Τα νοικοκυριά είτε θα πληρώσουν ακριβότερα για να διατηρήσουν την ίδια κάλυψη, είτε θα αναγκαστούν να περιορίσουν παροχές και όρια αποζημίωσης.
Εν μέσω έντονης διαμάχης μεταξύ ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών εταιριών μετά τις «τυφλές» αυξήσεις που κυμαίνονται από 4% ως 10,8%, στα ασφάλιστρα υγείας για 1.000.000 πολίτες, μέσα στο καλοκαίρι αναμένεται από την ΕΛΣΤΑΤ ο δείκτης υπολογισμού κόστους υγείας, ο οποίος θα είναι σημείο αναφοράς για τις εταιρίες και θα τις συμπαρασύρει σε νέες αυξήσεις.
Σε πρόσφατη συνάντηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, τους προέτρεψε οι αυξήσεις να μην ξεπεράσουν το 7%, χωρίς προς το παρόν η κυβέρνηση να έχει ελέγξει τις μεθόδους τιμολόγησης των ιδιωτικών νοσοκομείων, αλλά και το μέγεθος και τις απαιτήσεις των συμβολαίων.
Οι αυξήσεις στο σύνολο των εταιριών δεν αποκλείεται να κινηθούν στο 10%-12% και ίσως παραπάνω.
Πάντως, 8 μεγάλες ασφαλιστικές προχώρησαν σε αυξήσεις που ξεκινούν από το 4% και φτάνουν στο 10,8%, ανάλογα με τα συμβόλαια, τη διάρκειά τους, αλλά και την ηλικία των ασφαλισμένων.
Αβεβαιότητα
Το κενό αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο περιβάλλον αβεβαιότητας.
Χωρίς επίσημο δείκτη, οι ασφαλιστικές διατηρούν μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν τις αυξήσεις, κάτι που – όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς – ανοίγει τον δρόμο για αναπροσαρμογές άνω του 10% σε πολλά συμβόλαια Υγείας.
Σε πρακτικό επίπεδο, μια αύξηση 10% σημαίνει ότι ένα συμβόλαιο Υγείας ύψους 2.000 ευρώ ετησίως επιβαρύνεται με επιπλέον 200 ευρώ, χωρίς καμία βελτίωση στις παροχές.
Οι λόγοι πίσω από τις αυξήσεις εστιάζονται:
• Στην άνοδο στους τιμοκαταλόγους ιδιωτικών νοσοκομείων και κλινικών,
• Στις ακριβότερες ιατρικές πράξεις και νέες τεχνολογίες,
• Στην αύξηση της συχνότητας νοσηλειών μετά την πανδημία,
• Στην γήρανση του ασφαλισμένου πληθυσμού στα ισόβια προγράμματα.
Τα νοικοκυριά είτε θα πληρώσουν ακριβότερα για να διατηρήσουν την ίδια κάλυψη, είτε θα αναγκαστούν να περιορίσουν παροχές και όρια αποζημίωσης.
Σε μια περίοδο που το δημόσιο σύστημα Υγείας παραμένει υπό πίεση, η ιδιωτική ασφάλιση γίνεται ολοένα και λιγότερο προσιτή.
Στις αυξήσεις αυτές συνηγορεί και η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (2196/2025) που ορίζει ρητά οτι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της μονομερούς αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι νόμιμη μόνον εφόσον πληρούνται συνολικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. η αναπροσαρμογή να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται ρητά στη σύμβαση
2. η απόφαση της Εταιρείας να βασίζεται σε ειδικά, εύλογα και κατά το δυνατόν συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία θα επιτρέπουν στον μέσο ασφαλισμένο να κατανοεί τον τρόπο αναπροσαρμογής και να αξιολογεί τις οικονομικές της συνέπειες
3. η δυνατότητα και το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής, να συνοδεύονται από επαρκή, σαφή και συνεχή πληροφόρηση του ασφαλισμένου
Έρευνα σχετική με τις ασφαλίσεις υγείας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου δείχνει ότι η ασφάλιση υγείας αντιμετωπίζεται κυρίως ως εργαλείο κάλυψης σοβαρών περιστατικών (νοσηλεία) και λιγότερο ως μέσο καθημερινής φροντίδας.
Η έρευνα καταδεικνύει ότι η ασφάλιση στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική επιλογή (π.χ. αυτοκίνητο) και όχι συνειδητή πράξη πρόληψης.
Ξεκινά διάλογος εν μέσω πολέμου
Τις επόμενες μέρες αναμένεται να ξεκινήσει διάλογος με την Τράπεζα της Ελλάδος και την Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΔΕΙΑ) για την ομαλοποίηση των συνθηκών που κυριαρχούν στην αγορά.
Η ΔΕΙΑ θα επιχειρήσει να επιβάλλει την αποκατάσταση των όρων των αποφάσεων των ασφαλιστικών, στηριζόμενη στην ερμηνεία των νομικών όρων των συμβάσεων για πωλήσεις ασφαλιστηρίων που έχουν συναφθεί και που έχουν υπογράψει οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι ασφαλιστικές με μεγάλη προσπάθεια θα πείσουν για την έξωθεν καλή τους μαρτυρία.
Την ίδια στιγμή η Ένωση Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών εκτιμά ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να προβούν άμεσα στην διαμόρφωση των ρητρών αναπροσαρμογής, κατά τρόπο που να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις αρχές της διαφάνειας, ισορροπίας και καλής πίστης έναντι των ασφαλισμένων τους, τηρουμένων των ανωτέρω προϋποθέσεων, με κριτήρια διαφανή και ευχερώς προσιτά στον μέσο ασφαλισμένο, που θα συνδέονται με δείκτες αντικειμενικούς και δημοσίως προσβάσιμους, τα οποία θα διασφαλίζουν την πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις διαφάνειας που θέτει η Απόφαση του ΣτΕ.
Η ρήξη των σχέσεων μεταξύ ασφαλιστικών πρακτόρων, ασφαλισμένων και ασφαλιστικών εταιριών επήλθε από τις μονομερείς αποφάσεις των για υπέρογκες αυξήσεις ασφαλίστρων και τις μονομερείς αποφάσεις για μειώσεις αμοιβών των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών σε δεδουλευμένα ασφάλιστρα Υγείας, δηλαδή σε συμβάσεις που ήδη έχουν συναφθεί και που αν υποβληθούν δικαστικές αγωγές θα κριθούν οι αποφάσεις αυτές έκνομες.
Να σημειωθεί ότι η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), ζητά την επανεξέταση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, καθώς και την επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από το φόρο 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στις ηλικίες άνω των 65 ετών.
Τούτων δοθέντων τρία είναι τα σημαντικότερα ζητήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν:
1. Την αποκατάσταση των σχέσεων τους με τους ασφαλιστικούς πράκτορες που τους πωλούν τα προϊόντα.
2. Την αποκατάσταση εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων μετά τις υπέρογκες αυξήσεις σε ασφάλιστρα υγεία.
3. Την πρόσληψη νέων στελεχών – πωλητών στον κλάδο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι την πενταετία μεταξύ 2010-2015, η Γενική Γραμματεία του Καταναλωτή επέβαλλε πρόστιμα ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ σε τρεις ασφαλιστικές για αυθαίρετες αυξήσεις, ύψους 10 με 15%, όταν το κόστος υπηρεσιών υγείας κυμαίνονταν μεταξύ 1,5% με 3,6% στα ασφαλιστήρια συμβόλαια νοσοκομειακών καλύψεων.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Σε πρόσφατη συνάντηση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο, τους προέτρεψε οι αυξήσεις να μην ξεπεράσουν το 7%, χωρίς προς το παρόν η κυβέρνηση να έχει ελέγξει τις μεθόδους τιμολόγησης των ιδιωτικών νοσοκομείων, αλλά και το μέγεθος και τις απαιτήσεις των συμβολαίων.
Οι αυξήσεις στο σύνολο των εταιριών δεν αποκλείεται να κινηθούν στο 10%-12% και ίσως παραπάνω.
Πάντως, 8 μεγάλες ασφαλιστικές προχώρησαν σε αυξήσεις που ξεκινούν από το 4% και φτάνουν στο 10,8%, ανάλογα με τα συμβόλαια, τη διάρκειά τους, αλλά και την ηλικία των ασφαλισμένων.
Αβεβαιότητα
Το κενό αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο περιβάλλον αβεβαιότητας.
Χωρίς επίσημο δείκτη, οι ασφαλιστικές διατηρούν μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν τις αυξήσεις, κάτι που – όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς – ανοίγει τον δρόμο για αναπροσαρμογές άνω του 10% σε πολλά συμβόλαια Υγείας.
Σε πρακτικό επίπεδο, μια αύξηση 10% σημαίνει ότι ένα συμβόλαιο Υγείας ύψους 2.000 ευρώ ετησίως επιβαρύνεται με επιπλέον 200 ευρώ, χωρίς καμία βελτίωση στις παροχές.
Οι λόγοι πίσω από τις αυξήσεις εστιάζονται:
• Στην άνοδο στους τιμοκαταλόγους ιδιωτικών νοσοκομείων και κλινικών,
• Στις ακριβότερες ιατρικές πράξεις και νέες τεχνολογίες,
• Στην αύξηση της συχνότητας νοσηλειών μετά την πανδημία,
• Στην γήρανση του ασφαλισμένου πληθυσμού στα ισόβια προγράμματα.
Τα νοικοκυριά είτε θα πληρώσουν ακριβότερα για να διατηρήσουν την ίδια κάλυψη, είτε θα αναγκαστούν να περιορίσουν παροχές και όρια αποζημίωσης.
Σε μια περίοδο που το δημόσιο σύστημα Υγείας παραμένει υπό πίεση, η ιδιωτική ασφάλιση γίνεται ολοένα και λιγότερο προσιτή.
Στις αυξήσεις αυτές συνηγορεί και η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ (2196/2025) που ορίζει ρητά οτι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος της μονομερούς αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι νόμιμη μόνον εφόσον πληρούνται συνολικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
1. η αναπροσαρμογή να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται ρητά στη σύμβαση
2. η απόφαση της Εταιρείας να βασίζεται σε ειδικά, εύλογα και κατά το δυνατόν συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία θα επιτρέπουν στον μέσο ασφαλισμένο να κατανοεί τον τρόπο αναπροσαρμογής και να αξιολογεί τις οικονομικές της συνέπειες
3. η δυνατότητα και το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής, να συνοδεύονται από επαρκή, σαφή και συνεχή πληροφόρηση του ασφαλισμένου
Έρευνα σχετική με τις ασφαλίσεις υγείας του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου δείχνει ότι η ασφάλιση υγείας αντιμετωπίζεται κυρίως ως εργαλείο κάλυψης σοβαρών περιστατικών (νοσηλεία) και λιγότερο ως μέσο καθημερινής φροντίδας.
Η έρευνα καταδεικνύει ότι η ασφάλιση στην Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποχρεωτική επιλογή (π.χ. αυτοκίνητο) και όχι συνειδητή πράξη πρόληψης.
Ξεκινά διάλογος εν μέσω πολέμου
Τις επόμενες μέρες αναμένεται να ξεκινήσει διάλογος με την Τράπεζα της Ελλάδος και την Εποπτεία Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΔΕΙΑ) για την ομαλοποίηση των συνθηκών που κυριαρχούν στην αγορά.
Η ΔΕΙΑ θα επιχειρήσει να επιβάλλει την αποκατάσταση των όρων των αποφάσεων των ασφαλιστικών, στηριζόμενη στην ερμηνεία των νομικών όρων των συμβάσεων για πωλήσεις ασφαλιστηρίων που έχουν συναφθεί και που έχουν υπογράψει οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι ασφαλιστικές με μεγάλη προσπάθεια θα πείσουν για την έξωθεν καλή τους μαρτυρία.
Την ίδια στιγμή η Ένωση Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών εκτιμά ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να προβούν άμεσα στην διαμόρφωση των ρητρών αναπροσαρμογής, κατά τρόπο που να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις αρχές της διαφάνειας, ισορροπίας και καλής πίστης έναντι των ασφαλισμένων τους, τηρουμένων των ανωτέρω προϋποθέσεων, με κριτήρια διαφανή και ευχερώς προσιτά στον μέσο ασφαλισμένο, που θα συνδέονται με δείκτες αντικειμενικούς και δημοσίως προσβάσιμους, τα οποία θα διασφαλίζουν την πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις διαφάνειας που θέτει η Απόφαση του ΣτΕ.
Η ρήξη των σχέσεων μεταξύ ασφαλιστικών πρακτόρων, ασφαλισμένων και ασφαλιστικών εταιριών επήλθε από τις μονομερείς αποφάσεις των για υπέρογκες αυξήσεις ασφαλίστρων και τις μονομερείς αποφάσεις για μειώσεις αμοιβών των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών σε δεδουλευμένα ασφάλιστρα Υγείας, δηλαδή σε συμβάσεις που ήδη έχουν συναφθεί και που αν υποβληθούν δικαστικές αγωγές θα κριθούν οι αποφάσεις αυτές έκνομες.
Να σημειωθεί ότι η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), ζητά την επανεξέταση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, καθώς και την επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από το φόρο 15% σε όλες τις ηλικίες ή τουλάχιστον στις ηλικίες άνω των 65 ετών.
Τούτων δοθέντων τρία είναι τα σημαντικότερα ζητήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν:
1. Την αποκατάσταση των σχέσεων τους με τους ασφαλιστικούς πράκτορες που τους πωλούν τα προϊόντα.
2. Την αποκατάσταση εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων μετά τις υπέρογκες αυξήσεις σε ασφάλιστρα υγεία.
3. Την πρόσληψη νέων στελεχών – πωλητών στον κλάδο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι την πενταετία μεταξύ 2010-2015, η Γενική Γραμματεία του Καταναλωτή επέβαλλε πρόστιμα ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ σε τρεις ασφαλιστικές για αυθαίρετες αυξήσεις, ύψους 10 με 15%, όταν το κόστος υπηρεσιών υγείας κυμαίνονταν μεταξύ 1,5% με 3,6% στα ασφαλιστήρια συμβόλαια νοσοκομειακών καλύψεων.
Αντώνης Βασιλόπουλος
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών