γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Ανάπτυξη 2%-4% στο ΑΕΠ χρειάζεται μακροπρόθεσμα η Ελλάδα για την βελτίωση των προσδοκιών σχετικά με την δημοσιονομική φερεγγυότητα της Ελλάδας, επισημαίνει στην τελευταία έκθεση η Διεύθυνση Τρέχουσας Οικονομικής Ανάλυσης της Eurobank, την οποία επιμελείται ο κ. Πλάτων Μονοκρούσος, επικεφαλής της Διεύθυνσης.
Στη μελέτη της Eurobank επιχειρείται ανάλυση της διατηρησιμότητας και φερεγγυότητας της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδος με την βοήθεια σειράς ποσοτικών δεικτών (fiscal sustainability indicators) που υπολογίζονται για διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες και ποσοτικούς στόχους για την εξέλιξη του λόγου χρέους-ΑΕΠ.
Ορισμένα από τα κύρια αποτελέσματα της μελέτης για την δημοσιονομική θέση της Ελλάδας συνοψίζονται ακολούθως:
Προαπαιτούμενο για την εξασφάλιση συνθηκών δημοσιονομικής διατηρησιμότητας στην Ελλάδα αποτελεί η επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για σειρά ετών, αν όχι δεκαετιών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα μακροοικονομικά σενάρια που εξετάζονται στην παρούσα μελέτη, η μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 80% έως το 2030 θα απαιτούσε την επίτευξη ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4.9% του ΑΕΠ την περίοδο 2011-2030. Η επίτευξη του στόχου μείωσης του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 60% έως το 2030 θα απαιτούσε ακόμα πιο απαιτητική δημοσιονομική προσαρμογή, με την δημιουργία ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 5.7% του ΑΕΠ κατά την αντίστοιχη περίοδο.
Η καθυστέρηση στην εφαρμογή των απαραίτητων πολιτικών λιτότητας για την σταθεροποίηση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας ενέχει, δυνητικά, υψηλό οικονομικό κόστος. Αυτό είναι εύκολα κατανοητό καθώς η συνεχιζόμενη συσσώρευση χρέους απαιτεί την δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων πρωτογενών πλεονασμάτων στο μέλλον -- μέσω υψηλότερης φορολογίας, δραστικότερων περικοπών στις κρατικές δαπάνες κλπ -- με στόχο την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την ομαλή χρηματοδότηση του κόστους εξυπηρέτησής του.
Στην παρούσα μελέτη υπολογίζουμε το κόστος 10ετούς καθυστέρησης ανάληψης μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής για την μείωση του λόγου χρέους ΑΕΠ στο 80% έως το 2030 σε 1.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν η προαναφερθείσα δημοσιονομική προσαρμογή ξεκινήσει το 2021 αντί του 2011, θα απαιτηθούν υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα (κατά 1.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως) με στόχο την μείωση του λόγου χρέους – ΑΕΠ στο 80% το 2030. Το αντίστοιχο κόστος 10ετούς καθυστέρησης της δημοσιονομικής προσαρμογής για την μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 60% έως το 2030 υπολογίζεται σε 2.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως. Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί εδώ ότι τα ανωτέρω αποτελέσματα συνάγονται σε ένα πλαίσιο μερικής ισορροπίας (partial equilibrium framework) καθώς ένα μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής με υπέρμετρη έμφαση στην δημοσιονομική αυστηρότητα χωρίς αναπτυξιακή προοπτική θα μπορούσε να οδηγήσει μια οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση με, συνολικά, αρνητικές επιπτώσεις για την δημοσιονομική της σταθερότητα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, σημειώνεται ότι η σύντομη επιστροφή σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης καθώς και η εκπόνηση ενός φιλόδοξου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας αποτελούν επίσης απαραίτητες προϋπόθεσης για την επίτευξη συνθηκών δημοσιονομικής διατηρησιμότητας μεσοπρόθεσμα. Η ανάλυσή μας αποδεικνύει ότι η επίτευξη υψηλότερου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το βασικό μακροοικονομικό μας σενάριο θα περιόριζε το απαιτούμενο ετήσιο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα για την μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 80% το 2030 σε 3.9% του ΑΕΠ (έναντι απαιτούμενου πλεονάσματος 4.9% του ΑΕΠ σύμφωνα με το βασικό μας σενάριο). Επιπλέον, απαραίτητη για την σταδιακή εδραίωση συνθηκών δημοσιονομικής σταθερότητας κρίνεται και η αποστολή ενός αξιόπιστου μηνύματος δημοσιονομικής πειθαρχίας προς τις αγορές, με στόχο την σταδιακή βελτίωση των συνθηκών δανεισμού και την αποκλιμάκωση των περιθωρίων απόδοσης των ελληνικών ομολόγων.
Ορισμένα από τα κύρια αποτελέσματα της μελέτης για την δημοσιονομική θέση της Ελλάδας συνοψίζονται ακολούθως:
Προαπαιτούμενο για την εξασφάλιση συνθηκών δημοσιονομικής διατηρησιμότητας στην Ελλάδα αποτελεί η επίτευξη μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για σειρά ετών, αν όχι δεκαετιών. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα μακροοικονομικά σενάρια που εξετάζονται στην παρούσα μελέτη, η μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 80% έως το 2030 θα απαιτούσε την επίτευξη ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 4.9% του ΑΕΠ την περίοδο 2011-2030. Η επίτευξη του στόχου μείωσης του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 60% έως το 2030 θα απαιτούσε ακόμα πιο απαιτητική δημοσιονομική προσαρμογή, με την δημιουργία ετήσιων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 5.7% του ΑΕΠ κατά την αντίστοιχη περίοδο.
Η καθυστέρηση στην εφαρμογή των απαραίτητων πολιτικών λιτότητας για την σταθεροποίηση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας ενέχει, δυνητικά, υψηλό οικονομικό κόστος. Αυτό είναι εύκολα κατανοητό καθώς η συνεχιζόμενη συσσώρευση χρέους απαιτεί την δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων πρωτογενών πλεονασμάτων στο μέλλον -- μέσω υψηλότερης φορολογίας, δραστικότερων περικοπών στις κρατικές δαπάνες κλπ -- με στόχο την εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων για την ομαλή χρηματοδότηση του κόστους εξυπηρέτησής του.
Στην παρούσα μελέτη υπολογίζουμε το κόστος 10ετούς καθυστέρησης ανάληψης μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής για την μείωση του λόγου χρέους ΑΕΠ στο 80% έως το 2030 σε 1.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν η προαναφερθείσα δημοσιονομική προσαρμογή ξεκινήσει το 2021 αντί του 2011, θα απαιτηθούν υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα (κατά 1.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως) με στόχο την μείωση του λόγου χρέους – ΑΕΠ στο 80% το 2030. Το αντίστοιχο κόστος 10ετούς καθυστέρησης της δημοσιονομικής προσαρμογής για την μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 60% έως το 2030 υπολογίζεται σε 2.5 μονάδες του ΑΕΠ ετησίως. Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί εδώ ότι τα ανωτέρω αποτελέσματα συνάγονται σε ένα πλαίσιο μερικής ισορροπίας (partial equilibrium framework) καθώς ένα μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής με υπέρμετρη έμφαση στην δημοσιονομική αυστηρότητα χωρίς αναπτυξιακή προοπτική θα μπορούσε να οδηγήσει μια οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση με, συνολικά, αρνητικές επιπτώσεις για την δημοσιονομική της σταθερότητα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, σημειώνεται ότι η σύντομη επιστροφή σε θετικούς και διατηρήσιμους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης καθώς και η εκπόνηση ενός φιλόδοξου προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας αποτελούν επίσης απαραίτητες προϋπόθεσης για την επίτευξη συνθηκών δημοσιονομικής διατηρησιμότητας μεσοπρόθεσμα. Η ανάλυσή μας αποδεικνύει ότι η επίτευξη υψηλότερου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης κατά 1 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το βασικό μακροοικονομικό μας σενάριο θα περιόριζε το απαιτούμενο ετήσιο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα για την μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 80% το 2030 σε 3.9% του ΑΕΠ (έναντι απαιτούμενου πλεονάσματος 4.9% του ΑΕΠ σύμφωνα με το βασικό μας σενάριο). Επιπλέον, απαραίτητη για την σταδιακή εδραίωση συνθηκών δημοσιονομικής σταθερότητας κρίνεται και η αποστολή ενός αξιόπιστου μηνύματος δημοσιονομικής πειθαρχίας προς τις αγορές, με στόχο την σταδιακή βελτίωση των συνθηκών δανεισμού και την αποκλιμάκωση των περιθωρίων απόδοσης των ελληνικών ομολόγων.
Σχόλια αναγνωστών