Το νέο δόγμα του Ιράν εγκλωβίζει τον Donald Trump – Το Hormuz γίνεται το απόλυτο όπλο, στον αέρα οι αγορές πετρελαίου
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, η στρατηγική ισορροπία στον Περσικό Κόλπο βασιζόταν σε μία εύθραυστη αλλά σχετικά προβλέψιμη λογική.
Το Ιράν, παρά τις συνεχείς εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς συμμάχους τους, διατηρούσε ως βασικό εργαλείο αποτροπής την απειλή ότι, σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, θα μπορούσε να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz.
Η απειλή αυτή λειτουργούσε κυρίως ως πολιτικό και στρατηγικό χαρτί, ένα μήνυμα προς τη Δύση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια στρατιωτικής συντριβής της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα είχε σοβαρό οικονομικό αντίκτυπο σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σήμερα, σύμφωνα με την αντίληψη που προβάλλει η Τεχεράνη μέσα από κρατικά μέσα ενημέρωσης και αναλύσεις προσκείμενων κύκλων, αυτή η εποχή θεωρείται ότι έχει παρέλθει. Το Ορμούζ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που ενεργοποιείται κατά περίπτωση, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο ενός νέου δόγματος αποτροπής, στο οποίο κάθε επίθεση κατά του Ιράν συνεπάγεται αυτόματα μια ευρύτερη περιφερειακή και οικονομική κρίση.
Πρόκειται για τη στρατηγική αντίληψη που προβάλλει η ιρανική πλευρά.
Αν αυτή η μεταβολή αποτυπώνει πράγματι τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει πλέον η Τεχεράνη την εθνική της άμυνα, τότε η γεωπολιτική εξίσωση στη Μέση Ανατολή αλλάζει ουσιαστικά. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το εάν το Ιράν διαθέτει την ισχύ να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε συμβατικό επίπεδο. Η πραγματική ερώτηση είναι εάν μπορεί να επιβάλει ένα τόσο υψηλό οικονομικό και στρατηγικό κόστος, ώστε οποιαδήποτε επίθεση εναντίον του να καθίσταται πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη για τον αντίπαλο.
Αυτή ακριβώς είναι η λογική πάνω στην οποία φαίνεται να οικοδομείται το νέο ιρανικό δόγμα.

Από την αναλογική ανταπόδοση στη δυσανάλογη αποτροπή
Η σημαντικότερη μεταβολή δεν αφορά τα οπλικά συστήματα ούτε την αύξηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται την έννοια της αποτροπής.
Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, ακόμη και στις πιο σοβαρές κρίσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, υπήρχε πάντοτε ένας άτυπος μηχανισμός περιορισμού της κλιμάκωσης. Κάθε πλευρά επιχειρούσε να επιδείξει αποφασιστικότητα, χωρίς όμως να οδηγήσει την αντιπαράθεση σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Η λογική ήταν ότι μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια θα μπορούσε να απαντηθεί με ένα επίσης περιορισμένο αντίποινο, διατηρώντας ανοικτό τον δρόμο για αποκλιμάκωση.
Η νέα στρατηγική αντίληψη που προβάλλεται από την ιρανική πλευρά δείχνει να απορρίπτει αυτή τη λογική. Αντί της σταδιακής κλιμάκωσης, εμφανίζεται να υιοθετεί την αρχή της δυσανάλογης απάντησης. Στόχος δεν είναι απλώς να απαντηθεί μια επίθεση, αλλά να καταστεί σαφές ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια κατά του Ιράν θα συνοδεύεται από τόσο εκτεταμένες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες, ώστε ο αντίπαλος να αποθαρρύνεται εξαρχής.
Με αυτή την προσέγγιση, το πεδίο της αποτροπής μεταφέρεται από το στρατιωτικό στο οικονομικό επίπεδο. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν διαθέτει τις δυνατότητες μιας υπερδύναμης. Εκτιμά όμως ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη γεωγραφική του θέση για να δημιουργήσει μια κρίση με παγκόσμιο αντίκτυπο.
Γιατί το Hormuz αποτελεί το κέντρο του νέου δόγματος
Κανένα άλλο σημείο του πλανήτη δεν συνδυάζει τόσο μεγάλη στρατηγική σημασία με τόσο περιορισμένο γεωγραφικό χώρο όσο τα Στενά του Hormuz. Πρόκειται για το μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και κατ' επέκταση με τον Ινδικό Ωκεανό.
Από εκεί διέρχεται καθημερινά τεράστιος όγκος πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου που προέρχεται από κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Κατάρ. Η σημασία του για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια είναι τέτοια ώστε οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία του επηρεάζει σχεδόν άμεσα τις διεθνείς αγορές.
Η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί ότι αυτό ακριβώς αποτελεί το ισχυρότερο στρατηγικό της πλεονέκτημα. Όχι επειδή μπορεί να ελέγξει επ' αόριστον το πέρασμα, αλλά επειδή ακόμη και μια προσωρινή διακοπή της κυκλοφορίας θα αρκούσε για να προκαλέσει έντονη αβεβαιότητα στις αγορές, αύξηση του κόστους μεταφοράς, άνοδο των ασφαλίστρων κινδύνου και σημαντικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας.
Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν αντιμετωπίζει πλέον το Hormuz ως γεωγραφικό σημείο. Το αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος.

Η γεωγραφία ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Η στρατιωτική θεωρία διδάσκει ότι η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται αποκλειστικά από τον αριθμό των αεροπλανοφόρων, των μαχητικών αεροσκαφών ή των πυραύλων που διαθέτει. Εξίσου σημαντική είναι η ικανότητα αξιοποίησης της γεωγραφίας.
Από αυτή την άποψη, η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι τα στενά, περιορισμένα ύδατα του Hormuz περιορίζουν τα πλεονεκτήματα ενός τεχνολογικά ανώτερου αντιπάλου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μικρά ταχύπλοα, παράκτιες πυραυλικές συστοιχίες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ναρκοπόλεμος μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές επιχειρησιακές δυσκολίες ακόμη και σε έναν πολύ ισχυρότερο στόλο.
Δεν πρόκειται για προσπάθεια αναμέτρησης με ίσους όρους. Πρόκειται για εφαρμογή της λογικής του ασύμμετρου πολέμου, στην οποία η γεωγραφία μετατρέπεται σε εργαλείο εξισορρόπησης της διαφοράς ισχύος.
Αυτό εξηγεί γιατί, στη στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης, το Hormuz δεν αποτελεί απλώς θαλάσσιο πέρασμα. Αποτελεί τον πυρήνα μιας φιλοσοφίας αποτροπής που επιδιώκει να μετατρέψει κάθε πιθανή στρατιωτική αναμέτρηση σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Από την αποτροπή στην «αυτόματη τιμωρία» – Η στρατηγική που επιχειρεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού
Εάν υπάρχει μία φράση που συνοψίζει τη νέα στρατηγική φιλοσοφία της Τεχεράνης, αυτή δεν είναι η «αντίποινα», αλλά η προκαθορισμένη αποτροπή. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται γλωσσική, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια βαθιά μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο το Ιράν επιδιώκει να επηρεάσει τις αποφάσεις των αντιπάλων του.
Η παραδοσιακή αποτροπή βασίζεται στην αβεβαιότητα. Ο αντίπαλος γνωρίζει ότι ενδέχεται να υπάρξει απάντηση, αλλά δεν γνωρίζει ποια θα είναι αυτή, ούτε σε ποιο βαθμό θα κλιμακωθεί η κρίση. Το νέο δόγμα που προβάλλεται από ιρανικούς κύκλους επιχειρεί να εξαλείψει αυτή την αβεβαιότητα. Το μήνυμα είναι ότι η απάντηση δεν θα αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαβούλευσης ούτε προϊόν διπλωματικών υπολογισμών της τελευταίας στιγμής. Θα είναι προκαθορισμένη, άμεση και τέτοιας έντασης ώστε να αλλάζει εκ των προτέρων τον υπολογισμό του αντιπάλου.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει ότι η απόφαση για την αντίδρασή της έχει ήδη ληφθεί πριν ακόμη εκδηλωθεί οποιαδήποτε νέα επίθεση. Αυτή η λογική αποτελεί στοιχείο της στρατηγικής αφήγησης που προβάλλει η ιρανική πλευρά και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως επιβεβαιωμένη περιγραφή επιχειρησιακών σχεδίων.

Το τέλος της λογικής των περιορισμένων πληγμάτων
Για πολλά χρόνια, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη λειτουργούσαν μέσα σε ένα άτυπο πλαίσιο «ελεγχόμενης κλιμάκωσης». Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων, οι κυρώσεις και οι κυβερνοεπιθέσεις συνυπήρχαν με την προσπάθεια να αποφευχθεί μια ολοκληρωμένη σύγκρουση.
Στην πράξη, κάθε πλευρά επιχειρούσε να στείλει πολιτικά και στρατιωτικά μηνύματα χωρίς να υπερβεί το σημείο πέρα από το οποίο η κρίση θα γινόταν μη αναστρέψιμη.
Σύμφωνα με τη νέα ιρανική προσέγγιση, αυτό το μοντέλο θεωρείται πλέον ξεπερασμένο.
Η Τεχεράνη φαίνεται να εκτιμά ότι οι περιορισμένες απαντήσεις δεν απέτρεψαν την επανάληψη στρατιωτικών πιέσεων ούτε άλλαξαν τη στρατηγική συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Αντίθετα, θεωρεί ότι η σταδιακή κλιμάκωση έδινε στον αντίπαλο την εντύπωση πως μπορούσε να συνεχίζει να ασκεί πίεση χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικά δυσβάστακτο κόστος.
Το νέο δόγμα επιχειρεί να ανατρέψει ακριβώς αυτή την αντίληψη.
Η λογική του είναι απλή: εάν κάθε περιορισμένη επίθεση οδηγεί αυτόματα σε μια κρίση με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες, τότε το κόστος της στρατιωτικής επιλογής αυξάνεται εκθετικά πριν ακόμη ληφθεί η πολιτική απόφαση στην Ουάσιγκτον.
Η αποτροπή δεν αφορά πλέον μόνο τις ΗΠΑ
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης είναι ότι επιχειρεί να διευρύνει το κοινό στο οποίο απευθύνεται η αποτροπή.
Στο παρελθόν, το βασικό μήνυμα απευθυνόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, το μήνυμα φαίνεται να στοχεύει ταυτόχρονα τις πετρελαιοπαραγωγές μοναρχίες του Κόλπου, τις ευρωπαϊκές οικονομίες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές ροές της περιοχής, τις μεγάλες ασιατικές δυνάμεις που εισάγουν τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και τις ίδιες τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Με αυτή την προσέγγιση, το Ιράν επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων. Εάν η σταθερότητα του Ορμούζ αποτελεί ζωτικό συμφέρον δεκάδων κρατών, τότε οποιαδήποτε στρατιωτική κρίση παύει να είναι διμερές ζήτημα μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Μετατρέπεται σε διεθνές πρόβλημα, στο οποίο εμπλέκονται όσοι έχουν συμφέρον από τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Αυτό ενισχύει την πολιτική πίεση για αποκλιμάκωση και αποτελεί, κατά την ιρανική στρατηγική αντίληψη, έναν πολλαπλασιαστή της αποτρεπτικής ισχύος.
Το Hormuz ως οικονομικό όπλο
Η πραγματική αξία των Στενών του Hormuz δεν βρίσκεται μόνο στον όγκο του πετρελαίου που διέρχεται από αυτά. Βρίσκεται κυρίως στον ψυχολογικό και οικονομικό αντίκτυπο που προκαλεί ακόμη και η πιθανότητα διακοπής της κυκλοφορίας.
Οι διεθνείς αγορές λειτουργούν με βάση τις προσδοκίες. Δεν χρειάζεται να διακοπεί επί εβδομάδες η ροή των δεξαμενόπλοιων για να αυξηθούν οι τιμές του πετρελαίου ή να εκτιναχθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου. Αρκεί η εκτίμηση ότι η πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης έχει αυξηθεί σημαντικά.
Η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί ότι αυτό είναι το σημαντικότερο στρατηγικό της πλεονέκτημα. Η οικονομική αβεβαιότητα λειτουργεί υπέρ της αποτροπής, διότι αναγκάζει όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και τις επιχειρήσεις, τους ναυτιλιακούς ομίλους, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις αγορές να ενσωματώνουν τον γεωπολιτικό κίνδυνο στις αποφάσεις τους.
Με αυτόν τον τρόπο, η στρατηγική πίεση ασκείται πολύ πριν εκδηλωθεί οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση.
Γιατί η γεωγραφία παραμένει ο μεγαλύτερος σύμμαχος του Ιράν
Η ιστορία δείχνει ότι τα στενά θαλάσσια περάσματα προσφέρουν συχνά σημαντικά πλεονεκτήματα σε εκείνον που ελέγχει τις ακτές τους. Στην περίπτωση του Ορμούζ, η γεωγραφία ευνοεί την ανάπτυξη ενός μοντέλου άμυνας βασισμένου στην άρνηση πρόσβασης (anti-access/area denial).
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να αποκλείσει επ' αόριστον ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου. Σημαίνει όμως ότι μπορεί να αυξήσει δραματικά το κόστος οποιασδήποτε επιχείρησης απαιτείται για την αποκατάσταση της πλήρους ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
Αυτή η εκτίμηση εξηγεί γιατί η Τεχεράνη επένδυσε διαχρονικά λιγότερο σε μεγάλα πολεμικά πλοία και περισσότερο σε κινητές πυραυλικές συστοιχίες, μη επανδρωμένα συστήματα, ταχύπλοα σκάφη και μέσα ναρκοπολέμου. Η φιλοσοφία αυτή δεν στοχεύει στην κατά μέτωπο αντιπαράθεση με έναν ισχυρότερο στόλο, αλλά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου κάθε επιθετική ενέργεια συνοδεύεται από υψηλό επιχειρησιακό και πολιτικό κόστος.
Το πραγματικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον
Πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις βρίσκεται ένα ευρύτερο στρατηγικό μήνυμα. Η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει ότι το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμβατική αναμέτρηση. Το ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους χωρίς να προκαλέσουν μια κρίση που θα επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία, τις ενεργειακές αγορές και τους ίδιους τους συμμάχους τους.
Στη στρατηγική σκέψη του Ιράν, η νίκη δεν ορίζεται απαραίτητα ως στρατιωτική επικράτηση. Ορίζεται ως η αποτροπή του αντιπάλου από το να χρησιμοποιήσει την υπεροχή του. Αν ο αντίπαλος κρίνει ότι το κόστος υπερβαίνει το πιθανό όφελος, τότε η αποστολή της αποτροπής θεωρείται επιτυχημένη, ακόμη και χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.
Το μεγάλο στρατηγικό στοίχημα της Τεχεράνης: Μπορεί πράγματι το νέο δόγμα να αλλάξει την παγκόσμια ισορροπία;
Η ουσία του νέου ιρανικού δόγματος δεν βρίσκεται ούτε στους πυραύλους, ούτε στα drones, ούτε στις ναυτικές μονάδες που επιχειρούν στον Περσικό Κόλπο. Αυτά αποτελούν τα εργαλεία μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής φιλοσοφίας. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Τεχεράνη μπορεί να μετατρέψει την ίδια την παγκόσμια οικονομία σε παράγοντα αποτροπής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο στρατηγικό εγχείρημα που έχει επιχειρήσει η Ισλαμική Δημοκρατία από την Επανάσταση του 1979.
Για δεκαετίες, η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή βασιζόταν στην παραδοχή ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκούσε για να επιβάλλει πολιτικές αποφάσεις. Το Ιράν δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί ούτε το αμερικανικό ναυτικό ούτε την αεροπορική ισχύ των ΗΠΑ. Δεν διέθετε ούτε αεροπλανοφόρα, ούτε δίκτυο παγκόσμιων βάσεων, ούτε την οικονομική δυνατότητα να συντηρεί συμβατικές ένοπλες δυνάμεις αντίστοιχες με εκείνες των δυτικών κρατών.
Αντί όμως να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί την αμερικανική υπεροχή στο ίδιο πεδίο, επέλεξε να αλλάξει το ίδιο το πεδίο της αντιπαράθεσης.
Η στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης φαίνεται να βασίζεται στην εκτίμηση ότι η ισχύς του 21ου αιώνα δεν μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των μαχητικών αεροσκαφών ή των πολεμικών πλοίων. Μετριέται και από την ικανότητα ενός κράτους να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, στις αγορές ενέργειας και στη λειτουργία της διεθνούς οικονομίας.
Από αυτή τη σκοπιά, το Ορμούζ αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά του όρια. Δεν είναι απλώς ένα στενό πέρασμα. Είναι ένας από τους σημαντικότερους κόμβους της παγκόσμιας οικονομίας. Και όποιος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του, ακόμη και για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτά μια μορφή στρατηγικής ισχύος δυσανάλογη προς το συνολικό μέγεθος της χώρας του.

Η αποτροπή μέσω της οικονομίας
Η λογική του νέου δόγματος είναι ότι οι πόλεμοι του μέλλοντος δεν θα κρίνονται αποκλειστικά στα πεδία των μαχών. Θα κρίνονται εξίσου στις χρηματιστηριακές αγορές, στις τιμές του πετρελαίου, στα ναύλα των δεξαμενόπλοιων, στα ασφάλιστρα κινδύνου και στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Μια σοβαρή διαταραχή στο Ορμούζ δεν θα επηρέαζε μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους. Θα δοκίμαζε τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας, θα δημιουργούσε πιέσεις στις κυβερνήσεις των μεγάλων εισαγωγέων ενέργειας και θα αύξανε το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε παρατεταμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί η Τεχεράνη. Να μετατρέψει την αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας σε εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.
Το δίλημμα της Ουάσιγκτον
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες προτεραιότητες. Η μία είναι η διατήρηση της αξιοπιστίας της αμερικανικής αποτροπής απέναντι στους συμμάχους και στους αντιπάλους τους. Η άλλη είναι η αποφυγή μιας περιφερειακής κρίσης που θα μπορούσε να έχει δυσανάλογες οικονομικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και, τελικά, για την ίδια την αμερικανική κοινωνία.
Η ισορροπία αυτή είναι εξαιρετικά λεπτή. Μια υπερβολικά επιθετική αντίδραση ενδέχεται να προκαλέσει αλυσιδωτές εξελίξεις που κανείς δεν θα μπορεί να ελέγξει. Μια υπερβολικά συγκρατημένη στάση, από την άλλη, θα μπορούσε να εκληφθεί από τους αντιπάλους ως ένδειξη αδυναμίας.
Αυτό ακριβώς το δίλημμα επιχειρεί να δημιουργήσει το Ιράν.
Η επόμενη ημέρα στον Περσικό Κόλπο
Ανεξάρτητα από το εάν το νέο δόγμα εφαρμοστεί ποτέ στην πράξη, η ίδια η διατύπωσή του αποτελεί μήνυμα. Η Τεχεράνη επιδιώκει να πείσει ότι η περίοδος κατά την οποία δεχόταν πιέσεις χωρίς να αλλάζει ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού έχει τελειώσει.
Για τους περισσότερους στρατιωτικούς αναλυτές, η αξία μιας στρατηγικής δεν μετριέται μόνο από την αποτελεσματικότητά της στο πεδίο της μάχης. Μετριέται κυρίως από το κατά πόσο επηρεάζει τις αποφάσεις του αντιπάλου πριν ακόμη ξεκινήσει η σύγκρουση.
Αν η Ουάσιγκτον αναγκαστεί να συνυπολογίζει πλέον, σε κάθε στρατιωτικό σχεδιασμό, όχι μόνο την πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων αλλά και το ενδεχόμενο μιας σοβαρής αναταραχής στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, τότε η Τεχεράνη θα θεωρήσει ότι έχει πετύχει τον βασικό της στόχο: να μετατρέψει την οικονομική ευαλωτότητα του διεθνούς συστήματος σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
www.bankingnews.gr
Το Ιράν, παρά τις συνεχείς εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους περιφερειακούς συμμάχους τους, διατηρούσε ως βασικό εργαλείο αποτροπής την απειλή ότι, σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, θα μπορούσε να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz.
Η απειλή αυτή λειτουργούσε κυρίως ως πολιτικό και στρατηγικό χαρτί, ένα μήνυμα προς τη Δύση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια στρατιωτικής συντριβής της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα είχε σοβαρό οικονομικό αντίκτυπο σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σήμερα, σύμφωνα με την αντίληψη που προβάλλει η Τεχεράνη μέσα από κρατικά μέσα ενημέρωσης και αναλύσεις προσκείμενων κύκλων, αυτή η εποχή θεωρείται ότι έχει παρέλθει. Το Ορμούζ δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που ενεργοποιείται κατά περίπτωση, αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο ενός νέου δόγματος αποτροπής, στο οποίο κάθε επίθεση κατά του Ιράν συνεπάγεται αυτόματα μια ευρύτερη περιφερειακή και οικονομική κρίση.
Πρόκειται για τη στρατηγική αντίληψη που προβάλλει η ιρανική πλευρά.
Αν αυτή η μεταβολή αποτυπώνει πράγματι τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει πλέον η Τεχεράνη την εθνική της άμυνα, τότε η γεωπολιτική εξίσωση στη Μέση Ανατολή αλλάζει ουσιαστικά. Η συζήτηση δεν αφορά πλέον το εάν το Ιράν διαθέτει την ισχύ να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε συμβατικό επίπεδο. Η πραγματική ερώτηση είναι εάν μπορεί να επιβάλει ένα τόσο υψηλό οικονομικό και στρατηγικό κόστος, ώστε οποιαδήποτε επίθεση εναντίον του να καθίσταται πολιτικά και οικονομικά δυσβάστακτη για τον αντίπαλο.
Αυτή ακριβώς είναι η λογική πάνω στην οποία φαίνεται να οικοδομείται το νέο ιρανικό δόγμα.

Από την αναλογική ανταπόδοση στη δυσανάλογη αποτροπή
Η σημαντικότερη μεταβολή δεν αφορά τα οπλικά συστήματα ούτε την αύξηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται την έννοια της αποτροπής.
Κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, ακόμη και στις πιο σοβαρές κρίσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, υπήρχε πάντοτε ένας άτυπος μηχανισμός περιορισμού της κλιμάκωσης. Κάθε πλευρά επιχειρούσε να επιδείξει αποφασιστικότητα, χωρίς όμως να οδηγήσει την αντιπαράθεση σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση. Η λογική ήταν ότι μια περιορισμένη στρατιωτική ενέργεια θα μπορούσε να απαντηθεί με ένα επίσης περιορισμένο αντίποινο, διατηρώντας ανοικτό τον δρόμο για αποκλιμάκωση.
Η νέα στρατηγική αντίληψη που προβάλλεται από την ιρανική πλευρά δείχνει να απορρίπτει αυτή τη λογική. Αντί της σταδιακής κλιμάκωσης, εμφανίζεται να υιοθετεί την αρχή της δυσανάλογης απάντησης. Στόχος δεν είναι απλώς να απαντηθεί μια επίθεση, αλλά να καταστεί σαφές ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια κατά του Ιράν θα συνοδεύεται από τόσο εκτεταμένες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες, ώστε ο αντίπαλος να αποθαρρύνεται εξαρχής.
Με αυτή την προσέγγιση, το πεδίο της αποτροπής μεταφέρεται από το στρατιωτικό στο οικονομικό επίπεδο. Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν διαθέτει τις δυνατότητες μιας υπερδύναμης. Εκτιμά όμως ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη γεωγραφική του θέση για να δημιουργήσει μια κρίση με παγκόσμιο αντίκτυπο.
Γιατί το Hormuz αποτελεί το κέντρο του νέου δόγματος
Κανένα άλλο σημείο του πλανήτη δεν συνδυάζει τόσο μεγάλη στρατηγική σημασία με τόσο περιορισμένο γεωγραφικό χώρο όσο τα Στενά του Hormuz. Πρόκειται για το μοναδικό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και κατ' επέκταση με τον Ινδικό Ωκεανό.
Από εκεί διέρχεται καθημερινά τεράστιος όγκος πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου που προέρχεται από κράτη όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Κατάρ. Η σημασία του για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια είναι τέτοια ώστε οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία του επηρεάζει σχεδόν άμεσα τις διεθνείς αγορές.
Η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί ότι αυτό ακριβώς αποτελεί το ισχυρότερο στρατηγικό της πλεονέκτημα. Όχι επειδή μπορεί να ελέγξει επ' αόριστον το πέρασμα, αλλά επειδή ακόμη και μια προσωρινή διακοπή της κυκλοφορίας θα αρκούσε για να προκαλέσει έντονη αβεβαιότητα στις αγορές, αύξηση του κόστους μεταφοράς, άνοδο των ασφαλίστρων κινδύνου και σημαντικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας.
Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν αντιμετωπίζει πλέον το Hormuz ως γεωγραφικό σημείο. Το αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος.

Η γεωγραφία ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Η στρατιωτική θεωρία διδάσκει ότι η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται αποκλειστικά από τον αριθμό των αεροπλανοφόρων, των μαχητικών αεροσκαφών ή των πυραύλων που διαθέτει. Εξίσου σημαντική είναι η ικανότητα αξιοποίησης της γεωγραφίας.
Από αυτή την άποψη, η ιρανική στρατηγική βασίζεται στην εκτίμηση ότι τα στενά, περιορισμένα ύδατα του Hormuz περιορίζουν τα πλεονεκτήματα ενός τεχνολογικά ανώτερου αντιπάλου. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μικρά ταχύπλοα, παράκτιες πυραυλικές συστοιχίες, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ναρκοπόλεμος μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές επιχειρησιακές δυσκολίες ακόμη και σε έναν πολύ ισχυρότερο στόλο.
Δεν πρόκειται για προσπάθεια αναμέτρησης με ίσους όρους. Πρόκειται για εφαρμογή της λογικής του ασύμμετρου πολέμου, στην οποία η γεωγραφία μετατρέπεται σε εργαλείο εξισορρόπησης της διαφοράς ισχύος.
Αυτό εξηγεί γιατί, στη στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης, το Hormuz δεν αποτελεί απλώς θαλάσσιο πέρασμα. Αποτελεί τον πυρήνα μιας φιλοσοφίας αποτροπής που επιδιώκει να μετατρέψει κάθε πιθανή στρατιωτική αναμέτρηση σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Από την αποτροπή στην «αυτόματη τιμωρία» – Η στρατηγική που επιχειρεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού
Εάν υπάρχει μία φράση που συνοψίζει τη νέα στρατηγική φιλοσοφία της Τεχεράνης, αυτή δεν είναι η «αντίποινα», αλλά η προκαθορισμένη αποτροπή. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται γλωσσική, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια βαθιά μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο το Ιράν επιδιώκει να επηρεάσει τις αποφάσεις των αντιπάλων του.
Η παραδοσιακή αποτροπή βασίζεται στην αβεβαιότητα. Ο αντίπαλος γνωρίζει ότι ενδέχεται να υπάρξει απάντηση, αλλά δεν γνωρίζει ποια θα είναι αυτή, ούτε σε ποιο βαθμό θα κλιμακωθεί η κρίση. Το νέο δόγμα που προβάλλεται από ιρανικούς κύκλους επιχειρεί να εξαλείψει αυτή την αβεβαιότητα. Το μήνυμα είναι ότι η απάντηση δεν θα αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαβούλευσης ούτε προϊόν διπλωματικών υπολογισμών της τελευταίας στιγμής. Θα είναι προκαθορισμένη, άμεση και τέτοιας έντασης ώστε να αλλάζει εκ των προτέρων τον υπολογισμό του αντιπάλου.
Με άλλα λόγια, η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει ότι η απόφαση για την αντίδρασή της έχει ήδη ληφθεί πριν ακόμη εκδηλωθεί οποιαδήποτε νέα επίθεση. Αυτή η λογική αποτελεί στοιχείο της στρατηγικής αφήγησης που προβάλλει η ιρανική πλευρά και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως επιβεβαιωμένη περιγραφή επιχειρησιακών σχεδίων.

Το τέλος της λογικής των περιορισμένων πληγμάτων
Για πολλά χρόνια, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη λειτουργούσαν μέσα σε ένα άτυπο πλαίσιο «ελεγχόμενης κλιμάκωσης». Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων, οι κυρώσεις και οι κυβερνοεπιθέσεις συνυπήρχαν με την προσπάθεια να αποφευχθεί μια ολοκληρωμένη σύγκρουση.
Στην πράξη, κάθε πλευρά επιχειρούσε να στείλει πολιτικά και στρατιωτικά μηνύματα χωρίς να υπερβεί το σημείο πέρα από το οποίο η κρίση θα γινόταν μη αναστρέψιμη.
Σύμφωνα με τη νέα ιρανική προσέγγιση, αυτό το μοντέλο θεωρείται πλέον ξεπερασμένο.
Η Τεχεράνη φαίνεται να εκτιμά ότι οι περιορισμένες απαντήσεις δεν απέτρεψαν την επανάληψη στρατιωτικών πιέσεων ούτε άλλαξαν τη στρατηγική συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Αντίθετα, θεωρεί ότι η σταδιακή κλιμάκωση έδινε στον αντίπαλο την εντύπωση πως μπορούσε να συνεχίζει να ασκεί πίεση χωρίς να αντιμετωπίζει πραγματικά δυσβάστακτο κόστος.
Το νέο δόγμα επιχειρεί να ανατρέψει ακριβώς αυτή την αντίληψη.
Η λογική του είναι απλή: εάν κάθε περιορισμένη επίθεση οδηγεί αυτόματα σε μια κρίση με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες, τότε το κόστος της στρατιωτικής επιλογής αυξάνεται εκθετικά πριν ακόμη ληφθεί η πολιτική απόφαση στην Ουάσιγκτον.
Η αποτροπή δεν αφορά πλέον μόνο τις ΗΠΑ
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης είναι ότι επιχειρεί να διευρύνει το κοινό στο οποίο απευθύνεται η αποτροπή.
Στο παρελθόν, το βασικό μήνυμα απευθυνόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, το μήνυμα φαίνεται να στοχεύει ταυτόχρονα τις πετρελαιοπαραγωγές μοναρχίες του Κόλπου, τις ευρωπαϊκές οικονομίες που εξαρτώνται από τις ενεργειακές ροές της περιοχής, τις μεγάλες ασιατικές δυνάμεις που εισάγουν τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και τις ίδιες τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Με αυτή την προσέγγιση, το Ιράν επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων. Εάν η σταθερότητα του Ορμούζ αποτελεί ζωτικό συμφέρον δεκάδων κρατών, τότε οποιαδήποτε στρατιωτική κρίση παύει να είναι διμερές ζήτημα μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Μετατρέπεται σε διεθνές πρόβλημα, στο οποίο εμπλέκονται όσοι έχουν συμφέρον από τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Αυτό ενισχύει την πολιτική πίεση για αποκλιμάκωση και αποτελεί, κατά την ιρανική στρατηγική αντίληψη, έναν πολλαπλασιαστή της αποτρεπτικής ισχύος.
Το Hormuz ως οικονομικό όπλο
Η πραγματική αξία των Στενών του Hormuz δεν βρίσκεται μόνο στον όγκο του πετρελαίου που διέρχεται από αυτά. Βρίσκεται κυρίως στον ψυχολογικό και οικονομικό αντίκτυπο που προκαλεί ακόμη και η πιθανότητα διακοπής της κυκλοφορίας.
Οι διεθνείς αγορές λειτουργούν με βάση τις προσδοκίες. Δεν χρειάζεται να διακοπεί επί εβδομάδες η ροή των δεξαμενόπλοιων για να αυξηθούν οι τιμές του πετρελαίου ή να εκτιναχθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου. Αρκεί η εκτίμηση ότι η πιθανότητα μιας τέτοιας εξέλιξης έχει αυξηθεί σημαντικά.
Η Τεχεράνη φαίνεται να θεωρεί ότι αυτό είναι το σημαντικότερο στρατηγικό της πλεονέκτημα. Η οικονομική αβεβαιότητα λειτουργεί υπέρ της αποτροπής, διότι αναγκάζει όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και τις επιχειρήσεις, τους ναυτιλιακούς ομίλους, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις αγορές να ενσωματώνουν τον γεωπολιτικό κίνδυνο στις αποφάσεις τους.
Με αυτόν τον τρόπο, η στρατηγική πίεση ασκείται πολύ πριν εκδηλωθεί οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση.
Γιατί η γεωγραφία παραμένει ο μεγαλύτερος σύμμαχος του Ιράν
Η ιστορία δείχνει ότι τα στενά θαλάσσια περάσματα προσφέρουν συχνά σημαντικά πλεονεκτήματα σε εκείνον που ελέγχει τις ακτές τους. Στην περίπτωση του Ορμούζ, η γεωγραφία ευνοεί την ανάπτυξη ενός μοντέλου άμυνας βασισμένου στην άρνηση πρόσβασης (anti-access/area denial).
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να αποκλείσει επ' αόριστον ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου. Σημαίνει όμως ότι μπορεί να αυξήσει δραματικά το κόστος οποιασδήποτε επιχείρησης απαιτείται για την αποκατάσταση της πλήρους ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
Αυτή η εκτίμηση εξηγεί γιατί η Τεχεράνη επένδυσε διαχρονικά λιγότερο σε μεγάλα πολεμικά πλοία και περισσότερο σε κινητές πυραυλικές συστοιχίες, μη επανδρωμένα συστήματα, ταχύπλοα σκάφη και μέσα ναρκοπολέμου. Η φιλοσοφία αυτή δεν στοχεύει στην κατά μέτωπο αντιπαράθεση με έναν ισχυρότερο στόλο, αλλά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου κάθε επιθετική ενέργεια συνοδεύεται από υψηλό επιχειρησιακό και πολιτικό κόστος.
Το πραγματικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον
Πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις βρίσκεται ένα ευρύτερο στρατηγικό μήνυμα. Η Τεχεράνη επιχειρεί να πείσει ότι το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμβατική αναμέτρηση. Το ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους χωρίς να προκαλέσουν μια κρίση που θα επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία, τις ενεργειακές αγορές και τους ίδιους τους συμμάχους τους.
Στη στρατηγική σκέψη του Ιράν, η νίκη δεν ορίζεται απαραίτητα ως στρατιωτική επικράτηση. Ορίζεται ως η αποτροπή του αντιπάλου από το να χρησιμοποιήσει την υπεροχή του. Αν ο αντίπαλος κρίνει ότι το κόστος υπερβαίνει το πιθανό όφελος, τότε η αποστολή της αποτροπής θεωρείται επιτυχημένη, ακόμη και χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός.
Το μεγάλο στρατηγικό στοίχημα της Τεχεράνης: Μπορεί πράγματι το νέο δόγμα να αλλάξει την παγκόσμια ισορροπία;
Η ουσία του νέου ιρανικού δόγματος δεν βρίσκεται ούτε στους πυραύλους, ούτε στα drones, ούτε στις ναυτικές μονάδες που επιχειρούν στον Περσικό Κόλπο. Αυτά αποτελούν τα εργαλεία μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής φιλοσοφίας. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Τεχεράνη μπορεί να μετατρέψει την ίδια την παγκόσμια οικονομία σε παράγοντα αποτροπής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο στρατηγικό εγχείρημα που έχει επιχειρήσει η Ισλαμική Δημοκρατία από την Επανάσταση του 1979.
Για δεκαετίες, η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή βασιζόταν στην παραδοχή ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκούσε για να επιβάλλει πολιτικές αποφάσεις. Το Ιράν δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί ούτε το αμερικανικό ναυτικό ούτε την αεροπορική ισχύ των ΗΠΑ. Δεν διέθετε ούτε αεροπλανοφόρα, ούτε δίκτυο παγκόσμιων βάσεων, ούτε την οικονομική δυνατότητα να συντηρεί συμβατικές ένοπλες δυνάμεις αντίστοιχες με εκείνες των δυτικών κρατών.
Αντί όμως να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί την αμερικανική υπεροχή στο ίδιο πεδίο, επέλεξε να αλλάξει το ίδιο το πεδίο της αντιπαράθεσης.
Η στρατηγική σκέψη της Τεχεράνης φαίνεται να βασίζεται στην εκτίμηση ότι η ισχύς του 21ου αιώνα δεν μετριέται αποκλειστικά με τον αριθμό των μαχητικών αεροσκαφών ή των πολεμικών πλοίων. Μετριέται και από την ικανότητα ενός κράτους να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, στις αγορές ενέργειας και στη λειτουργία της διεθνούς οικονομίας.
Από αυτή τη σκοπιά, το Ορμούζ αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά του όρια. Δεν είναι απλώς ένα στενό πέρασμα. Είναι ένας από τους σημαντικότερους κόμβους της παγκόσμιας οικονομίας. Και όποιος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του, ακόμη και για μικρό χρονικό διάστημα, αποκτά μια μορφή στρατηγικής ισχύος δυσανάλογη προς το συνολικό μέγεθος της χώρας του.

Η αποτροπή μέσω της οικονομίας
Η λογική του νέου δόγματος είναι ότι οι πόλεμοι του μέλλοντος δεν θα κρίνονται αποκλειστικά στα πεδία των μαχών. Θα κρίνονται εξίσου στις χρηματιστηριακές αγορές, στις τιμές του πετρελαίου, στα ναύλα των δεξαμενόπλοιων, στα ασφάλιστρα κινδύνου και στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Μια σοβαρή διαταραχή στο Ορμούζ δεν θα επηρέαζε μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους. Θα δοκίμαζε τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας, θα δημιουργούσε πιέσεις στις κυβερνήσεις των μεγάλων εισαγωγέων ενέργειας και θα αύξανε το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε παρατεταμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εκμεταλλευτεί η Τεχεράνη. Να μετατρέψει την αλληλεξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας σε εργαλείο στρατηγικής αποτροπής.
Το δίλημμα της Ουάσιγκτον
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες προτεραιότητες. Η μία είναι η διατήρηση της αξιοπιστίας της αμερικανικής αποτροπής απέναντι στους συμμάχους και στους αντιπάλους τους. Η άλλη είναι η αποφυγή μιας περιφερειακής κρίσης που θα μπορούσε να έχει δυσανάλογες οικονομικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία και, τελικά, για την ίδια την αμερικανική κοινωνία.
Η ισορροπία αυτή είναι εξαιρετικά λεπτή. Μια υπερβολικά επιθετική αντίδραση ενδέχεται να προκαλέσει αλυσιδωτές εξελίξεις που κανείς δεν θα μπορεί να ελέγξει. Μια υπερβολικά συγκρατημένη στάση, από την άλλη, θα μπορούσε να εκληφθεί από τους αντιπάλους ως ένδειξη αδυναμίας.
Αυτό ακριβώς το δίλημμα επιχειρεί να δημιουργήσει το Ιράν.
Η επόμενη ημέρα στον Περσικό Κόλπο
Ανεξάρτητα από το εάν το νέο δόγμα εφαρμοστεί ποτέ στην πράξη, η ίδια η διατύπωσή του αποτελεί μήνυμα. Η Τεχεράνη επιδιώκει να πείσει ότι η περίοδος κατά την οποία δεχόταν πιέσεις χωρίς να αλλάζει ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού έχει τελειώσει.
Για τους περισσότερους στρατιωτικούς αναλυτές, η αξία μιας στρατηγικής δεν μετριέται μόνο από την αποτελεσματικότητά της στο πεδίο της μάχης. Μετριέται κυρίως από το κατά πόσο επηρεάζει τις αποφάσεις του αντιπάλου πριν ακόμη ξεκινήσει η σύγκρουση.
Αν η Ουάσιγκτον αναγκαστεί να συνυπολογίζει πλέον, σε κάθε στρατιωτικό σχεδιασμό, όχι μόνο την πιθανότητα ιρανικών αντιποίνων αλλά και το ενδεχόμενο μιας σοβαρής αναταραχής στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, τότε η Τεχεράνη θα θεωρήσει ότι έχει πετύχει τον βασικό της στόχο: να μετατρέψει την οικονομική ευαλωτότητα του διεθνούς συστήματος σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών