Η θεωρία της εξέλιξης του Charles Darwin, όπως διατυπώθηκε το 1859 στο έργο του On the Origin of Species, παραμένει έως σήμερα θεμέλιο της βιολογίας. Παρότι η κεντρική της ιδέα —ότι η κληρονομική ποικιλότητα και η φυσική επιλογή οδηγούν σταδιακά στη δημιουργία νέων ειδών— επιβεβαιώθηκε, ορισμένες πλευρές της αποδείχθηκαν ελλιπείς υπό το φως των μεταγενέστερων επιστημονικών ανακαλύψεων.
Ο Δαρβίνος δεν διέθετε σαφή γνώση της γενετικής. Αγνοούσε την ύπαρξη γονιδίων και χρωμοσωμάτων και θεωρούσε ότι τα χαρακτηριστικά «αναμειγνύονται» στους απογόνους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η κληρονομικότητα λειτουργεί μέσω διακριτών γενετικών μονάδων, με επικρατή και υπολειπόμενα γνωρίσματα, γεγονός που εξηγεί πώς διατηρείται η γενετική ποικιλότητα μέσα στον χρόνο.
Επιπλέον, στη σκέψη του υπήρχε περιθώριο για την κληρονόμηση επίκτητων χαρακτηριστικών, δηλαδή την ιδέα ότι αλλαγές που αποκτά ένας οργανισμός κατά τη διάρκεια της ζωής του μπορούν να περάσουν στους απογόνους του. Τα πειραματικά δεδομένα απέδειξαν ότι αυτό δεν ισχύει ως γενικός κανόνας, με ελάχιστες μόνο εξαιρέσεις που σχετίζονται με επιγενετικούς μηχανισμούς.
Ακόμη, ο Δαρβίνος δεν είχε αναπτύξει σαφή έννοια των μεταλλάξεων ως αυτόνομων, τυχαίων γενετικών αλλαγών. Υπογράμμιζε τη βαθμιαία μεταβολή, χωρίς να γνωρίζει ότι οι μεταλλάξεις αποτελούν τη βασική πηγή νέας γενετικής πληροφορίας.
Παράλληλα, είχε υποτιμήσει τον ρόλο της γενετικής παρέκκλισης, δηλαδή των τυχαίων αλλαγών στη συχνότητα γονιδίων μέσα σε έναν πληθυσμό, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη ανεξάρτητα από τη φυσική επιλογή.
Σημαντική διαφοροποίηση αφορά και τον σχηματισμό των ειδών.
Σήμερα είναι σαφές ότι για να δημιουργηθεί ένα νέο είδος απαιτείται κάποιου τύπου απομόνωση — γεωγραφική, γενετική ή αναπαραγωγική — ώστε να διακοπεί η ανταλλαγή γονιδίων μεταξύ πληθυσμών. Χωρίς αυτήν, οι διαφοροποιήσεις οδηγούν απλώς σε ποικιλομορφία μέσα στο ίδιο είδος και όχι σε πλήρη ειδογένεση.
Οι σύγχρονες εξελικτικές θεωρίες δεν αναιρούν τον Δαρβίνο· τον συμπληρώνουν. Η ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης και η έννοια της διακοπτόμενης ισορροπίας εμπλούτισαν το αρχικό πλαίσιο, δείχνοντας ότι η εξέλιξη δεν είναι μόνο σταδιακή ούτε καθοδηγείται αποκλειστικά από την επιλογή.
Τελικά, οι «αστοχίες» του Δαρβίνου δεν ήταν σφάλματα σκέψης αλλά φυσικό αποτέλεσμα των περιορισμένων γνώσεων της εποχής του.
Η βασική του σύλληψη παραμένει ακλόνητη: η εξέλιξη αποτελεί θεμελιώδη διαδικασία της ζωής, ενώ η επιστήμη συνεχίζει να εμβαθύνει στους μηχανισμούς που την καθοδηγούν.
Σχόλια αναγνωστών