Το συμπέρασμα από τον πρώτο κύκλο επαφών στο εξωτερικό είναι ότι η κυβέρνηση εισέπραξε αρκετή συμπάθεια, αλλά ελάχιστη στήριξη στο σχέδιο της
Αν παρακολούθησε κανείς χθες τόσο την κοινή συνέντευξη τύπου Schaeuble – Βαρουφάκη όσο και την ομιλία Τσίπρα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα δυσκολεύτηκε να βγάλει κάποιο ασφαλές συμπέρασμα.
Γιατί την ώρα που ο Schaeuble έστελνε ξεκάθαρα το μήνυμα της παραμονής της τρόικας και της ανάγκης διατήρησης του μνημονιακού προγράμματος (και ενώ ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ έλεγε πως συμφωνεί με το 60% με 70% του υφιστάμενου προγράμματος), ο κ.Τσίπρας διεκήρυττε το τέλος της λιτότητας και της τρόικας.
Πάντως, το συμπέρασμα από τον πρώτο κύκλο των διαπραγματεύσεων Τσίπρα-Βαρουφάκη στο εξωτερικό, είναι ότι η κυβέρνηση εισέπραξε αρκετή συμπάθεια, αλλά ελάχιστη στήριξη στο σχέδιο της.
Τουλάχιστον στην παρούσα φάση.
Διαπίστωση που και σε συνδυασμό με την πίεση της ΕΚΤ και με τις διαβεβαιώσεις Τσίπρα περί τήρησης των κανόνων, ενισχύει τις φωνές εκείνες που κάνουν λόγο για κωλοτούμπα, κοκ.
Η κριτική εστιάζει κυρίως στο ζήτημα του χρέους και της υπαναχώρησης από τη θέση περί της διαγραφής του, αν και η όλη διαπραγμάτευση είναι σε εξέλιξη.
Το επιχείρημα έχει βάση, αν λάβει κανείς υπόψη του για παράδειγμα τις διαβεβαιώσεις Τσίπρα (σε προεκλογική τηλεοπτική του συνέντευξη) περί διεκδίκησης για διαγραφή άνω του 60% του χρέους.
Αλλά ποιος πραγματικά από αυτούς που ασκούν κριτική, θα ήθελε πραγματικά η κυβέρνηση να υλοποιήσει την πολιτική αυτή, να τραβήξει το σκοινί και να έρθει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους;
Ποιος Έλληνας πολίτης θα επιθυμούσε πραγματικά κάτι τέτοιο, όταν σχεδόν οκτώ στους δέκα τάσσονται υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη;
Για αυτό το λόγο η εν λόγω κυβίστηση ελάχιστες συνέπειες θα έχει στην πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης, μια και εν πολλοίς η κοινή γνώμη την είχε προεξοφλήσει.
Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει ένα εξαιρετικό momentum.
Ουσιαστική αντιπολίτευση δεν έχει, την ώρα που με τις πρώτες κινήσεις της έχει κερδίσει την κοινή γνώμη (ακόμα και το εμείς του κ.Τσίπρα κάνει μεγάλη διαφορά από το εγώ του κ.Σαμαρά).
Και αυτήν την επαφή δεν πρέπει να την χάσει.
Κομβικής σημασίας είναι η κυβέρνηση να μην υπαναχωρήσει από τις δεσμεύσεις της στο εσωτερικό της χώρας.
Από τις διαβεβαιώσεις της για βελτιωτικές κινήσεις στην αγορά εργασίας και τον κατώτατο μισθό μέχρι την πάταξη της διαφθοράς, της διαπλοκής και τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Αυτές τις «μάχες» δεν πρέπει να τις χάσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ούτε θα πρέπει να τις θυσιάσει σε ένα «παιχνίδι λέξεων» για κάθε είδους πολιτικές εντυπώσεις.
Είναι χρέος της να διαμορφώσει νέα ήθη στην πολιτική και δημόσια ζωή,
Θα είναι και το πρώτο βήμα για να βάλει πραγματικά τέλος στην τρόικα, στις πολιτικές λιτότητας και να σημάνει την έναρξη μιας εποχής όπου η Ελλάδα δεν θα είναι ο μίζερος εταίρος.
Σπύρος Χριστόπουλος
www.bankingnews.gr
Γιατί την ώρα που ο Schaeuble έστελνε ξεκάθαρα το μήνυμα της παραμονής της τρόικας και της ανάγκης διατήρησης του μνημονιακού προγράμματος (και ενώ ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ έλεγε πως συμφωνεί με το 60% με 70% του υφιστάμενου προγράμματος), ο κ.Τσίπρας διεκήρυττε το τέλος της λιτότητας και της τρόικας.
Πάντως, το συμπέρασμα από τον πρώτο κύκλο των διαπραγματεύσεων Τσίπρα-Βαρουφάκη στο εξωτερικό, είναι ότι η κυβέρνηση εισέπραξε αρκετή συμπάθεια, αλλά ελάχιστη στήριξη στο σχέδιο της.
Τουλάχιστον στην παρούσα φάση.
Διαπίστωση που και σε συνδυασμό με την πίεση της ΕΚΤ και με τις διαβεβαιώσεις Τσίπρα περί τήρησης των κανόνων, ενισχύει τις φωνές εκείνες που κάνουν λόγο για κωλοτούμπα, κοκ.
Η κριτική εστιάζει κυρίως στο ζήτημα του χρέους και της υπαναχώρησης από τη θέση περί της διαγραφής του, αν και η όλη διαπραγμάτευση είναι σε εξέλιξη.
Το επιχείρημα έχει βάση, αν λάβει κανείς υπόψη του για παράδειγμα τις διαβεβαιώσεις Τσίπρα (σε προεκλογική τηλεοπτική του συνέντευξη) περί διεκδίκησης για διαγραφή άνω του 60% του χρέους.
Αλλά ποιος πραγματικά από αυτούς που ασκούν κριτική, θα ήθελε πραγματικά η κυβέρνηση να υλοποιήσει την πολιτική αυτή, να τραβήξει το σκοινί και να έρθει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους;
Ποιος Έλληνας πολίτης θα επιθυμούσε πραγματικά κάτι τέτοιο, όταν σχεδόν οκτώ στους δέκα τάσσονται υπέρ της παραμονής στην Ευρωζώνη;
Για αυτό το λόγο η εν λόγω κυβίστηση ελάχιστες συνέπειες θα έχει στην πολιτική αξιοπιστία της κυβέρνησης, μια και εν πολλοίς η κοινή γνώμη την είχε προεξοφλήσει.
Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει ένα εξαιρετικό momentum.
Ουσιαστική αντιπολίτευση δεν έχει, την ώρα που με τις πρώτες κινήσεις της έχει κερδίσει την κοινή γνώμη (ακόμα και το εμείς του κ.Τσίπρα κάνει μεγάλη διαφορά από το εγώ του κ.Σαμαρά).
Και αυτήν την επαφή δεν πρέπει να την χάσει.
Κομβικής σημασίας είναι η κυβέρνηση να μην υπαναχωρήσει από τις δεσμεύσεις της στο εσωτερικό της χώρας.
Από τις διαβεβαιώσεις της για βελτιωτικές κινήσεις στην αγορά εργασίας και τον κατώτατο μισθό μέχρι την πάταξη της διαφθοράς, της διαπλοκής και τη δημιουργία μιας αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης.
Αυτές τις «μάχες» δεν πρέπει να τις χάσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ούτε θα πρέπει να τις θυσιάσει σε ένα «παιχνίδι λέξεων» για κάθε είδους πολιτικές εντυπώσεις.
Είναι χρέος της να διαμορφώσει νέα ήθη στην πολιτική και δημόσια ζωή,
Θα είναι και το πρώτο βήμα για να βάλει πραγματικά τέλος στην τρόικα, στις πολιτικές λιτότητας και να σημάνει την έναρξη μιας εποχής όπου η Ελλάδα δεν θα είναι ο μίζερος εταίρος.
Σπύρος Χριστόπουλος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών