Ένα μόνο είναι σίγουρο – Η οικονομική πολιτική Trump δεν θα ανακοπεί από κανέναν δικαστικό ακτιβισμό γιατί αποτελεί πατριωτικό καθήκον και πρακτική αναγκαιότητα
Το «βαθύ κράτος» των ΗΠΑ απειλεί τη δυνατότητα του Προέδρου Donald Trump να ασκήσει πολιτική και να προωθήσει το σχέδιό του για τον μετασχηματισμό της εθνικής και της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι δασμοί περιλαμβάνονταν στα μέτρα για να αντιμετωπιστεί το γεγονός ότι η κατοχή του αποθεματικού νομίσματος από τις ΗΠΑ κατέστη από «υπερβολικό προνόμιο»… υπερβολικό βάρος καθώς τις υποχρέωσε σε τεράστια εμπορικά ελλείμματα ενώ επιδείνωσε σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας με την εκτόξευση του χρέους πάνω από τα 28 τρισ. δολ. και του κόστους εξυπηρέτησης τους πάνω από το 1 τρισ. δολ. μαζί με τα «δίδυμα» ελλείμματα.
Η δικαστική απόφαση
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους εκτεταμένους παγκόσμιους ανταποδοτικούς δασμούς – σε μέσο όρο διαμορφώθηκαν μεσοσταθμικά πάνω από 12% από 1,5% - 2,5% προηγουμένως - πλήττοντας την εμβληματική οικονομική του πολιτική και επιφέροντας τη μεγαλύτερη νομική ήττα του από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Με ψήφους 6 προς 3, το δικαστήριο έκρινε ότι ο Trump υπερέβη τις εξουσίες του επικαλούμενος το νόμο περί Ομοσπονδιακών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για να επιβάλει τους «ανταποδοτικούς» δασμούς του κατά χωρών σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς και στοχευμένους φόρους εισαγωγής που η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αφορούν στο πρόβλημα της παράνομης διακίνησης φεντανύλης.
«Είναι ντροπή», τόνισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, στην πρώτη αντίδρασή του για την απόφαση» ενώ χαρακτήρισε τη δικαστική απόφαση, μη πατριωτική υποκινούμενη από πολιτική κίνητρα.
Οι δικαστές δεν αναφέρθηκαν στην έκταση των επιστροφών που δικαιούνται οι εισαγωγείς, αφήνοντας τα ζητήματα αυτά να εξεταστούν από κατώτερα δικαστήρια.
Αν επιτραπούν πλήρως, οι επιστροφές ενδέχεται να φτάσουν έως και τα 170 δισεκατομμύρια δολάρια - ποσό μεγαλύτερο από το ήμισυ των συνολικών εσόδων που απέφεραν οι δασμοί του Trump.
Ο Λευκός Οίκος και Donald Trump δήλωσε ότι δεν παραιτείται από την άσκηση οικονομικής πολιτικής θα αντικαταστήσει γρήγορα τους δασμούς χρησιμοποιώντας άλλες νομικές επιλογές, αν και αυτές οι εναλλακτικές τείνουν να είναι είτε πιο χρονοβόρες είτε περιορισμένες σε σχέση με τις εκτεταμένες εξουσίες που είχε επικαλεστεί ο Trump με τον Νόμο για τις Διεθνείς Εξουσίες Οικονομικής Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA).
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να μειώσει τον μέσο πραγματικό δασμό των ΗΠΑ κατά περισσότερο από το ήμισυ.
Ανάλυση του Bloomberg Economics πριν την απόφαση συμπέραινε ότι μια ευρεία απόφαση κατά του Trump θα μείωνε τον μέσο δασμό από το 13,6% στο 6,5%, το χαμηλότερο ποσοστό από τον Μάρτιο.
Η πλειοψηφία του δικαστηρίου ανέφερε ότι ο νόμος του 1997 δεν επιτρέπει την επιβολή δασμών.
Ο IEEPA, όπως είναι γνωστός ο νόμος, παρέχει στον πρόεδρο πλήθος εργαλείων για την αντιμετώπιση εθνικών, εξωτερικών και οικονομικών εκτάκτων αναγκών, αλλά δεν αναφέρει ρητά δασμούς ή φόρους.
«Όταν το Κογκρέσο παραχωρεί την εξουσία να επιβάλλονται δασμοί, το κάνει με σαφήνεια και αυστηρούς περιορισμούς», έγραψε ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, John Roberts, στην πλειοψηφική απόφαση.
«Δεν το έπραξε στη συγκεκριμένη περίπτωση».
Δύο διορισμένοι από τον Trump δικαστές - Neil Gorsuch και Amy Coney Barrett - προσχώρησαν στην πλειοψηφία του Roberts και τριών φιλελεύθερων δικαστών. Οι δικαστές Brett Kavanaugh, Clarence Thomas και Samuel Alito διαφώνησαν.
Ο Kavanaugh έγραψε στο σκεπτικό ότι η διαδικασία επιστροφής χρημάτων θα ήταν «πιθανότατα “χαοτική”».
Το Σύνταγμα των ΗΠΑ παρέχει στο Κογκρέσο - και όχι στον πρόεδρο - την εξουσία να επιβάλλει φόρους και δασμούς.
Ωστόσο, ο Trump επικαλέσθηκε τον IEEPA για να επιβάλει δασμούς χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει άλλες νομικές επιλογές.
Οι εναλλακτικές περιλαμβάνουν νομοθετικές διατάξεις που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και αρμοδιότητες της υπηρεσίας Διεθνή Οικονομικών σχέσεων (Office of the United States Trade Representative - USTR).

Επανάσταση Trump - Η μετάβαση σε μετα-αμερικανική οικονομική τάξη
Γιατί, όμως, το κατεστημένο αντιδρά τόσο λυσσαλέα κατά της πολιτικής του προέδρου Trump;
Η υπό διαμόρφωση μετα-αμερικανική φάση της παγκόσμιας οικονομίας συνιστά ήδη πραγματικότητα.
Η οικονομική στρατηγική του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump, μέσω μιας συστηματικής αναθεώρησης των κανόνων που αφορούν το εμπόριο, τις επενδύσεις και τις γεωπολιτικές συμμαχίες, επιφέρει δομικό μετασχηματισμό της διεθνούς οικονομικής τάξης.
Πρόκειται για μία αναδιάρθρωση του κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου που διείπε την παγκόσμια οικονομία μετά το 1945.
Η διατύπωση του ερωτήματος αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Κίνα θα παραμείνουν στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας — είτε η εστίαση πρωτίστως στα εμπορικά ισοζύγια — οδηγεί σε δραματική υποεκτίμηση της έκτασης και των επιπτώσεων της μεταβολής που προκάλεσε η προσέγγιση του Trump, καθώς και του βαθμού στον οποίο το προηγούμενο αμερικανικό πλαίσιο στήριζε καθοριστικά τις οικονομικές αποφάσεις σχεδόν κάθε κράτους, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και επιχείρησης παγκοσμίως.
Το μεταπολεμικό αμερικανικό ηγεμονικό πλαίσιο παρείχε ένα πλέγμα διεθνών δημόσιων αγαθών τα οποία λειτουργούσαν ως θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.

Η ηγεμονική «ασφάλεια» ως παγκόσμιο δημόσιο αγαθό εις βάρος των ΗΠΑ
Η συμβολή των ΗΠΑ στη διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, στην προστασία των επενδύσεων από αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις, ένα σταθερό δολάριο με το οποίο θα διασφαλίζει τις συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων και την αποθήκευση αξίας, αλλά και στη θεσμική εδραίωση ενός συστήματος κανόνων (rule-based order) μπορεί να αναλυθεί, ως μορφή συλλογικής ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, η παροχή ασφαλών περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια και η εγγύηση πρόσβασης στην αμερικανική αγορά συνιστούσαν μηχανισμούς μείωσης συστημικού κινδύνου (systemic risk mitigation).
Τα κράτη-εταίροι απολάμβαναν μειωμένο κόστος συναλλαγών και χαμηλότερη αβεβαιότητα, γεγονός που ενίσχυε τη διασυνοριακή επένδυση και την εξειδίκευση βάσει του εκάστοτε συγκριτικού πλεονεκτήματος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέπρατταν «ασφάλιστρα» από τις χώρες που συμμετείχαν στο σύστημα του οποίου ηγούνταν με ποικίλους τρόπους, μεταξύ άλλων μέσω της ικανότητάς τους να διαμορφώνουν κανόνες που καθιστούσαν την αμερικανική οικονομία την πλέον ελκυστική για τους επενδυτές.
Σε αντάλλαγμα, οι χώρες που εντάσσονταν στο σύστημα απαλλάσσονταν από την ανάγκη να καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια για τη θωράκιση των οικονομιών τους απέναντι στην αβεβαιότητα, γεγονός που τους επέτρεπε να επιδιώκουν τις εμπορικές δραστηριότητες που συνέβαλλαν στην ευημερία τους.
Η οικονομική προσέγγιση του Donald Trump αναδιατάσσει αυτή τη σχέση καθώς στρέφεται στην ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας.
Η ηγεμονική λειτουργία μετατρέπεται από παροχή συλλογικής ασφάλειας σε εργαλείο μοχλευμένης διαπραγμάτευσης (leveraged bargaining).
Η πρόσβαση στην αγορά, οι στρατιωτικές εγγυήσεις και η κανονιστική συνεργασία αναπλαισιώνονται ως ανταλλάγματα υπό όρους, εισάγοντας αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα (policy uncertainty).
Η εμπορική πολιτική, οι δασμοί, οι επενδυτικοί περιορισμοί και οι απαγορεύσεις όσον αφορά τη μεταφορά τεχνολογίας λειτουργούν ως μέσα στρατηγικής πίεσης και όχι ως ουδέτερα εργαλεία ρύθμισης των ροών κεφαλαίων και αγαθών.

Η αναδιάταξη του τοπίου
Ο Trump δεν είναι ο μόνος παράγοντας που ευθύνεται για την κατάρρευση του οικονομικού καθεστώτος που επικρατούσε για 80 χρόνια.
Η λίστα των παραγόντων που συνετέλεσαν είναι μεγάλη.
Η άνοδος της Κίνας και η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών συνέβαλαν σημαντικά.
Το ίδιο συνέβη με την κλιματική αλλαγή, την πρόοδο της ψηφιακής τεχνολογίας και την εύλογη απώλεια εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος των ΗΠΑ προς τις κρατούσες ελίτ, μετά τις παρεμβάσεις της χώρας στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009 και την πανδημία COVID-19.
Ωστόσο, οι πολιτικές της κυβέρνησης Trump συνιστούν σαφές σημείο καμπής.
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι πρόκειται για απλή αμοιβαιότητα ή δίκαιη μεταχείριση για χώρες που εκμεταλλεύονταν τις Ηνωμένες Πολιτείες επί δεκαετίες
Όπως π.χ. το γεγονός ότι Κίνα επιδοτεί τις επιχειρήσεις της κατά παράβαση των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ώστε να αποκτήσει άδικο συγκριτικό πλεονέκτημα είτε διατηρεί χαμηλά την ισοτιμία του νομίσματός της (με διπλή ισοτιμία σε εσωτερικό και εξωτερικό) ενώ ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στις κεφαλαιακές ροές.

Η νέα γεωγραφία των διεθνών οικονομικών σχέσεων
Χωρίς την «ασφάλεια» που παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα αναδυθούν νέοι δεσμοί μεταξύ οικονομιών και νέες διαδρομές επενδύσεων.
Την ίδια ώρα κάθε κράτος θα διαμορφώνει τις δικές του συνθήκες ασφάλειας με ένα πολυμερές πλαίσιο.
Την ίδια ώρα, οι πρόνοια για την οικονομική ασφάλεια αναδιατάσσουν το πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής – διασφάλιση αλυσίδων εφοδιασμού, εγχώριων πρωταθλητών, πρώτων υλών κλπ.
Ωστόσο, αυτοί οι μηχανισμοί θα είναι ακριβότεροι στη δημιουργία και στη συντήρησή τους, λιγότερο προσβάσιμοι και λιγότερο αξιόπιστοι.
Τα κράτη αναμφίβολα θα επιδιώξουν να διαμορφώσουν το δικό τους καθεστώς ασφάλειας, πλην όμως οι προσπάθειες αυτές θα είναι εγγενώς πιο δαπανηρές και λιγότερο αποτελεσματικές και κυρίως θα αντιμετωπίζουν μια εντεινόμενη ανασφάλεια.
Η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας δεν υπήρξε ποτέ ομαλή· μετά όμως τον «σεισμό» που προκάλεσε η μεταβολή του καθεστώτος των διεθνών οικονομικών σχέσεωνυπό τον Trump, το έδαφος έχει καταστεί αισθητά πιο ανώμαλο.

Γιατί οι ΗΠΑ θα σταματήσουν τα παρέχουν τα παγκόσμια δημόσια αγαθά
Σε ομιλία του τον Απρίλιο του 2025 ο Steve Miran καταγράφει με λεπτομέρεια τους άξονες της νέας πολιτικής του οικονομικού προστατευτισμού: Η διεθνής ηγεσία των ΗΠΑ από τούδε και το εξής θα αφορά μόνο το εθνικό συμφέρον.
Η κυβέρνηση Trump δεν θα ανεχθεί πλέον άλλες χώρες να είναι λαθρεπιβάτες («free-riders) στην αμερικανική διεθνή τάξη, επωφελούμενες από την αμερικανική συνεισφορά σε αυτήν.
Σύμφωνα με τον Miran, η διεθνής τάξη που κατέστη δυνατή μεταπολεμικά δεν βασίζεται σε ένα σύστημα εσωτερικών θεσμών και διεθνών κανόνων (rules based order) αλλά απλώς στην «αμερικανική στρατιωτική ισχύ που διασφαλίζει τη χρηματοοικονομική μας σταθερότητα και την αξιοπιστία του δανεισμού» των ΗΠΑ.
Αναδεικνύει το κόστος της χρηματοοικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ: Παρά το γεγονός ότι η ζήτηση για δολάρια έχει κρατήσει μακροπρόθεσμα τα επιτόκια δανεισμού χαμηλά, έχει διαμορφώσει μια στρέβλωση στις αγορές συναλλάγματος – πρόκειται για το ακριβό δολάριο.
Το γεγονός αυτό επιβάλλει διαχρονικά υπερβολικά βάρη στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους, καθιστώντας τα αγαθά των ΗΠΑ και την εργασία μη ανταγωνιστικά διεθνώς, και οδηγώντας σε μείωση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού κατά πάνω από ένα τρίτο από το ιστορικό του υψηλό, καθώς και σε μείωση του αμερικανικού μεριδίου στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή κατά 40%.
Επίσης για τον Miran, το δολάριο ευθύνεται και για το γεγονός ότι ξένα κράτη αγοράζοντας δολαριακά assets χειραγωγούν το νόμισμα τους ώστε να κρατήσουν τις εξαγωγές τους φθηνές, επισημαίνει.
Η διοχέτευση τόσο μεγάλης ρευστότητας στην οικονομία από το εξωτερικό εξαιτίας του δολαριακού συστήματος ενισχύει τις οικονομικές ανισομέρειες και κυοφορεί κρίσεις, σύμφωνα με τον Miran.
Ως παράδειγμα, σημειώνει ότι στα χρόνια πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κίνα από κοινού με πολλά ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αύξησαν τα χαρτοφυλάκιά τους σε αμερικανικό χρέος στην αγορά ακινήτων, κάτι που βοήθησε να διογκωθεί η στεγαστική «φούσκα», διοχετεύοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια υπό μορφή πίστωσης στον στεγαστικό τομέα χωρίς να εξετάζεται εάν αυτές οι επενδύσεις είχαν κάποια λογική και συμπληρώνει ότι η Κίνα διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο κυοφορία της Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Κρίσης του 2008/2009.

Οι δασμοί συνάδουν με το εθνικό συμφέρον - Γιατί έκαναν λάθος οι οικονομολόγοι
Υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις στους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση Trump από σχεδόν το σύνολο των οικονομολόγων ερείδονται σε λανθασμένη βάση, διότι στα μοντέλα που χρησιμοποιούν για να μελετήσουν το διεθνές εμπόριο είτε υποθέτουν ότι δεν υφίστανται εμπορικά ελλείμματα είτε ότι τα ελλείμματα είναι βραχύβια και αυτοδιορθώνονται ταχέως μέσω των προσαρμογών στη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με τα τυπικά οικονομικά μοντέλα, τα εμπορικά ελλείμματα θα έπρεπε να προκαλούν υποτίμηση του δολαρίου, γεγονός που θα μείωνε τις εισαγωγές και θα προκαλούσε αύξηση των εξαγωγών μέχρι την πλήρη εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου. Σε αυτή την περίπτωση, οι δασμοί ενδεχομένως είναι περιττοί, επειδή η εξισορρόπηση των εμπορευματικών ροών θα επέλθει αυτόματα και, υπό αυτήν την οπτική, η επιβολή δασμών μπορεί μόνο να επιδεινώσει την τρέχουσα κατάσταση.
Ωστόσο, αυτή η άποψη βρίσκεται σε αντίθεση με τα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με τον Miran.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπορικά ελλείμματα εδώ και πέντε δεκαετίες και αυτά έχουν διευρυνθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, περνώντας από περίπου 2% του ΑΕΠ στην πρώτη κυβέρνηση Trump σε σχεδόν 4% του ΑΕΠ στην κυβέρνηση Biden.
Και αυτό συνέβη ενώ το δολάριο ενισχυόταν, όχι αποδυναμωνόταν – σε αντίθεση με ό,τι αποδέχονται τα μοντέλα και η mainstream οικονομική σκέψη καθώς δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται αυτομάτως μια μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση των εμπορευματικών ροών.
Ο σημαντικότερος λόγος που συμβαίνει αυτό, σύμφωνα με τον Miran, είναι ότι τα μοντέλα δεν λαμβάνουν υπόψη την προσφορά του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος από τις ΗΠΑ. Το καθεστώς του αποθεματικού νομίσματος έχει σημασία και, επειδή η ζήτηση για δολάριο εμφανίζεται ανεξάντλητη, το δολάριο ήταν υπερβολικά ισχυρό ώστε οι διεθνείς εμπορικές ροές να εξισορροπήσουν, ακόμη και στο διάστημα πέντε δεκαετιών.
Γιατί η επιβολή των δασμών θα έχει θετική επίδραση
Σύμφωνα με τον Miran, επιβάλλοντας δασμούς εναντίον εξαγωγικών κρατών, οι ΗΠΑ μπορούν να βελτιώσουν τα οικονομικά αποτελέσματά τους, να αυξήσουν τα έσοδα και να επιβάλουν τεράστιες απώλειες στη χώρα που αντιμετωπίζει τους δασμούς, ακόμη και ενεργοποιώντας πλήρη δασμολογικά αντίποινα.
Υπό αυτή την έννοια, η ανάλυση αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «incidence των δασμών» - ή άλλως φορολογική επιβάρυνση των δασμών, που αναφέρεται στο ποιος τελικά «πληρώνει» το κόστος ενός δασμού: οι παραγωγοί, οι καταναλωτές ή οι εξαγωγείς - δείχνει ότι μεγάλο μέρος και βάρος των δασμών «πληρώνεται» από τη χώρα στην οποία επιβάλλονται.
Και εξηγεί το σκεπτικό του γιατί πιστεύει ότοι συμβαίνει αυτό: Οι χώρες που έχουν μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα είναι αναγκαστικά ιδιαίτερα άκαμπτες όσον αφορά τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό — όπερ σημαίνει δεν έχουν τη δυνατότητα εύκολα να βρουν άλλες πηγές ζήτησης για να υποκαταστήσουν την αγορά των ΗΠΑ.
Αντιθέτως, η Αμερική έχει πολλές επιλογές υποκατάστασης της προσφοράς: έχει τη δυνατότητα εγχώριας παραγωγής είτε εισαγωγών από χώρες που τηρούν δίκαιους κανόνες εμπορίου, αντί για χώρες που, σύμφωνα με τον Miran, εκμεταλλεύονται το διεθνές εμπορικό σύστημα προκειμένου να προάγουν το εθνικό τους συμφέρον.
Η διαφορά στην ισχύ εξ αιτίας του ότι οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο, επάγεται ότι οι τρίτες χώρες θα καταλήξουν να επωμισθούν το κόστος των δασμών.
Αυτήν τη φορά, οι δασμοί που επιβλήθηκαν την «Ημέρα της Απελευθέρωσης» την 2α Απριλίου 2025 θα βοηθήσουν στη χρηματοδότηση τόσο φορολογικών περικοπών όσο και μείωσης του ελλείμματος, σημειώνει ο Miran
Ξεκαθαρίζει ότι οι δασμοί δεν επιβάλλονται απλώς προκειμένου να συγκεντρωθούν έσοδα. Για παράδειγμα, οι ανταποδοτικοι (reciprocal) δασμοί του Προέδρου έχουν σχεδιαστεί προκειμένου να αντιμετωπίσουν δασμολογικά και μη δασμολογικά εμπόδια και άλλες μορφές άδικής αντιμετώπισης των ΗΠΑ από τους εμπορικούς τους εταίρους, όπως χειραγώγηση νομίσματος, damping και κρατικές επιδοτήσεις που διασφαλίζουν άδικο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Τα έσοδα είναι ένα θετικό παρεπόμενο και, εάν χρησιμοποιηθούν εν μέρει για μείωση φόρων, μπορούν να βοηθήσουν σε δράσης ενίσχυσης της εγχώριας ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας γεγονός που θα ωθήσει ανοδικά τις αμερικανικές εξαγωγές, καταλήγει το επιχείρημά του.
Το βέβαιο είναι ότι πορεία για την ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας την οποία σχεδιάζει ο Trump δεν θα είναι ανέφελη...
Το δικαστικό μπλόκο δείχνει ότι το παγκόσμιο κατεστημένο είναι έτοιμο να δώσει λυσσαλέα μάχη για να ανατρέψει το σχέδιο του Trump - αλλά πλέον είναι μια μάχη οπισθοφυλακής.
www.bankingnews.gr
Οι δασμοί περιλαμβάνονταν στα μέτρα για να αντιμετωπιστεί το γεγονός ότι η κατοχή του αποθεματικού νομίσματος από τις ΗΠΑ κατέστη από «υπερβολικό προνόμιο»… υπερβολικό βάρος καθώς τις υποχρέωσε σε τεράστια εμπορικά ελλείμματα ενώ επιδείνωσε σημαντικά τη δημοσιονομική θέση της χώρας με την εκτόξευση του χρέους πάνω από τα 28 τρισ. δολ. και του κόστους εξυπηρέτησης τους πάνω από το 1 τρισ. δολ. μαζί με τα «δίδυμα» ελλείμματα.
Η δικαστική απόφαση
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε τους εκτεταμένους παγκόσμιους ανταποδοτικούς δασμούς – σε μέσο όρο διαμορφώθηκαν μεσοσταθμικά πάνω από 12% από 1,5% - 2,5% προηγουμένως - πλήττοντας την εμβληματική οικονομική του πολιτική και επιφέροντας τη μεγαλύτερη νομική ήττα του από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Με ψήφους 6 προς 3, το δικαστήριο έκρινε ότι ο Trump υπερέβη τις εξουσίες του επικαλούμενος το νόμο περί Ομοσπονδιακών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για να επιβάλει τους «ανταποδοτικούς» δασμούς του κατά χωρών σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς και στοχευμένους φόρους εισαγωγής που η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αφορούν στο πρόβλημα της παράνομης διακίνησης φεντανύλης.
«Είναι ντροπή», τόνισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, στην πρώτη αντίδρασή του για την απόφαση» ενώ χαρακτήρισε τη δικαστική απόφαση, μη πατριωτική υποκινούμενη από πολιτική κίνητρα.
Οι δικαστές δεν αναφέρθηκαν στην έκταση των επιστροφών που δικαιούνται οι εισαγωγείς, αφήνοντας τα ζητήματα αυτά να εξεταστούν από κατώτερα δικαστήρια.
Αν επιτραπούν πλήρως, οι επιστροφές ενδέχεται να φτάσουν έως και τα 170 δισεκατομμύρια δολάρια - ποσό μεγαλύτερο από το ήμισυ των συνολικών εσόδων που απέφεραν οι δασμοί του Trump.
Ο Λευκός Οίκος και Donald Trump δήλωσε ότι δεν παραιτείται από την άσκηση οικονομικής πολιτικής θα αντικαταστήσει γρήγορα τους δασμούς χρησιμοποιώντας άλλες νομικές επιλογές, αν και αυτές οι εναλλακτικές τείνουν να είναι είτε πιο χρονοβόρες είτε περιορισμένες σε σχέση με τις εκτεταμένες εξουσίες που είχε επικαλεστεί ο Trump με τον Νόμο για τις Διεθνείς Εξουσίες Οικονομικής Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA).
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να μειώσει τον μέσο πραγματικό δασμό των ΗΠΑ κατά περισσότερο από το ήμισυ.
Ανάλυση του Bloomberg Economics πριν την απόφαση συμπέραινε ότι μια ευρεία απόφαση κατά του Trump θα μείωνε τον μέσο δασμό από το 13,6% στο 6,5%, το χαμηλότερο ποσοστό από τον Μάρτιο.
Η πλειοψηφία του δικαστηρίου ανέφερε ότι ο νόμος του 1997 δεν επιτρέπει την επιβολή δασμών.
Ο IEEPA, όπως είναι γνωστός ο νόμος, παρέχει στον πρόεδρο πλήθος εργαλείων για την αντιμετώπιση εθνικών, εξωτερικών και οικονομικών εκτάκτων αναγκών, αλλά δεν αναφέρει ρητά δασμούς ή φόρους.
«Όταν το Κογκρέσο παραχωρεί την εξουσία να επιβάλλονται δασμοί, το κάνει με σαφήνεια και αυστηρούς περιορισμούς», έγραψε ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, John Roberts, στην πλειοψηφική απόφαση.
«Δεν το έπραξε στη συγκεκριμένη περίπτωση».
Δύο διορισμένοι από τον Trump δικαστές - Neil Gorsuch και Amy Coney Barrett - προσχώρησαν στην πλειοψηφία του Roberts και τριών φιλελεύθερων δικαστών. Οι δικαστές Brett Kavanaugh, Clarence Thomas και Samuel Alito διαφώνησαν.
Ο Kavanaugh έγραψε στο σκεπτικό ότι η διαδικασία επιστροφής χρημάτων θα ήταν «πιθανότατα “χαοτική”».
Το Σύνταγμα των ΗΠΑ παρέχει στο Κογκρέσο - και όχι στον πρόεδρο - την εξουσία να επιβάλλει φόρους και δασμούς.
Ωστόσο, ο Trump επικαλέσθηκε τον IEEPA για να επιβάλει δασμούς χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει άλλες νομικές επιλογές.
Οι εναλλακτικές περιλαμβάνουν νομοθετικές διατάξεις που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και αρμοδιότητες της υπηρεσίας Διεθνή Οικονομικών σχέσεων (Office of the United States Trade Representative - USTR).

Επανάσταση Trump - Η μετάβαση σε μετα-αμερικανική οικονομική τάξη
Γιατί, όμως, το κατεστημένο αντιδρά τόσο λυσσαλέα κατά της πολιτικής του προέδρου Trump;
Η υπό διαμόρφωση μετα-αμερικανική φάση της παγκόσμιας οικονομίας συνιστά ήδη πραγματικότητα.
Η οικονομική στρατηγική του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump, μέσω μιας συστηματικής αναθεώρησης των κανόνων που αφορούν το εμπόριο, τις επενδύσεις και τις γεωπολιτικές συμμαχίες, επιφέρει δομικό μετασχηματισμό της διεθνούς οικονομικής τάξης.
Πρόκειται για μία αναδιάρθρωση του κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου που διείπε την παγκόσμια οικονομία μετά το 1945.
Η διατύπωση του ερωτήματος αν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Κίνα θα παραμείνουν στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας — είτε η εστίαση πρωτίστως στα εμπορικά ισοζύγια — οδηγεί σε δραματική υποεκτίμηση της έκτασης και των επιπτώσεων της μεταβολής που προκάλεσε η προσέγγιση του Trump, καθώς και του βαθμού στον οποίο το προηγούμενο αμερικανικό πλαίσιο στήριζε καθοριστικά τις οικονομικές αποφάσεις σχεδόν κάθε κράτους, χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και επιχείρησης παγκοσμίως.
Το μεταπολεμικό αμερικανικό ηγεμονικό πλαίσιο παρείχε ένα πλέγμα διεθνών δημόσιων αγαθών τα οποία λειτουργούσαν ως θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομικής σταθερότητας.

Η ηγεμονική «ασφάλεια» ως παγκόσμιο δημόσιο αγαθό εις βάρος των ΗΠΑ
Η συμβολή των ΗΠΑ στη διατήρηση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, στην προστασία των επενδύσεων από αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις, ένα σταθερό δολάριο με το οποίο θα διασφαλίζει τις συναλλαγές μεταξύ των επιχειρήσεων και την αποθήκευση αξίας, αλλά και στη θεσμική εδραίωση ενός συστήματος κανόνων (rule-based order) μπορεί να αναλυθεί, ως μορφή συλλογικής ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό, η παροχή ασφαλών περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια και η εγγύηση πρόσβασης στην αμερικανική αγορά συνιστούσαν μηχανισμούς μείωσης συστημικού κινδύνου (systemic risk mitigation).
Τα κράτη-εταίροι απολάμβαναν μειωμένο κόστος συναλλαγών και χαμηλότερη αβεβαιότητα, γεγονός που ενίσχυε τη διασυνοριακή επένδυση και την εξειδίκευση βάσει του εκάστοτε συγκριτικού πλεονεκτήματος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέπρατταν «ασφάλιστρα» από τις χώρες που συμμετείχαν στο σύστημα του οποίου ηγούνταν με ποικίλους τρόπους, μεταξύ άλλων μέσω της ικανότητάς τους να διαμορφώνουν κανόνες που καθιστούσαν την αμερικανική οικονομία την πλέον ελκυστική για τους επενδυτές.
Σε αντάλλαγμα, οι χώρες που εντάσσονταν στο σύστημα απαλλάσσονταν από την ανάγκη να καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια για τη θωράκιση των οικονομιών τους απέναντι στην αβεβαιότητα, γεγονός που τους επέτρεπε να επιδιώκουν τις εμπορικές δραστηριότητες που συνέβαλλαν στην ευημερία τους.
Η οικονομική προσέγγιση του Donald Trump αναδιατάσσει αυτή τη σχέση καθώς στρέφεται στην ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας.
Η ηγεμονική λειτουργία μετατρέπεται από παροχή συλλογικής ασφάλειας σε εργαλείο μοχλευμένης διαπραγμάτευσης (leveraged bargaining).
Η πρόσβαση στην αγορά, οι στρατιωτικές εγγυήσεις και η κανονιστική συνεργασία αναπλαισιώνονται ως ανταλλάγματα υπό όρους, εισάγοντας αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα (policy uncertainty).
Η εμπορική πολιτική, οι δασμοί, οι επενδυτικοί περιορισμοί και οι απαγορεύσεις όσον αφορά τη μεταφορά τεχνολογίας λειτουργούν ως μέσα στρατηγικής πίεσης και όχι ως ουδέτερα εργαλεία ρύθμισης των ροών κεφαλαίων και αγαθών.

Η αναδιάταξη του τοπίου
Ο Trump δεν είναι ο μόνος παράγοντας που ευθύνεται για την κατάρρευση του οικονομικού καθεστώτος που επικρατούσε για 80 χρόνια.
Η λίστα των παραγόντων που συνετέλεσαν είναι μεγάλη.
Η άνοδος της Κίνας και η αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών συνέβαλαν σημαντικά.
Το ίδιο συνέβη με την κλιματική αλλαγή, την πρόοδο της ψηφιακής τεχνολογίας και την εύλογη απώλεια εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος των ΗΠΑ προς τις κρατούσες ελίτ, μετά τις παρεμβάσεις της χώρας στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009 και την πανδημία COVID-19.
Ωστόσο, οι πολιτικές της κυβέρνησης Trump συνιστούν σαφές σημείο καμπής.
Η κυβέρνηση Trump υποστηρίζει ότι πρόκειται για απλή αμοιβαιότητα ή δίκαιη μεταχείριση για χώρες που εκμεταλλεύονταν τις Ηνωμένες Πολιτείες επί δεκαετίες
Όπως π.χ. το γεγονός ότι Κίνα επιδοτεί τις επιχειρήσεις της κατά παράβαση των κανόνων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ώστε να αποκτήσει άδικο συγκριτικό πλεονέκτημα είτε διατηρεί χαμηλά την ισοτιμία του νομίσματός της (με διπλή ισοτιμία σε εσωτερικό και εξωτερικό) ενώ ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στις κεφαλαιακές ροές.

Η νέα γεωγραφία των διεθνών οικονομικών σχέσεων
Χωρίς την «ασφάλεια» που παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα αναδυθούν νέοι δεσμοί μεταξύ οικονομιών και νέες διαδρομές επενδύσεων.
Την ίδια ώρα κάθε κράτος θα διαμορφώνει τις δικές του συνθήκες ασφάλειας με ένα πολυμερές πλαίσιο.
Την ίδια ώρα, οι πρόνοια για την οικονομική ασφάλεια αναδιατάσσουν το πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής – διασφάλιση αλυσίδων εφοδιασμού, εγχώριων πρωταθλητών, πρώτων υλών κλπ.
Ωστόσο, αυτοί οι μηχανισμοί θα είναι ακριβότεροι στη δημιουργία και στη συντήρησή τους, λιγότερο προσβάσιμοι και λιγότερο αξιόπιστοι.
Τα κράτη αναμφίβολα θα επιδιώξουν να διαμορφώσουν το δικό τους καθεστώς ασφάλειας, πλην όμως οι προσπάθειες αυτές θα είναι εγγενώς πιο δαπανηρές και λιγότερο αποτελεσματικές και κυρίως θα αντιμετωπίζουν μια εντεινόμενη ανασφάλεια.
Η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας δεν υπήρξε ποτέ ομαλή· μετά όμως τον «σεισμό» που προκάλεσε η μεταβολή του καθεστώτος των διεθνών οικονομικών σχέσεωνυπό τον Trump, το έδαφος έχει καταστεί αισθητά πιο ανώμαλο.

Γιατί οι ΗΠΑ θα σταματήσουν τα παρέχουν τα παγκόσμια δημόσια αγαθά
Σε ομιλία του τον Απρίλιο του 2025 ο Steve Miran καταγράφει με λεπτομέρεια τους άξονες της νέας πολιτικής του οικονομικού προστατευτισμού: Η διεθνής ηγεσία των ΗΠΑ από τούδε και το εξής θα αφορά μόνο το εθνικό συμφέρον.
Η κυβέρνηση Trump δεν θα ανεχθεί πλέον άλλες χώρες να είναι λαθρεπιβάτες («free-riders) στην αμερικανική διεθνή τάξη, επωφελούμενες από την αμερικανική συνεισφορά σε αυτήν.
Σύμφωνα με τον Miran, η διεθνής τάξη που κατέστη δυνατή μεταπολεμικά δεν βασίζεται σε ένα σύστημα εσωτερικών θεσμών και διεθνών κανόνων (rules based order) αλλά απλώς στην «αμερικανική στρατιωτική ισχύ που διασφαλίζει τη χρηματοοικονομική μας σταθερότητα και την αξιοπιστία του δανεισμού» των ΗΠΑ.
Αναδεικνύει το κόστος της χρηματοοικονομικής κυριαρχίας των ΗΠΑ: Παρά το γεγονός ότι η ζήτηση για δολάρια έχει κρατήσει μακροπρόθεσμα τα επιτόκια δανεισμού χαμηλά, έχει διαμορφώσει μια στρέβλωση στις αγορές συναλλάγματος – πρόκειται για το ακριβό δολάριο.
Το γεγονός αυτό επιβάλλει διαχρονικά υπερβολικά βάρη στις επιχειρήσεις και στους εργαζομένους, καθιστώντας τα αγαθά των ΗΠΑ και την εργασία μη ανταγωνιστικά διεθνώς, και οδηγώντας σε μείωση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού κατά πάνω από ένα τρίτο από το ιστορικό του υψηλό, καθώς και σε μείωση του αμερικανικού μεριδίου στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή κατά 40%.
Επίσης για τον Miran, το δολάριο ευθύνεται και για το γεγονός ότι ξένα κράτη αγοράζοντας δολαριακά assets χειραγωγούν το νόμισμα τους ώστε να κρατήσουν τις εξαγωγές τους φθηνές, επισημαίνει.
Η διοχέτευση τόσο μεγάλης ρευστότητας στην οικονομία από το εξωτερικό εξαιτίας του δολαριακού συστήματος ενισχύει τις οικονομικές ανισομέρειες και κυοφορεί κρίσεις, σύμφωνα με τον Miran.
Ως παράδειγμα, σημειώνει ότι στα χρόνια πριν από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η Κίνα από κοινού με πολλά ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αύξησαν τα χαρτοφυλάκιά τους σε αμερικανικό χρέος στην αγορά ακινήτων, κάτι που βοήθησε να διογκωθεί η στεγαστική «φούσκα», διοχετεύοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια υπό μορφή πίστωσης στον στεγαστικό τομέα χωρίς να εξετάζεται εάν αυτές οι επενδύσεις είχαν κάποια λογική και συμπληρώνει ότι η Κίνα διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο κυοφορία της Παγκόσμιας Χρηματοπιστωτικής Κρίσης του 2008/2009.

Οι δασμοί συνάδουν με το εθνικό συμφέρον - Γιατί έκαναν λάθος οι οικονομολόγοι
Υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις στους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση Trump από σχεδόν το σύνολο των οικονομολόγων ερείδονται σε λανθασμένη βάση, διότι στα μοντέλα που χρησιμοποιούν για να μελετήσουν το διεθνές εμπόριο είτε υποθέτουν ότι δεν υφίστανται εμπορικά ελλείμματα είτε ότι τα ελλείμματα είναι βραχύβια και αυτοδιορθώνονται ταχέως μέσω των προσαρμογών στη νομισματική πολιτική.
Σύμφωνα με τα τυπικά οικονομικά μοντέλα, τα εμπορικά ελλείμματα θα έπρεπε να προκαλούν υποτίμηση του δολαρίου, γεγονός που θα μείωνε τις εισαγωγές και θα προκαλούσε αύξηση των εξαγωγών μέχρι την πλήρη εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου. Σε αυτή την περίπτωση, οι δασμοί ενδεχομένως είναι περιττοί, επειδή η εξισορρόπηση των εμπορευματικών ροών θα επέλθει αυτόματα και, υπό αυτήν την οπτική, η επιβολή δασμών μπορεί μόνο να επιδεινώσει την τρέχουσα κατάσταση.
Ωστόσο, αυτή η άποψη βρίσκεται σε αντίθεση με τα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με τον Miran.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εμπορικά ελλείμματα εδώ και πέντε δεκαετίες και αυτά έχουν διευρυνθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, περνώντας από περίπου 2% του ΑΕΠ στην πρώτη κυβέρνηση Trump σε σχεδόν 4% του ΑΕΠ στην κυβέρνηση Biden.
Και αυτό συνέβη ενώ το δολάριο ενισχυόταν, όχι αποδυναμωνόταν – σε αντίθεση με ό,τι αποδέχονται τα μοντέλα και η mainstream οικονομική σκέψη καθώς δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται αυτομάτως μια μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση των εμπορευματικών ροών.
Ο σημαντικότερος λόγος που συμβαίνει αυτό, σύμφωνα με τον Miran, είναι ότι τα μοντέλα δεν λαμβάνουν υπόψη την προσφορά του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος από τις ΗΠΑ. Το καθεστώς του αποθεματικού νομίσματος έχει σημασία και, επειδή η ζήτηση για δολάριο εμφανίζεται ανεξάντλητη, το δολάριο ήταν υπερβολικά ισχυρό ώστε οι διεθνείς εμπορικές ροές να εξισορροπήσουν, ακόμη και στο διάστημα πέντε δεκαετιών.
Γιατί η επιβολή των δασμών θα έχει θετική επίδραση
Σύμφωνα με τον Miran, επιβάλλοντας δασμούς εναντίον εξαγωγικών κρατών, οι ΗΠΑ μπορούν να βελτιώσουν τα οικονομικά αποτελέσματά τους, να αυξήσουν τα έσοδα και να επιβάλουν τεράστιες απώλειες στη χώρα που αντιμετωπίζει τους δασμούς, ακόμη και ενεργοποιώντας πλήρη δασμολογικά αντίποινα.
Υπό αυτή την έννοια, η ανάλυση αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «incidence των δασμών» - ή άλλως φορολογική επιβάρυνση των δασμών, που αναφέρεται στο ποιος τελικά «πληρώνει» το κόστος ενός δασμού: οι παραγωγοί, οι καταναλωτές ή οι εξαγωγείς - δείχνει ότι μεγάλο μέρος και βάρος των δασμών «πληρώνεται» από τη χώρα στην οποία επιβάλλονται.
Και εξηγεί το σκεπτικό του γιατί πιστεύει ότοι συμβαίνει αυτό: Οι χώρες που έχουν μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα είναι αναγκαστικά ιδιαίτερα άκαμπτες όσον αφορά τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό — όπερ σημαίνει δεν έχουν τη δυνατότητα εύκολα να βρουν άλλες πηγές ζήτησης για να υποκαταστήσουν την αγορά των ΗΠΑ.
Αντιθέτως, η Αμερική έχει πολλές επιλογές υποκατάστασης της προσφοράς: έχει τη δυνατότητα εγχώριας παραγωγής είτε εισαγωγών από χώρες που τηρούν δίκαιους κανόνες εμπορίου, αντί για χώρες που, σύμφωνα με τον Miran, εκμεταλλεύονται το διεθνές εμπορικό σύστημα προκειμένου να προάγουν το εθνικό τους συμφέρον.
Η διαφορά στην ισχύ εξ αιτίας του ότι οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο, επάγεται ότι οι τρίτες χώρες θα καταλήξουν να επωμισθούν το κόστος των δασμών.
Αυτήν τη φορά, οι δασμοί που επιβλήθηκαν την «Ημέρα της Απελευθέρωσης» την 2α Απριλίου 2025 θα βοηθήσουν στη χρηματοδότηση τόσο φορολογικών περικοπών όσο και μείωσης του ελλείμματος, σημειώνει ο Miran
Ξεκαθαρίζει ότι οι δασμοί δεν επιβάλλονται απλώς προκειμένου να συγκεντρωθούν έσοδα. Για παράδειγμα, οι ανταποδοτικοι (reciprocal) δασμοί του Προέδρου έχουν σχεδιαστεί προκειμένου να αντιμετωπίσουν δασμολογικά και μη δασμολογικά εμπόδια και άλλες μορφές άδικής αντιμετώπισης των ΗΠΑ από τους εμπορικούς τους εταίρους, όπως χειραγώγηση νομίσματος, damping και κρατικές επιδοτήσεις που διασφαλίζουν άδικο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Τα έσοδα είναι ένα θετικό παρεπόμενο και, εάν χρησιμοποιηθούν εν μέρει για μείωση φόρων, μπορούν να βοηθήσουν σε δράσης ενίσχυσης της εγχώριας ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας γεγονός που θα ωθήσει ανοδικά τις αμερικανικές εξαγωγές, καταλήγει το επιχείρημά του.
Το βέβαιο είναι ότι πορεία για την ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας την οποία σχεδιάζει ο Trump δεν θα είναι ανέφελη...
Το δικαστικό μπλόκο δείχνει ότι το παγκόσμιο κατεστημένο είναι έτοιμο να δώσει λυσσαλέα μάχη για να ανατρέψει το σχέδιο του Trump - αλλά πλέον είναι μια μάχη οπισθοφυλακής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών