Τελευταία Νέα
Διεθνή

Ο Trump παίζει με τη φωτιά: Όπλα, τεχνολογία και Ισραήλ τινάζουν στον αέρα την αμερικανική στρατηγική

Ο Trump παίζει με τη φωτιά: Όπλα, τεχνολογία και Ισραήλ τινάζουν στον αέρα την αμερικανική στρατηγική
Η «στρατηγική της ενοποίησης» του Trump συγκρούεται με Big Tech, βαθύ κράτος και ισραηλινά συμφέροντα
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επί Donald Trump εμφανίζεται σήμερα πιο αντιφατική από ποτέ.
Εμπορικοί πόλεμοι και ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, απειλές και κινήσεις κατευνασμού, αποσύρσεις και στρατιωτικές κλιμακώσεις συνυπάρχουν σε ένα θολό και συχνά αντιφατικό μήνυμα από την Ουάσιγκτον, καθιστώντας δύσκολη την ερμηνεία ακόμη και για έμπειρους αναλυτές.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το πρόσφατο άρθρο του Α. Wess Mitchell με τίτλο «Η μεγάλη στρατηγική πίσω από την εξωτερική πολιτική του Trump» επιχειρεί να βάλει τάξη στο χάος.
Ο Mitchell, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για την Ευρώπη και την Ευρασία, υποστηρίζει ότι πίσω από τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας (NSS) της κυβέρνησης Trump υπάρχει μια συνεκτική λογική: η λεγόμενη «ενοποίηση» (consolidation).
Πρόκειται, κατά τον ίδιο, για μια ιστορικά δοκιμασμένη «μεγάλη στρατηγική», σύμφωνα με την οποία μια υπερεκτεταμένη μεγάλη δύναμη αποδέχεται βραχυπρόθεσμους συμβιβασμούς προκειμένου να ανακτήσει τη μακροπρόθεσμη ισχύ της.

Μια υπερεκτεταμένη υπερδύναμη

Όπως επισημαίνει ο Mitchell –και συμφωνούν πολλοί αναλυτές– οι ΗΠΑ είναι στρατιωτικά και οικονομικά υπερεκτεταμένες.
Δεν μπορούν να δρουν ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, την ώρα που χάνουν έδαφος από την Κίνα σε βιομηχανική και τεχνολογική ισχύ.
Η «ενοποίηση» συνεπώς σημαίνει περιορισμό δεσμεύσεων, μεταβίβαση βαρών στους συμμάχους, ενίσχυση του δυτικού ημισφαιρίου, υποβάθμιση δευτερευόντων θεάτρων επιχειρήσεων και αγορά χρόνου μέσω της διπλωματίας, ώστε να επανεκκινήσει η βιομηχανική βάση στο εσωτερικό.
Σύμφωνα με τον Mitchell, δεν πρόκειται για απομονωτισμό, αλλά για ρεαλιστική προσαρμογή των «στόχων» στα διαθέσιμα «μέσα».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Mitchell περιγράφει πέντε βασικούς πυλώνες της στρατηγικής «ενοποίησης»:
- κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο (ένας νεο-μονροϊσμός),
- ελεγχόμενη συνύπαρξη με την Κίνα,
- ανάθεση της ευρωπαϊκής άμυνας στους Ευρωπαίους,
- περιορισμό της εμπλοκής στη Μέση Ανατολή και
- εσωτερική οικονομική αναζωογόνηση.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζεται στο άρθρο, αυτοί οι πυλώνες –ιδίως ο τρίτος και ο τέταρτος– προσκρούουν σε ισχυρές αντιστάσεις: τη βιομηχανία άμυνας, τους τεχνολογικούς κολοσσούς (Big Tech) και τα ισραηλινά συμφέροντα.

Εσωτερικές αντιφάσεις και εξωτερικές πιέσεις

Το πρόβλημα δεν είναι αν η «ενοποίηση» έχει θεωρητική βάση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορεί να εφαρμοστεί από μια πολιτικά διχασμένη και εσωτερικά κατακερματισμένη υπερδύναμη, υπό έναν πρόεδρο που συγκρούεται ανοιχτά με τμήματα του λεγόμενου «βαθέος κράτους».
Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει συνοχή και πειθαρχία, στοιχεία που η Ουάσιγκτον δείχνει ολοένα και περισσότερο να στερείται.
Ήδη από τον Μάρτιο του 2025, ο Trump δεχόταν έντονες πιέσεις από το αμερικανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.
Παρά τη ρητορική περί «ειρήνης μέσω ισχύος», κάθε υπαινιγμός αποκλιμάκωσης απειλεί προγράμματα εξοπλισμών, κύκλους προμηθειών και την πολιτική οικονομία της μόνιμης στρατιωτικής κινητοποίησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε απόπειρα περιορισμού συνοδεύεται από πιέσεις για νέα μέτωπα και νέες απειλές.
Παράλληλα, οι Big Tech διαδραματίζουν καθοριστικό –και συχνά υποτιμημένο– ρόλο.
Από τις υποδομές δεδομένων και την επιτήρηση έως τη συνδεσιμότητα στην Αρκτική και τα διαστημικά συστήματα, τα συμφέροντά τους έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη στρατηγική αυτοσυγκράτηση.
Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: η πίεση του Trump δεν αφορά μόνο τη γεωπολιτική, αλλά και την ψηφιακή, ενεργειακή και τεχνολογική κυριαρχία, ανοίγοντας νέο μέτωπο έντασης με Ευρώπη και Ρωσία.
Τρίτος παράγοντας πίεσης είναι το ισραηλινό λόμπι.
Η επιμονή του Τελ Αβίβ σε σκληρή γραμμή έναντι του Ιράν δυσκολεύει την αποδέσμευση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή.
Οι προσπάθειες του Trump να επανακαθορίσει τις σχέσεις με το Ισραήλ –ακόμη και να το παραγκωνίσει σε ορισμένα ζητήματα– δείχνουν τα όρια της στρατηγικής «ενοποίησης» στην πράξη.

Γροιλανδία, ΝΑΤΟ και το ρίσκο της αποτυχίας

Ο τρίτος πυλώνας του Mitchell, η ανάθεση της ευρωπαϊκής άμυνας στους Ευρωπαίους, δοκιμάζεται σκληρά.
Οι απειλές και οι πιέσεις για τη Γροιλανδία έχουν οξύνει τις διατλαντικές σχέσεις και απειλούν τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Είναι δύσκολο για τις ΗΠΑ να μετακυλίουν το βάρος της Ουκρανίας στην Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα τη συγκρούονται μαζί της.
Η ανάθεση προϋποθέτει εμπιστοσύνη – η πίεση, όμως, τη διαβρώνει.
Αντίστοιχα, ο περιορισμός της εμπλοκής στη Μέση Ανατολή αποδεικνύεται εξίσου δύσκολος, καθώς οι εντάσεις με το Ιράν και οι πιέσεις συμμάχων οδηγούν την Ουάσιγκτον σε μια ταλάντευση μεταξύ αυτοσυγκράτησης και κλιμάκωσης.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η «ενοποίηση» μπορεί να αποτελεί μια λογική και αναγκαία μεγάλη στρατηγική, όμως η εφαρμογή της σκοντάφτει σε εσωτερικές αντιφάσεις, ισχυρά λόμπι και αντικρουόμενα συμφέροντα.
Αντί για συνεκτική αναδίπλωση, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να οδηγηθούν σε ένα μωσαϊκό αυτοσχεδιασμών. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορεί μια διχασμένη υπερδύναμη να ενοποιηθεί ή θα υπερεκταθεί για ακόμη μία φορά; Όπως προειδοποιεί και ο ίδιος ο Mitchell, «τα υπερεκτεταμένα συστήματα τείνουν να καταρρέουν».

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης