Η αποσύνδεση δεν είναι απλώς δύσκολη — είναι, μεσοπρόθεσμα, πρακτικά αδύνατη χωρίς τεράστιο οικονομικό, τεχνολογικό και θεσμικό κόστος.
Η Ευρώπη βαδίζει πάνω σε ψηφιακή κινούμενη άμμο.
Πίσω από τις μεγαλοστομίες περί «στρατηγικής αυτονομίας» και «τεχνολογικής κυριαρχίας», κρύβεται μια ωμή πραγματικότητα: η ΕΕ είναι βαθιά, σχεδόν υπαρξιακά, εξαρτημένη από τις αμερικανικές ψηφιακές τεχνολογίες — και δεν θα μπορέσει να απεμπλακεί χωρίς κάποιο σοβαρό σοκ.
Αυτό είναι το ανησυχητικό συμπέρασμα έρευνας του Politico σε κράτη-μέλη της ΕΕ, η οποία αποκαλύπτει ότι το ευρωπαϊκό ψηφιακό οικοσύστημα είναι δομικά δεμένο με αμερικανικές πλατφόρμες, λογισμικό και υποδομές.
Η αποσύνδεση δεν είναι απλώς δύσκολη — είναι, μεσοπρόθεσμα, πρακτικά αδύνατη χωρίς τεράστιο οικονομικό, τεχνολογικό και θεσμικό κόστος.
Όπως παραδέχθηκε ανοιχτά ο υπουργός Οικονομίας και Καινοτομίας της Λιθουανίας, Edvinas Grikšas, η πλήρης τεχνολογική αποδέσμευση από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί ρεαλιστικό στόχο. Και δεν είναι ο μόνος.
Στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συναίνεση: αν «σβήσουν» οι αμερικανικές τεχνολογίες, η Ευρώπη σκοτεινιάζει.
Κυβερνήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, κρίσιμες υποδομές και επιχειρήσεις λειτουργούν καθημερινά πάνω σε αμερικανικές πλατφόρμες.
Η απότομη διακοπή τους θα δημιουργούσε συστημικούς κινδύνους για την οικονομία, τη διοίκηση και την ψηφιακή ασφάλεια.
Η Γερμανία το λέει ξεκάθαρα: η πλήρης αντικατάσταση ξένων ψηφιακών υπηρεσιών δεν είναι μόνο τεχνικά εξαιρετικά δύσκολη, αλλά και επιχειρησιακά μη αποδοτική.
Το πρόβλημα γίνεται εκρηκτικό στον τομέα του cloud computing. Google, Microsoft και Amazon ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα της ευρωπαϊκής αγοράς cloud.
Πρόκειται για μια συγκέντρωση ισχύος που μεταφράζεται σε στρατηγική εξάρτηση.
Οι ευρωπαϊκές εναλλακτικές υπάρχουν, αλλά —τουλάχιστον προς το παρόν— υστερούν σε κλίμακα, λειτουργικότητα και αξιοπιστία. Η Ευρώπη δεν έχει απλώς καθυστερήσει• έχει παγιδευτεί.
Η εξάρτηση δεν περιορίζεται στο Δημόσιο.
Ραχοκοκαλιά
Στον ιδιωτικό τομέα, το αμερικανικό λογισμικό αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της διαχείρισης δεδομένων, των επικοινωνιών, της εφοδιαστικής αλυσίδας και των χρηματοοικονομικών λειτουργιών.
Αυτό δημιουργεί ένα φαινόμενο τεχνολογικού εγκλωβισμού: η έξοδος από το σύστημα ισοδυναμεί με επιχειρησιακή αποδιοργάνωση και απώλεια ανταγωνιστικότητας στις παγκόσμιες αγορές.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα υψηλότερα επίπεδα εξάρτησης εντοπίζονται σε χώρες με ανεπτυγμένους τεχνολογικούς τομείς, όπως η Ιρλανδία, η Φινλανδία και η Σουηδία. Εκεί, η παρουσία πολυεθνικών και η ψηφιακή εξειδίκευση έχουν χτίσει μια σχέση που δύσκολα λύνεται.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι ορισμένες χώρες εξετάζουν πλέον σενάρια κρίσης.
Η Φινλανδία έχει αναλύσει τις συνέπειες ενός ακραίου αλλά όχι αδιανόητου σεναρίου: ενός πλήρους «κλεισίματος» αμερικανικών ψηφιακών υπηρεσιών με πρωτοβουλία της Ουάσινγκτον.
Δεν πρόκειται για προφητεία ρήξης, αλλά για άσκηση επιβίωσης. Κυβερνοασφάλεια, κυριαρχία δεδομένων, λειτουργία του κράτους υπό εξωτερική πίεση — όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο.
Η Γαλλία προσπαθεί να δημιουργήσει «ψηφιακές εφεδρείες», αναπτύσσοντας δικά της εργαλεία τηλεδιάσκεψης ως αντίβαρο σε Zoom και Microsoft Teams.
Όμως ούτε το Παρίσι μιλά για πλήρη απεξάρτηση.
Πρόκειται για σχέδιο περιορισμού ζημιών, όχι για ψηφιακή ανεξαρτησία.
Το Politico απηύθυνε ερωτήματα σε όλες τις 27 χώρες της ΕΕ και έλαβε απαντήσεις από οκτώ — όλες κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.
Μακροπρόθεσμα, η Ευρώπη θα προσπαθήσει να αναπτύξει δικές της πλατφόρμες, για λόγους ασφάλειας, ρύθμισης και στρατηγικής αυτονομίας. Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.
Η ΕΕ παραμένει ψηφιακά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Και σε έναν κόσμο γεωπολιτικών ρήξεων, τεχνολογικών πολέμων και κυρώσεων, αυτή η εξάρτηση δεν είναι απλώς μειονέκτημα.
Είναι ένα στρατηγικό ρίσκο που μπορεί, υπό λάθος συνθήκες, να μετατραπεί σε εφιάλτη.
www.bankingnews.gr
Πίσω από τις μεγαλοστομίες περί «στρατηγικής αυτονομίας» και «τεχνολογικής κυριαρχίας», κρύβεται μια ωμή πραγματικότητα: η ΕΕ είναι βαθιά, σχεδόν υπαρξιακά, εξαρτημένη από τις αμερικανικές ψηφιακές τεχνολογίες — και δεν θα μπορέσει να απεμπλακεί χωρίς κάποιο σοβαρό σοκ.
Αυτό είναι το ανησυχητικό συμπέρασμα έρευνας του Politico σε κράτη-μέλη της ΕΕ, η οποία αποκαλύπτει ότι το ευρωπαϊκό ψηφιακό οικοσύστημα είναι δομικά δεμένο με αμερικανικές πλατφόρμες, λογισμικό και υποδομές.
Η αποσύνδεση δεν είναι απλώς δύσκολη — είναι, μεσοπρόθεσμα, πρακτικά αδύνατη χωρίς τεράστιο οικονομικό, τεχνολογικό και θεσμικό κόστος.
Όπως παραδέχθηκε ανοιχτά ο υπουργός Οικονομίας και Καινοτομίας της Λιθουανίας, Edvinas Grikšas, η πλήρης τεχνολογική αποδέσμευση από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί ρεαλιστικό στόχο. Και δεν είναι ο μόνος.
Στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων φαίνεται να υπάρχει μια σιωπηρή συναίνεση: αν «σβήσουν» οι αμερικανικές τεχνολογίες, η Ευρώπη σκοτεινιάζει.
Κυβερνήσεις, δημόσιες υπηρεσίες, κρίσιμες υποδομές και επιχειρήσεις λειτουργούν καθημερινά πάνω σε αμερικανικές πλατφόρμες.
Η απότομη διακοπή τους θα δημιουργούσε συστημικούς κινδύνους για την οικονομία, τη διοίκηση και την ψηφιακή ασφάλεια.
Η Γερμανία το λέει ξεκάθαρα: η πλήρης αντικατάσταση ξένων ψηφιακών υπηρεσιών δεν είναι μόνο τεχνικά εξαιρετικά δύσκολη, αλλά και επιχειρησιακά μη αποδοτική.
Το πρόβλημα γίνεται εκρηκτικό στον τομέα του cloud computing. Google, Microsoft και Amazon ελέγχουν περίπου τα δύο τρίτα της ευρωπαϊκής αγοράς cloud.
Πρόκειται για μια συγκέντρωση ισχύος που μεταφράζεται σε στρατηγική εξάρτηση.
Οι ευρωπαϊκές εναλλακτικές υπάρχουν, αλλά —τουλάχιστον προς το παρόν— υστερούν σε κλίμακα, λειτουργικότητα και αξιοπιστία. Η Ευρώπη δεν έχει απλώς καθυστερήσει• έχει παγιδευτεί.
Η εξάρτηση δεν περιορίζεται στο Δημόσιο.
Ραχοκοκαλιά
Στον ιδιωτικό τομέα, το αμερικανικό λογισμικό αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της διαχείρισης δεδομένων, των επικοινωνιών, της εφοδιαστικής αλυσίδας και των χρηματοοικονομικών λειτουργιών.
Αυτό δημιουργεί ένα φαινόμενο τεχνολογικού εγκλωβισμού: η έξοδος από το σύστημα ισοδυναμεί με επιχειρησιακή αποδιοργάνωση και απώλεια ανταγωνιστικότητας στις παγκόσμιες αγορές.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα υψηλότερα επίπεδα εξάρτησης εντοπίζονται σε χώρες με ανεπτυγμένους τεχνολογικούς τομείς, όπως η Ιρλανδία, η Φινλανδία και η Σουηδία. Εκεί, η παρουσία πολυεθνικών και η ψηφιακή εξειδίκευση έχουν χτίσει μια σχέση που δύσκολα λύνεται.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι ορισμένες χώρες εξετάζουν πλέον σενάρια κρίσης.
Η Φινλανδία έχει αναλύσει τις συνέπειες ενός ακραίου αλλά όχι αδιανόητου σεναρίου: ενός πλήρους «κλεισίματος» αμερικανικών ψηφιακών υπηρεσιών με πρωτοβουλία της Ουάσινγκτον.
Δεν πρόκειται για προφητεία ρήξης, αλλά για άσκηση επιβίωσης. Κυβερνοασφάλεια, κυριαρχία δεδομένων, λειτουργία του κράτους υπό εξωτερική πίεση — όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο.
Η Γαλλία προσπαθεί να δημιουργήσει «ψηφιακές εφεδρείες», αναπτύσσοντας δικά της εργαλεία τηλεδιάσκεψης ως αντίβαρο σε Zoom και Microsoft Teams.
Όμως ούτε το Παρίσι μιλά για πλήρη απεξάρτηση.
Πρόκειται για σχέδιο περιορισμού ζημιών, όχι για ψηφιακή ανεξαρτησία.
Το Politico απηύθυνε ερωτήματα σε όλες τις 27 χώρες της ΕΕ και έλαβε απαντήσεις από οκτώ — όλες κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.
Μακροπρόθεσμα, η Ευρώπη θα προσπαθήσει να αναπτύξει δικές της πλατφόρμες, για λόγους ασφάλειας, ρύθμισης και στρατηγικής αυτονομίας. Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.
Η ΕΕ παραμένει ψηφιακά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ. Και σε έναν κόσμο γεωπολιτικών ρήξεων, τεχνολογικών πολέμων και κυρώσεων, αυτή η εξάρτηση δεν είναι απλώς μειονέκτημα.
Είναι ένα στρατηγικό ρίσκο που μπορεί, υπό λάθος συνθήκες, να μετατραπεί σε εφιάλτη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών