Τελευταία Νέα
Αναλύσεις – Εκθέσεις

China shock 2.0 στην ΕΕ - Πανικόβλητος ο Merz ζητά από το Πεκίνο να μειώσει 30% την ισοτιμία του γιουάν για να σώσει τη γερμανική βιομηχανία

China shock 2.0 στην ΕΕ - Πανικόβλητος ο Merz ζητά από το Πεκίνο να μειώσει 30% την ισοτιμία του γιουάν για να σώσει τη γερμανική βιομηχανία
Η επιτυχία του Πεκίνου να αναβαθμίσει τα παραγωγικά της πρότυπα αφομοιώνοντας τις τεχνολογικές εξελίξεις και διαμορφώνοντας επιτυχημένα οικοσυστήματα αποδιάρθρωσε το γερμανικό παραγωγικό μοντέλο

Οι εμπορικές εντάσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης   και της Κίνας βαθαίνουν και αυτό φαίνεται από τον πανικό της Γερμανικής ηγεσίας, μιας οικονομίας που το πάλαι ποτέ ήταν η «ατμομηχανή» της Ευρώπης.
Τόσο η Κίνα όσο και η Γερμανία έκτισαν την οικονομική ισχύ τους στο γεγονός ότι διαμορφώθηκαν ως εξαγωγικές χώρες και δήλωναν περήφανες για τα εμπορικά τους πλεονάσματα.
Οι μοίρες του διαχωρίστηκαν από το γεγονός ότι το γερμανικό παραγωγικό μοντέλο φαίνεται να καταρρέει καθώς δεν προσαρμόσθηκε στα δεδομένα που έθετε ο κινεζικός ανταγωνισμός.
Η επιτυχία του Πεκίνου να αναβαθμίσει τα παραγωγικά της πρότυπα αφομοιώνοντας τις τεχνολογικές εξελίξεις και διαμορφώνοντας επιτυχημένα οικοσυστήματα αποδιάρθρωσε το γερμανικό παραγωγικό μοντέλο.
Την ίδια ώρα, η «δυσκίνητη» γερμανική οικονομία, με τα τεράστια βάρη όσον αφορά τις κοινωνικές, μεταβιβάσεις, τον γηράσκοντα πληθυσμό και την ανασταλτική για τις γραφειοκρατία έχει τεθεί σε πορεία προϊούσας παρακμής.
Χαρακτηριστικό της επιδείνωσης της δημοσιονομικής θέσης της χώρας είναι ότι O Merz και οι εταίροι του κυβερνητικού συνασπισμού παρουσίασαν την Πέμπτη (2/7) ένα ολοκληρωμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων με στόχο να επαναφέρουν την βραδυπορούσα οικονομία της χώρας σε τροχιά ανάπτυξης.
Τα μέτρα, 34 τον αριθμό, περιλαμβάνουν μειώσεις στον φόρο εισοδήματος για οικογένειες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, αναμόρφωση του ασθμαίνοντος συνταξιοδοτικού συστήματος, αυστηρότερους κανόνες για τις αναρρωτικές άδειες των εργαζομένων και μείωση της ασφυκτικής γραφειοκρατίας της χώρας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η αυτοκινητοβιομηχανία, το κάποτε «πετράδι του στέμματος» του του γερμανικού καπιταλισμού, έχει ηττηθεί από τα κινεζικά ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και ευελπιστεί για τη σωτηρία της στις γραμμές παραγωγής να παράγονται τεθωρακισμένα.

Οι επικρίσεις στο Πεκίνο για αθέμιτες πρακτικές 

Στις 16 Ιουνίου, ο επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ, Maroš Šefčovič, δήλωσε ότι η άνιση εμπορική σχέση του μπλοκ με την Κίνα «έχει φτάσει σε σημείο που απαιτεί επανεκκίνηση».
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz επέκρινε το Πεκίνο για όσα χαρακτήρισε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Σε δηλώσεις που έκανε στις Βρυξέλλες μετά τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο Merz κατηγόρησε την Κίνα ότι «κατακλύζει τις αγορές» μέσω της χορήγησης «υψηλών επιδοτήσεων».
Υποστήριξε επίσης ότι το κινεζικό νόμισμα είναι υποτιμημένο κατά 30%, γεγονός που καθιστά τα κινεζικά προϊόντα τεχνητά φθηνότερα στις διεθνείς αγορές.

Η Συμφωνία της Plaza και η οικονομία

Ως παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό, επικαλέστηκε τη Συμφωνία της Plaza.
Η Συμφωνία της Plaza, η οποία υπογράφηκε το 1985 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία, τη Βρετανία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, προέβλεπε ότι η Ιαπωνία θα αποδεχόταν την ανατίμηση του νομίσματός της, του γεν, έναντι του δολαρίου ΗΠΑ.
Παράλληλα, οι πέντε χώρες συμφώνησαν να παρέμβουν συντονισμένα στις αγορές συναλλάγματος ώστε να αποδυναμώσουν το αμερικανικό δολάριο, το οποίο είχε ανατιμηθεί σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.
Η αξία του γεν αυξήθηκε γρήγορα μετά τη Συμφωνία της Plaza, καταγράφοντας ανατίμηση περίπου 46% έναντι του δολαρίου έως το 1986.
Με αυτόν τον τρόπο αποφεύχθηκε η επιβολή προστατευτικών μέτρων κατά της Ιαπωνίας.
Ωστόσο, η ανατίμηση του γιεν είχε σοβαρές συνέπειες για την ιαπωνική οικονομία, κάτι που οι Κινέζοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής φαίνεται να γνωρίζουν πολύ καλά.
Για παράδειγμα, η ανατίμηση του γιεν θεωρείται ευρέως ότι συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της «φούσκας» στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων στην Ιαπωνία στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κατάρρευση αυτής της φούσκας οδήγησε στις λεγόμενες «χαμένες δεκαετίες» οικονομικής στασιμότητας της Ιαπωνίας, οι οποίες χαρακτηρίζουν την πορεία της ιαπωνικής οικονομίας μέχρι σήμερα.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ιαπωνίας παραμένει στάσιμο γύρω στις 40.000 δολάρια από τη δεκαετία του 1990, ενώ οι περισσότερες άλλες μεγάλες οικονομίες έχουν σημειώσει σημαντική ανάπτυξη.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-05_142505.png
Ο εφιάλτης της Ιαπωνίας, οι χαμένες δεκαετίες και η άρνηση της Κίνας

Για τους Κινέζους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, οι σημερινές εμπορικές εντάσεις μεταξύ του Πεκίνου και της Δύσης θυμίζουν την τεταμένη σχέση που επικρατούσε πριν από δεκαετίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας.
Πολλές από τις επικρίσεις που διατυπώνονται σήμερα για το αναπτυξιακό μοντέλο και τις οικονομικές πρακτικές της Κίνας μοιάζουν με εκείνες που διατυπώνονταν τότε σε βάρος της Ιαπωνίας.
Οι επικρίσεις αυτές αφορούσαν κυρίως το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι της Ιαπωνίας, καθώς και τις φερόμενες ως αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της, οι οποίες έθεταν σε μειονεκτική θέση τους Αμερικανούς κατασκευαστές.
Μεταξύ άλλων, οι ΗΠΑ υποστήριζαν ότι οι Ιάπωνες κατασκευαστές ημιαγωγών και ηλεκτρονικών ειδών κατέκλυζαν την αμερικανική αγορά με προϊόντα που πωλούνταν σε τιμές χαμηλότερες από το κόστος παραγωγής.
Κατά συνέπεια, η Κίνα δεν θεωρεί τη Συμφωνία της Plaza μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία.
Αντίθετα, την αντιμετωπίζει ως μια πρωτοβουλία υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών με στόχο την αποδυνάμωση της ιαπωνικής οικονομίας, η οποία σηματοδότησε την αρχή του τέλους της ανταγωνιστικότητας της ιαπωνικής μεταποίησης. Πρόκειται για μια θέση που προβάλλεται συστηματικά από τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης.
Το 2018, το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua περιέγραψε τη Συμφωνία της Plaza ως την αιτία των οικονομικών προβλημάτων της Ιαπωνίας.
Η ίδια προσέγγιση επαναλήφθηκε και σε πρόσφατο κύριο άρθρο της εφημερίδας Global Times, που υπάγεται στη διεύθυνση της People's Daily, της επίσημης εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.
Το άρθρο υποστήριζε ότι η συμφωνία αποτελεί ιστορικό παράδειγμα δυτικού οικονομικού εξαναγκασμού και πολιτικής πίεσης και όχι υπόδειγμα διεθνούς συνεργασίας.

Σύγκρουση συμφερόντων

Το μήνυμα του Friedrich Merz ενδεχομένως να μην είχε ως πρόθεση να υποδείξει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έπρεπε να επιδιώξει τον περιορισμό της κινεζικής οικονομίας.
Ωστόσο, δεδομένης της επιφυλακτικότητας των Κινέζων υπευθύνων χάραξης πολιτικής απέναντι στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε η Συμφωνία της Πλάζα στην Ιαπωνία, είναι πιθανό το Πεκίνο να ερμηνεύσει τις δηλώσεις του με αυτόν τον τρόπο.
Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει αντιδράσει δυναμικά σε ό,τι θεωρεί εξωτερικές προσπάθειες περιορισμού της οικονομικής της ανταγωνιστικότητας.

Ο Donald Trump και η «Συμφωνία του Mar-a-Lago»

Έχει λάβει προληπτικά αντίμετρα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ως απάντηση στην επιβολή δασμών και άλλων περιορισμών στα κινεζικά προϊόντα, καθώς και στην προτεινόμενη από τον Donald Trump «Συμφωνία του Mar-a-Lago», μέσω της οποίας επιδιώκει να μειώσει την αξία του αμερικανικού δολαρίου προκειμένου να ενισχύσει τις αμερικανικές εξαγωγές.
Στις 22 Ιουνίου 2026, για παράδειγμα, η Κίνα πρόσθεσε ακόμη δέκα αμερικανικές εταιρείες στον κατάλογο ελέγχου των εξαγωγών σπάνιων γαιών, ως απάντηση στους περιορισμούς που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε κινεζικές επιχειρήσεις, όπως η κατασκευάστρια ηλεκτρικών οχημάτων BYD.
Το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν απάντηση στην «κακόβουλη πρακτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ», προσθέτοντας ότι ελήφθησαν για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας και των εθνικών συμφερόντων της χώρας.
Οι δηλώσεις του Merz αφήνουν την Ευρώπη εκτεθειμένη στο ενδεχόμενο λήψης παρόμοιων μέτρων.
Μεταξύ αυτών θα μπορούσε να περιλαμβάνεται, κυρίως, η περαιτέρω αυστηροποίηση των περιορισμών στην πρόσβαση των ευρωπαϊκών χωρών στις κινεζικές σπάνιες γαίες, οι οποίες αποτελούν βασικά συστατικά πολλών σύγχρονων στρατιωτικών τεχνολογιών.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δυσχέραινε τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες έχουν μέχρι στιγμής διστάσει να εμπλακούν σε μια ανοιχτή εμπορική σύγκρουση με το Πεκίνο.
Ως εκ τούτου, η πιθανότερη αντίδραση της Κίνας στις εμπορικές εντάσεις με την Ευρώπη είναι να συνεχίσει την πάγια πρακτική της, αντιμετωπίζοντας τα επιμέρους κράτη σε διμερές επίπεδο και όχι την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ενιαίο σύνολο.
Το Πεκίνο έχει αξιοποιήσει αυτή την προσέγγιση και στο παρελθόν, προκειμένου να εξουδετερώσει προηγούμενες προσπάθειες της ΕΕ να διαμορφώσει μια ενιαία στάση απέναντι στην Κίνα.
Είναι πλέον σαφές ότι οι σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας εισέρχονται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης.
Οι διαφορές τους αναμένεται να οξυνθούν ακόμη περισσότερο, καθώς η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της στη μεταποίηση και να σημειώσει πρόοδο σε κρίσιμες τεχνολογίες, οι οποίες μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν προνομιακό πεδίο των προηγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών - άλλωστε οι οικονομικές ισορροπίες ισχύος την ευνοούν.
Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-07-05_142658.png
www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης