Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο – πάνω από 300 δισ. βαρέλια, που αντιστοιχούν περίπου στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Αυτό ξεπερνά ακόμη και τη Σαουδική Αραβία, η οποία θεωρείται η παγκόσμια υπερδύναμη του πετρελαίου.
Και όμως, ενώ οι Σαουδάραβες πολίτες απολαμβάνουν υψηλό βιοτικό επίπεδο, η Βενεζουέλα έχει μετατραπεί σε μία από τις φτωχότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Το ερώτημα δεν είναι αν διαθέτει πετρέλαιο, αλλά γιατί απέτυχε να το μετατρέψει σε βιώσιμη οικονομική ευημερία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο γεωλογικό
Η φύση του βενεζουελάνικου πετρελαίου εξηγεί μόνο μέρος του προβλήματος. Το βενεζουελάνικο αργό είναι βαρύ και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο, γεγονός που καθιστά την εξόρυξη, τη μεταφορά και τη διύλισή του τεχνικά απαιτητική και ακριβή.
Αντίθετα, το σαουδαραβικό πετρέλαιο είναι ελαφρύ, εύκολα προσβάσιμο και φθηνό στην παραγωγή, γεγονός που μειώνει σημαντικά τα κόστη.
Παρά τα γεωλογικά εμπόδια, μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα η Βενεζουέλα ήταν κορυφαίος παραγωγός πετρελαίου και βασικός προμηθευτής των ΗΠΑ. Τα έσοδα από το πετρέλαιο υποστήριξαν μια σχετικά ευημερούσα, αστικοποιημένη κοινωνία, ενώ μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 υπήρξε ευρεία στήριξη για μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο της βιομηχανίας.
Η εθνικοποίηση του 1976 και η δημιουργία της PDVSA έγιναν με θεσμικό και οργανωμένο τρόπο, με αποζημιώσεις προς τις ξένες εταιρείες και διατήρηση τεχνοκρατικής αυτονομίας. Η εταιρεία λειτουργούσε επαγγελματικά για δεκαετίες, αναπτύσσοντας τεχνογνωσία και διατηρώντας συνεργασίες με διεθνείς παίκτες.
Η πολιτικοποίηση του πετρελαίου και η πτώση της PDVSA
Η καμπή ήρθε με την εκλογή του Hugo Chávez το 1998. Στο όνομα της «αναδιανομής του πετρελαϊκού πλούτου», η PDVSA μετατράπηκε σε πολιτικό εργαλείο. Μετά τις απεργίες των ετών 2002–2003, περίπου 20.000 έμπειρα στελέχη απολύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από κομματικά πιστούς χωρίς τεχνική κατάρτιση.
Από εκείνο το σημείο, η PDVSA έπαψε να λειτουργεί με επιχειρηματικά κριτήρια και τα έσοδα διοχετεύονταν σε βραχυπρόθεσμα κοινωνικά προγράμματα, ενώ εγκαταλείφθηκε η συντήρηση και η ανανέωση της παραγωγικής βάσης.
Οι μονομερείς αλλαγές συμβάσεων και η αβεβαιότητα γύρω από τη νομοθεσία οδήγησαν τις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες σε αποχώρηση, παίρνοντας μαζί τους κεφάλαια, τεχνολογία και τεχνογνωσία. Τα αμερικανικά διυλιστήρια του Κόλπου, ειδικά προσαρμοσμένα για βαρύ αργό, αντικατέστησαν τη Βενεζουέλα με καναδικό βαρέα πετρέλαιο και εγχώριο shale, αποδυναμώνοντας περαιτέρω την παραδοσιακή αγορά εξαγωγών της χώρας.
Κυρώσεις, κατάρρευση παραγωγής και κοινωνική κρίση
Kατά τη διάρκεια της πετρελαϊκής άνθησης της δεκαετίας του 2000, τα βραχυπρόθεσμα μέτρα φάνηκαν βιώσιμα, με ανάκαμψη του κατά κεφαλήν εισοδήματος και δημοφιλή κοινωνικά προγράμματα. Ωστόσο, η παραγωγική υποδομή είχε ήδη διαβρωθεί, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες εξειδικευμένοι εργαζόμενοι εγκατέλειψαν τη χώρα.
Μετά τον θάνατο του Chavez και την άνοδο του Nicolas Maduro, η Βενεζουέλα ήρθε αντιμέτωπη με διεθνείς κυρώσεις, περιορισμό στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τεχνολογία, και εξάρτηση από τη Ρωσία και την Κίνα σε όρους που ενίσχυσαν μόνο βραχυπρόθεσμη ρευστότητα.
Η υπερβολική εκτύπωση χρήματος και οι αυστηροί έλεγχοι συναλλάγματος οδήγησαν σε υπερπληθωρισμό και πλήρη απώλεια αγοραστικής δύναμης, ενώ η παραγωγή κατέρρευσε από 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως τη δεκαετία του 1970 σε λιγότερο από 1 εκατ. το 2025. Τα διυλιστήρια λειτουργούν κάτω από το 20% της δυναμικότητάς τους, με κατεστραμμένες υποδομές και διαβρωμένα δίκτυα μεταφοράς.
Προσπάθειες ανάκαμψης υπό αβεβαιότητα
Η πρόσφατη επέμβαση των ΗΠΑ και τα σχέδια για επιστροφή αμερικανικών εταιρειών προσφέρουν περιορισμένη ανάσα, αλλά με υψηλό κόστος: απώλεια ελέγχου και μειωμένα κρατικά έσοδα. Παράλληλα, το παγκόσμιο ενεργειακό περιβάλλον έχει αλλάξει. Οι ΗΠΑ είναι πλέον καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου, η Ευρώπη μειώνει συνεχώς την κατανάλωση, και η υπερπροσφορά περιορίζει την κερδοφορία.
Μια πλήρης ανάκαμψη απαιτεί σταθερό νομικό πλαίσιο, πολιτική σταθερότητα και επενδύσεις ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για την επανεκκίνηση των υποδομών. Η διαδικασία θα είναι μακροχρόνια και σύνθετη, εξηγώντας και την επιφυλακτικότητα των μεγάλων διεθνών εταιρειών.
Η σύγκριση με τη Σαουδική Αραβία
Η Saudi Aramco ακολούθησε εντελώς διαφορετική πορεία. Παρέμεινε ανοικτή στις επενδύσεις, θωρακισμένη από πολιτικές παρεμβάσεις και με συνεχή ανανέωση της παραγωγικής βάσης. Το Ριάντ αξιοποίησε τα έσοδα για δημιουργία αποθεματικών και διαφοροποίηση της οικονομίας, ενώ η μερική ιδιωτικοποίηση της Aramco ενίσχυσε την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η Σαουδική Αραβία δείχνει ότι η εξάρτηση από το πετρέλαιο δεν οδηγεί αναγκαστικά στην καταστροφή, αλλά απαιτεί ισχυρούς θεσμούς, τεχνοκρατική διοίκηση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Το μεγάλο δίδαγμα
Η ιστορία της Βενεζουέλας αποδεικνύει ότι τα αποθέματα πετρελαίου από μόνα τους δεν σώζουν μια οικονομία. Χωρίς θεσμούς, τεχνοκρατική διοίκηση και στρατηγική επένδυση, ο φυσικός πλούτος μπορεί γρήγορα να εξατμιστεί.
Για να σταθεί ξανά η χώρα στα πόδια της, θα πρέπει πρώτα να ξαναχτίσει το κράτος και τους θεσμούς της, πριν επενδύσει ξανά στην πετρελαϊκή της βιομηχανία.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών