Veto της ΕΚΤ για τον νέο νόμο Κατσέλη... αλλά θα άρει προσεχώς μέρος των ενστάσεων - Ισχυρές οι αρνητικές επιπτώσεις στις τράπεζες

Veto της ΕΚΤ για τον νέο νόμο Κατσέλη... αλλά θα άρει προσεχώς μέρος των ενστάσεων - Ισχυρές οι αρνητικές επιπτώσεις στις τράπεζες
Φόβους για αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος από τον διάδοχο νόμο Κατσέλη εκφράζει η ΕΚΤ
Σημαντικές αντιρρήσεις για το πρώτο προσχέδιο του νόμου Κατσέλη - και όχι για την τροποποιημένη εκδοχή του, η οποία συμφωνήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου - εκφράζει σε έκθεση - γνώμη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
H EKT εστιάζεται στις επιπτώσεις στα κεφάλαια και στις προβλέψεις των τραπεζών αλλά και στην ανάγκη εκτίμησης επιπτώσεων του σχεδίου νόμου στην κεφαλαιακή επάρκεια και  τη χρηματοοικονομική θέση των πιστωτικών ιδρυμάτων βραχυπρόθεσμακαι μεσοπρόθεσμα, καθώς και των συνεπειών του για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της οικονομίας
Με βάση έγκυρες πληροφορίες η ΕΚΤ θα εκδώσει και δεύτερη γνώμη για τον διάδοχο νόμο Κατσέλη όπου θα περιλαμβάνει τις αλλαγές που προτάθηκαν στις 27 Φεβρουαρίου 2019.

Στη μακροσκελή έκθεση (15 σελίδες) της ΕΚΤ, αφού πρώτα γίνεται ανάπτυξη των προτάσεων της ελληνικής πλευράς, ακολούθως εξετάζονται οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η εφαρμογή του νόμου τόσο στην οικονομία όσο και στο τραπεζικό σύστημα.
Η πρώτη επιφύλαξη της ΕΚΤ έγκειται στην πρόταση για διαγραφή οφειλών, καθώς, όπως τονίζει «Κάθε πλαίσιο ρύθμισης ιδιωτικών οφειλών θα πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο που να διασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να προάγει την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς και τη ρευστότητά της και να υποστηρίζει την επαρκή ροή πιστώσεων στην οικονομία.
Αν και η μερική διαγραφή οφειλών ενίοτε μπορεί να αποτελέσει λύση όταν η φερεγγυότητα του δανειολήπτη μπορεί να αποκατασταθεί και η ζημία των πιστωτών μπορεί να ελαχιστοποιηθεί, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι κάθε τέτοιο πλαίσιο ρύθμισης:
α) δεν οδηγεί σε γενική άφεση χρέους χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ικανότητα αποπληρωμής των οφειλετών και την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τραπεζών·
β) προάγει τη νοοτροπία των έγκαιρων πληρωμών και αποσοβεί τον ηθικό κίνδυνο, δηλαδή τη δημιουργία κινήτρων κατά της έγκαιρης εξυπηρέτησης των χρεών·
γ) προσανατολίζεται στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου κατάχρησης, διασφαλίζοντας την καλόπιστη συμπεριφορά των οφειλετών· και δ) διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την αξιοπιστία των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Θα πρέπει πάνω απ’ όλα να επιβεβαιώνεται ότι όλα τα σχετικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων νομοθετικού ή κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς επίσης και οι απαραίτητες για την εφαρμογή τους υποστηρικτικές διοικητικές υποδομές και υποδομές πληροφορικής, είναι εφαρμόσιμα και αποτελεσματικά σε μακροπρόθεσμη βάση, ενισχύουν την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα των εξωδικαστικών και δικαστικών ρυθμίσεων, ενώ παράλληλα περιορίζουν τον ηθικό κίνδυνο και διατηρούν την πιστωτική πειθαρχία».

Οι επιπτώσεις στις τράπεζες και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα

Επιπρόσθετα η ΕΚΤ τονίζει ότι το σχέδιο αυτό θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στα πιστωτικά ιδρύματα, κυρίως σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή τους επάρκεια, τις ανάγκες σχηματισμού προβλέψεων και την ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού τους, καθώς αυτά ενδέχεται να υποχρεωθούν σε προσαρμογές των όρων αποτίμησης των δανειακών τους χαρτοφυλακίων.
Παράλληλα εκτιμά ότι «Το σχέδιο νόμου ενδέχεται ακόμη να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στις πωλήσεις δανείων και στις τιτλοποιήσεις, καθώς επιτρέπει σε οφειλές που τιτλοποιούνται βάσει του νόμου 3156/2003 για ομολογιακά δάνεια, τιτλοποίηση απαιτήσεων και απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις, καθώς και σε οφειλές που μεταβιβάζονται βάσει του νόμου για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων14, να ρυθμίζονται και βάσει των διατάξεών του, παρέχει δε νομική προστασία σε ένα ευρύ φάσμα οφειλών που περιλαμβάνουν και τις επιχειρηματικές.
Οι συγκεκριμένες διατάξεις ενέχουν τον πιθανό κίνδυνο να λειτουργήσουν αποτρεπτικά ως προς μελλοντικές πωλήσεις και τιτλοποιήσεις Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) και να επηρεάσουν όσες έχουν ήδη ολοκληρωθεί.
Εν προκειμένω το σχέδιο νόμου ενδέχεται να δυσχεράνει την πρόσβαση των πιστωτικών ιδρυμάτων στις αγορές τιτλοποιήσεων για σκοπούς μεταβίβασης χαρτοφυλακίων ΜΕΔ και άντλησης ρευστότητας και, συνεπώς, τη χορήγηση πιστώσεων στην οικονομία».
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το σχέδιο νόμου ενδέχεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στα πιστωτικά ιδρύματα και επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω της ευρύτητας του πεδίου εφαρμογής του όσον αφορά τα είδη των επιλέξιμων οφειλών (συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών) και της σημασίας των χαρτοφυλακίων δανείων που εξασφαλίζονται με υποθήκη επί κύριων κατοικιών για το σύνολο των τραπεζικών στοιχείων ενεργητικού.
Ανησυχίες που αφορούν τις πιθανές επιπτώσεις του σχεδίου νόμου στα πιστωτικά ιδρύματα και επιβάλλεται να εξεταστούν εκ των προτέρων εγείρουν η υποχρεωτική εφαρμογή περικοπής σε κάθε οφειλή καθ’ υπέρβαση του οικείου οριζόμενου ποσού, η υποχρεωτική 25ετής διάρκεια της ρύθμισης, η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης (πιθανόν για μακρά χρονικά διαστήματα) και η αλληλεπίδραση του σχεδίου νόμου με ισχύουσα νομοθεσία, ιδίως με τον νόμο για την προστασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Προς άρση ορισμένων από τις ανησυχίες αυτές προτείνεται η εξειδίκευση του πεδίου εφαρμογής του σχεδίου νόμου όσον αφορά την επιλεξιμότητα των οφειλών και των οφειλετών και ο καθορισμός των σχετικών παραμέτρων μόνο κατόπιν διεξοδικής εκτίμησης της πιθανής επίπτωσής τους στους πιστωτές.
Ενόψει των παραπάνω η ΕΚΤ συστήνει στην αιτούσα αρχή να διαβουλευτεί ουσιαστικά και έγκαιρα με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως της εθνικής αρχής μακροπροληπτικής εποπτείας, διότι οι διαβουλεύσεις μπορούν να αποσαφηνίσουν πτυχές του σχεδίου νόμου που δεν είναι άμεσα εμφανείς.

Επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία

Η Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα αναφέρεται και στο θέμα των ηθικών κινδύνων (moral hazard), υποστηρίζοντας ότι το σχέδιο μπορεί να επιδεινώση τη νοοτροπία πληρωμών και να «ενθαρρύνει» τους εκ «πεποιθήσεως» κακοπληρωτές.
Προκειμένου αυτό να αποφευχθεί «Τα πιστωτικά ιδρύματα θα μπορούσαν με τη σειρά τους να αυστηροποιήσουν αδικαιολόγητα τους όρους δανειοδότησης, ιδίως προκειμένου να αντισταθμίσουν τυχόν πιστωτικές ζημίες από την εφαρμογή του σχεδίου νόμου, ανεβάζοντας έτσι το κόστος χρηματοδότησης γενικότερα για την οικονομία, και ειδικότερα για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που, αν και αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες, συνεχίζουν να εξυπηρετούν τις οφειλές τους.
Οι επιπτώσεις του σχεδίου νόμου στην πραγματική οικονομία είναι αβέβαιες.
Επιπλέον, η πιθανή παρέμβαση στην ικανότητα των δανειστών να θέσουν σε ισχύ τους συμφωνημένους όρους εξασφαλισμένης πίστωσης στην Ελλάδα μπορεί να καταστήσει την αγορά εξασφαλισμένων δανείων λιγότερο ελκυστική, αποθαρρύνοντας νέους φορείς που πρόκειται να εισέλθουν σε αυτή.
Αυτό θα μπορούσε να παρεμποδίσει τον ανταγωνισμό στο πεδίο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα λόγω της δημιουργούμενης εντύπωσης ότι εντείνεται η ανασφάλεια δικαίου.
Ακόμη, μπορεί να παρακωλύσει τη ροή πιστώσεων στην οικονομία».
Τονίζει ακόμη και το πρόβλημα που υπάρχει αναφορικά με την ταχύτητα έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, κάτι το οποίο δεν βελτιώνεται με τις προτάσεις του συγκεκριμένου νόμου, ενώ έχει και αντιρρήσεις αναφορικά με τον τρόπο αποτίμησης της αξίας του ακινήτου.
Για το συγκεκριμένο θέμα εκτιμά:
«Το σχέδιο νόμου εισάγει δύο διαφορετικές μεθόδους αποτίμησης της εμπράγματης ασφάλειας και της ακίνητης περιουσίας, δεν ορίζει τη μέθοδο αποτίμησης σχετικών περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς διακρίβωσης της μη επιλεξιμότητας και δεν προβλέπει τον τρόπο προσδιορισμού της «εμπορικής» αξίας της ακίνητης περιουσίας στις διατάξεις του όπου χρησιμοποιείται ο συγκεκριμένος όρος.
Το στοιχείο αυτό του σχεδίου νόμου είναι δυνατό να οδηγήσει σε αύξηση των δικαστικών διενέξεων μεταξύ πιστωτών και αιτούντων όσον αφορά την αξία της ακίνητης περιουσίας, πράγμα που με τη σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
Επιπλέον, το γεγονός ότι το σχέδιο νόμου δεν ορίζει τα μέσα προσδιορισμού της εμπορικής αξίας της ακίνητης περιουσίας μπορεί στη δικαστηριακή πρακτική να οδηγήσει στην εξέταση μαρτύρων που δεν είναι πραγματογνώμονες, ενθαρρύνοντας έτσι τους στρατηγικούς κακοπληρωτές να ζητούν την υπαγωγή τους σε ρύθμιση.
Η ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την αποτίμηση της εμπράγματης ασφάλειας και των περιουσιακών στοιχείων είναι καίριας σημασίας τόσο για το πλαίσιο συνολικά όσο και για την προστασία των δικαιωμάτων των εξασφαλισμένων πιστωτών, καθόσον το σχέδιο νόμου καθορίζει την επιλεξιμότητα συμμετοχής στο ρυθμιστικό του πλαίσιο με βάση την αξία της πρώτης κατοικίας του αιτούντα, με την οποία εξασφαλίζεται η οφειλή, και την αξία ορισμένων άλλων περιουσιακών στοιχείων του».
Επίσης υπογραμμίζει ότι προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του σκοπούμενου πλαισίου θα πρέπει αυτή να υπόκειται σε τακτική επανεξέταση και αξιολόγηση από ανεξάρτητο όργανο με γνώμονα τον σκοπό του πλαισίου, τις επιπτώσεις του στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα και στη νοοτροπία των πληρωμών συνολικά σε βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη βάση, καθώς και την αλληλεπίδρασή του με άλλα νομοθετήματα. Ως εύλογο χρονικό διάστημα για την επανεξέταση της συνολικής λειτουργίας του νέου πλαισίου θεωρείται το ένα έτος από την εισαγωγή του.

www.bankingnews.gr

bankingnews.gr

BREAKING NEWS