρέους της Ελλάδας είναι πολύ ευνοϊκή με το 100% του χρέους σε σταθερά επιτόκια μετά τις ανταλλαγές. Επιπλέον, η μέση σταθμισμένη διάρκεια είναι πολύ υψηλή, ελαφρώς κάτω από τα 20 έτη από το τέλος του 2023, και περισσότερο από το 70% του χρέους κατέχεται από τον επίσημους φορείς, γεγονός που καθιστά το χρέος λιγότερο επιρρεπές στην αστάθεια της αγοράς. Δεύτερον, ο ΟΔΔΗΧ κατάφερε και υπερ-αντιστάθμισε το χαρτοφυλάκιό του χρέους, μετριάζοντας τον αντίκτυπο της αύξησης του κόστους τόκων. Το 2024, το μέσο πραγματικό επιτόκιο του χρέους αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,3%.

Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας επωφελείται επίσης από μια στρατηγική διαχείρισης του χρέους με πρόωρες αποπληρωμές που μείωσαν το βραχυπρόθεσμο χρέος και εξομάλυνσαν το προφίλ εξόφλησης.

Τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα περίπου 33,6 δισεκ. ευρώ (15% του ΑΕΠ) στο τέλος του 2023 συνεχίζουν να χρησιμεύουν ως απόθεμα ρευστότητας και να ενισχύουν την εμπιστοσύνη στην αγορά μειώνοντας τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης.
Ωστόσο, παρά το ευνοϊκό προφίλ χρέους, η Morningstar DBRS σημειώνει ότι η βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας βασίζεται κυρίως στην ικανότητά της να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα και σε σταθερούς ρυθμούς αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.

Σημαντική πρόοδος στη μείωση των NPLs

Έχει γίνει σημαντική προσπάθεια για την ενίσχυση του τραπεζικού τομέα της Ελλάδας, ο οποίος, χάρη στη βελτίωση της πιστωτικής ποιότητας, είναι πλέον πιο ανθεκτικός από ό,τι στο παρελθόν. Οι τράπεζες είναι καλύτερα κεφαλαιοποιημένες, με ρευστότητα και έχουν αυξήσει την κερδοφορία τους. Επιπλέον, η βελτίωση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας μετά από μια βαθιά διαδικασία αναδιάρθρωσης και η μείωση του πιστωτικού κόστους σε συνάρτηση με τη βελτίωση του προφίλ κινδύνου, ενίσχυσαν περαιτέρω το τραπεζικό σύστημα. Ο συνολικός δείκτης ακαθάριστων μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν 7,9% το τρίτο τρίμηνο του 2023, μειωμένος κατά περισσότερο από 40 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωσή του τον Ιούνιο του 2017. Αυτή η μείωση οφείλεται κυρίως στις πωλήσεις και τις τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του «Ηρακλής», σχολιάζει η DBRS.

Την τελευταία δεκαετία, η αύξηση των δανείων ήταν υποτονική. Ωστόσο, η Morningstar DBRS σημειώνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση και κατανομή των κεφαλαίων RRF από τις τράπεζες, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των NPLs που έχει σημειωθεί, τοποθετεί τις τράπεζες καλά στο να αυξήσουν την παροχή πιστώσεων σε ελληνικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας έτσι την οικονομική ανάπτυξη. Στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), η Ελλάδα θα λάβει δάνεια ύψους 17,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 16,7 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν μέσω ελληνικών τραπεζών. Μέχρι στιγμής μόνο 1,4 δισ. ευρώ έχουν εκταμιευθεί σε επιχειρήσεις, αλλά είναι πιθανό να υπάρξει επιτάχυνση.
Ωστόσο, βασική πρόκληση παραμένει η επίλυση των ιδιωτικών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που μεταφέρθηκαν από τους ισολογισμούς των τραπεζών στην πραγματική οικονομία και πλέον διαχειρίζονται οι servicers. Ταυτόχρονα, η οικονομική επιβράδυνση και το περιβάλλον των υψηλών επιτοκίων θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τα δανειακά χαρτοφυλάκια των τραπεζών και να οδηγήσουν σε νέες εισροές NPLs.

Η υγεία του τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί, επιτρέποντας στο Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) να πραγματοποιήσει σημαντικές αποεπενδύσεις των μετοχών του σε ελληνικές τράπεζες. Αυτό μειώνει τη σχέση μεταξύ των τραπεζών και του κράτους και μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ιδιωτικών επενδυτών. Με την πάροδο του χρόνου, το τραπεζικό σύστημα σημείωσε βελτίωση στην κεφαλαιοποίηση, παρόλο που η ποιότητα του κεφαλαίου παραμένει αρνητικά επηρεασμένη από το υψηλό μερίδιο των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων. Οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αντιστρέφοντας την πτωτική τάση της δεκαετίας αλλά επιδεινώνοντας τους πίνακες προσιτότητας. «Θεωρούμε ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι περιορισμένοι αυτή τη στιγμή και νέα μακροπροληπτικά μέτρα με στόχο τη διατήρηση υγιών προτύπων δανεισμού, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ορίου του δανείου σε αξία, αναμένεται να τεθούν σε εφαρμογή στο εγγύς μέλλον».

Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών επανέρχεται αργά μεσοπρόθεσμα, ΑΞΕ σε επίπεδα ρεκόρ

Το παρατεταμένο έλλειμμα της Ελλάδας στο ισοζύγιο αγαθών και η αυξημένη αρνητική Καθαρή Διεθνής Επενδυτική Θέση (NIIP) επιβαρύνουν την εξωτερική θέση της χώρας και τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Στο μέλλον, αυτές οι ευπάθειες είναι πιθανό να μειωθούν με το εμπορικό έλλειμμα να περιορίζεται σταδιακά, ενώ το εξωτερικό χρέος μειώνεται ως αποτέλεσμα των καθαρών αποπληρωμών.
Η Morningstar DBRS θεωρεί την εξωτερική θέση της Ελλάδας πιο ανθεκτική από ό,τι στο παρελθόν. Η χώρα έχει βελτιώσει την εξωτερική της ανταγωνιστικότητα, έχει γίνει μια πιο ανοιχτή οικονομία και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σε όρους ΑΕΠ έχουν αυξηθεί ελαφρώς κάτω από 50% το 2022 από 22% το 2010. Επιπλέον, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, μετά από προσωρινή διεύρυνση Το 2022 πάνω από το 10% του ΑΕΠ, μειώθηκε σε περίπου 6,4% το 2023. Το έλλειμμα επωφελήθηκε από την ομαλοποίηση των τιμών της ενέργειας και την ισχυρή ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό, τώρα 13% πάνω από το επίπεδο του 2019. Μεσοπρόθεσμα, παρά την οικονομική ανάπτυξη πάνω από το δυναμικό και τις υψηλές εισαγωγές επενδυτικών αγαθών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα συνεχίσει να μειώνεται, με το ΔΝΤ να προβλέπει ότι το έλλειμμα θα μειωθεί σε περίπου 5% του ΑΕΠ το 2025. Ωστόσο, Κατά την άποψη της DBRS, οι μελλοντικές βελτιώσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα εξαρτηθούν επίσης από τη διαρθρωτική αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας. 
Το αρνητικό NIIP της Ελλάδας στο 140% περίπου του ΑΕΠ από το τρίτο τρίμηνο του 2023, παρά την πτώση άνω των 40 ποσοστιαίων μονάδων από την κορύφωση το δεύτερο τρίμηνο του 2021, παραμένει πολύ υψηλό. Ωστόσο, είναι λιγότερο ανησυχητικό κατά την άποψη της DBRS, καθώς η Ελλάδα επωφελείται από μια ευνοϊκή δομή χρέους που αντανακλά μεγάλο μερίδιο των υποχρεώσεων στα χέρια του επίσημου τομέα, με μεγάλη διάρκεια, κυρίως σε ευρώ και με σταθερά επιτόκια. Μελλοντικές σημαντικές μειώσεις είναι απίθανο να σημειωθούν σύντομα λόγω του μακροπρόθεσμου ορίζοντα των ξένων δανείων του δημόσιου τομέα από τον δημόσιο τομέα.

Η απόλυτη πλειοψηφία της ΝΔ διασφαλίζει τη συνέχεια της πολιτικής

Πέρυσι, οι εθνικές εκλογές είχαν ως αποτέλεσμα το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αποκτήσει την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό εξασφάλισε τη συνέχεια της πολιτικής για την κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική της ατζέντα, σε μια εποχή που η Ελλάδα χρειάζεται σταθερότητα για να εκπληρώσει τους στόχους. Επιπλέον, η κυβέρνηση επανέλαβε τη δέσμευσή της για δημοσιονομική πειθαρχία θέτοντας στόχο για το δημόσιο χρέος προς το ΑΕΠ στο τέλος του 2024 στο 152,3%. Η επιτυχής εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος Ελλάδα 2.0, με αρκετές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε εξέλιξη, παραμένει βασική προτεραιότητα για τη νέα κυβέρνηση. Μεταξύ άλλων, η νέα κυβέρνηση σχεδιάζει να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του συστήματος δικαιοσύνης και να ενισχύσει το δημόσιο σύστημα υγείας, κάτι που μαζί με βελτιώσεις στην εκπαίδευση θα βοηθήσει την Ελλάδα να επιτύχει μακροπρόθεσμα οφέλη. Η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας, δικαιολογεί μια θετική προσαρμογή στιε αξιολογήσεις.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης