Σήμερα, οι Τρεις Μεγάλοι ελέγχουν περίπου το 20–25% των δικαιωμάτων ψήφου στις εταιρείες του S&P 500
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες συντελέστηκαν θεμελιώδεις αλλαγές στο επενδυτικό τοπίο των ΗΠΑ, ανατρέποντας την παραδοσιακή αφήγηση της χώρας ως «γη ίσων ευκαιριών».
Μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, ιδιώτες και θεσμικοί επενδυτές τοποθετούσαν κυρίως τα κεφάλαιά τους σε ενεργά διαχειριζόμενα αμοιβαία κεφάλαια, όπου οι διαχειριστές επιλέγουν μετοχές με στόχο να υπεραποδώσουν της αγοράς.
Ωστόσο, μετά το 2008, η τάση άλλαξε δραματικά: Oι επενδυτές στράφηκαν μαζικά στα αμοιβαία κεφάλαια δεικτών, τα οποία αναπαράγουν δείκτες όπως ο S&P 500.
Η στρατηγική επένδυσης σε δείκτη διαμορφώθηκε από τον ιδρυτή της Vanguard, John Bogle.

Η φιλοσοφία της βασίζεται στην υπόθεση ότι η αγορά είναι αποτελεσματική και ότι η ευρεία, παθητική τοποθέτηση —«στοίχημα σε κάθε άλογο της κούρσας», όπως έλεγε ο ίδιος— είναι πιο αποδοτική από τη συνεχή επιλογή μετοχών.
Η μετατόπιση κεφαλαίων ήταν κολοσσιαία.
Την δεκαετία μετά το 2008, τα ενεργά κεφάλαια κατέγραψαν εκροές περίπου 1,2 τρισ. δολαρίων, ενώ τα κεφάλαια δεικτών προσέλκυσαν άνω των 1,4 τρισ. δολαρίων. Το χαμηλότερο κόστος —συχνά δέκα φορές μικρότερο— αποτέλεσε τον βασικό μοχλό αυτής της επενδυτικής «επανάστασης».
Πολλοί μίλησαν για «εκδημοκρατισμό των επενδύσεων».
Όμως η άλλη όψη της μεταβολής είναι η άνευ προηγουμένου συγκέντρωση ισχύος.
Ο κλάδος των ενεργών κεφαλαίων ήταν κατακερματισμένος.
Αντίθετα, ο τομέας των κεφαλαίων δεικτών κυριαρχείται από τρεις κολοσσούς: BlackRock, Vanguard και State Street — τους λεγόμενους «Τρεις Μεγάλους».
Αναλυτές του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ χαρακτηρίζουν τις τρεις εταιρείες «μόνιμους καθολικούς ιδιοκτήτες», καθώς διατηρούν σταθερές συμμετοχές σε χιλιάδες εισηγμένες εταιρείες παγκοσμίως.
Το επιχειρηματικό μοντέλο τους βασίζεται στην κλίμακα, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την είσοδο ανταγωνιστών.

Η ρυθμιστική πολιτική των ΗΠΑ ενισχύει περαιτέρω αυτή τη συγκέντρωση.
Οι αλλαγές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) τα τελευταία χρόνια αύξησαν το κόστος συμμόρφωσης για μικρούς και μεσαίους διαχειριστές, ενώ διεύρυναν τον ορισμό των «μικρών οντοτήτων» έως και τα 10 δισ. δολάρια σε καθαρό ενεργητικό.
Στην πράξη, όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, το μεσαίο τμήμα της αγοράς συμπιέζεται: εταιρείες με 200–500 εκατ. δολάρια υπό διαχείριση δεν διαθέτουν την κλίμακα για να αντέξουν το ρυθμιστικό βάρος, οδηγούμενες συχνά σε εξαγορά ή απορρόφηση.
Η τάση είναι διακομματική.
Νομοθετικές πρωτοβουλίες που τυπικά στοχεύουν στη διεύρυνση της πρόσβασης στις αγορές, στην πράξη ευνοούν σύνθετες, κεφαλαιακά απαιτητικές δομές που μπορούν να υποστηρίξουν μόνο οι μεγάλοι όμιλοι.

Σήμερα, οι Τρεις Μεγάλοι ελέγχουν περίπου το 20–25% των δικαιωμάτων ψήφου στις εταιρείες του S&P 500. Σε πολλούς κλάδους της αμερικανικής οικονομίας αποτελούν τον μεγαλύτερο μέτοχο, ασκώντας καθοριστική επιρροή στις εταιρικές αποφάσεις.
Οι ίδιοι οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η συγκέντρωση ιδιοκτησίας σε τόσο περιορισμένο αριθμό θεσμικών παικτών δημιουργεί ένα νέο, de facto διοικητικό κέντρο ισχύος για την εταιρική Αμερική.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η επενδυτική «δημοκρατία» οδήγησε τελικά σε οικονομικό πλουραλισμό — ή σε μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση ελέγχου στα χέρια τριών χρηματοοικονομικών γιγάντων.
www.bankingnews.gr
Μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, ιδιώτες και θεσμικοί επενδυτές τοποθετούσαν κυρίως τα κεφάλαιά τους σε ενεργά διαχειριζόμενα αμοιβαία κεφάλαια, όπου οι διαχειριστές επιλέγουν μετοχές με στόχο να υπεραποδώσουν της αγοράς.
Ωστόσο, μετά το 2008, η τάση άλλαξε δραματικά: Oι επενδυτές στράφηκαν μαζικά στα αμοιβαία κεφάλαια δεικτών, τα οποία αναπαράγουν δείκτες όπως ο S&P 500.
Η στρατηγική επένδυσης σε δείκτη διαμορφώθηκε από τον ιδρυτή της Vanguard, John Bogle.

Η φιλοσοφία της βασίζεται στην υπόθεση ότι η αγορά είναι αποτελεσματική και ότι η ευρεία, παθητική τοποθέτηση —«στοίχημα σε κάθε άλογο της κούρσας», όπως έλεγε ο ίδιος— είναι πιο αποδοτική από τη συνεχή επιλογή μετοχών.
Η μετατόπιση κεφαλαίων ήταν κολοσσιαία.
Την δεκαετία μετά το 2008, τα ενεργά κεφάλαια κατέγραψαν εκροές περίπου 1,2 τρισ. δολαρίων, ενώ τα κεφάλαια δεικτών προσέλκυσαν άνω των 1,4 τρισ. δολαρίων. Το χαμηλότερο κόστος —συχνά δέκα φορές μικρότερο— αποτέλεσε τον βασικό μοχλό αυτής της επενδυτικής «επανάστασης».
Πολλοί μίλησαν για «εκδημοκρατισμό των επενδύσεων».
Όμως η άλλη όψη της μεταβολής είναι η άνευ προηγουμένου συγκέντρωση ισχύος.
Ο κλάδος των ενεργών κεφαλαίων ήταν κατακερματισμένος.
Αντίθετα, ο τομέας των κεφαλαίων δεικτών κυριαρχείται από τρεις κολοσσούς: BlackRock, Vanguard και State Street — τους λεγόμενους «Τρεις Μεγάλους».
Αναλυτές του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ χαρακτηρίζουν τις τρεις εταιρείες «μόνιμους καθολικούς ιδιοκτήτες», καθώς διατηρούν σταθερές συμμετοχές σε χιλιάδες εισηγμένες εταιρείες παγκοσμίως.
Το επιχειρηματικό μοντέλο τους βασίζεται στην κλίμακα, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την είσοδο ανταγωνιστών.

Η ρυθμιστική πολιτική των ΗΠΑ ενισχύει περαιτέρω αυτή τη συγκέντρωση.
Οι αλλαγές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) τα τελευταία χρόνια αύξησαν το κόστος συμμόρφωσης για μικρούς και μεσαίους διαχειριστές, ενώ διεύρυναν τον ορισμό των «μικρών οντοτήτων» έως και τα 10 δισ. δολάρια σε καθαρό ενεργητικό.
Στην πράξη, όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, το μεσαίο τμήμα της αγοράς συμπιέζεται: εταιρείες με 200–500 εκατ. δολάρια υπό διαχείριση δεν διαθέτουν την κλίμακα για να αντέξουν το ρυθμιστικό βάρος, οδηγούμενες συχνά σε εξαγορά ή απορρόφηση.
Η τάση είναι διακομματική.
Νομοθετικές πρωτοβουλίες που τυπικά στοχεύουν στη διεύρυνση της πρόσβασης στις αγορές, στην πράξη ευνοούν σύνθετες, κεφαλαιακά απαιτητικές δομές που μπορούν να υποστηρίξουν μόνο οι μεγάλοι όμιλοι.

Σήμερα, οι Τρεις Μεγάλοι ελέγχουν περίπου το 20–25% των δικαιωμάτων ψήφου στις εταιρείες του S&P 500. Σε πολλούς κλάδους της αμερικανικής οικονομίας αποτελούν τον μεγαλύτερο μέτοχο, ασκώντας καθοριστική επιρροή στις εταιρικές αποφάσεις.
Οι ίδιοι οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η συγκέντρωση ιδιοκτησίας σε τόσο περιορισμένο αριθμό θεσμικών παικτών δημιουργεί ένα νέο, de facto διοικητικό κέντρο ισχύος για την εταιρική Αμερική.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η επενδυτική «δημοκρατία» οδήγησε τελικά σε οικονομικό πλουραλισμό — ή σε μια άνευ προηγουμένου συγκέντρωση ελέγχου στα χέρια τριών χρηματοοικονομικών γιγάντων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών