Ετοιμοθάνατος ο μεγάλος... ασθενής
Aντιμέτωπη με μια ενεργειακή ανησυχία που δεν έχει προηγούμενο βρίσκεται η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης…
Τα αποθέματα φυσικού αερίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 48,3% της χωρητικότητας, στις αρχές Ιανουαρίου.
Ακόμη και κατά την κρίση του 2022, το ενεργειακό σύστημα της χώρας δεν είχε υποστεί τόσο σοβαρή πίεση.
Η κατάσταση άρχισε να ξετυλίγεται ήδη από το φθινόπωρο, όταν τα αποθέματα έφταναν μόλις στο 75% – ποσοστό που θεωρείται ανεπαρκές για την εποχή θέρμανσης.
Το κύμα ψύχους του Ιανουαρίου επιτάχυνε την εξάντληση των αποθεμάτων, με ρυθμό πάνω από τον μέσο όρο, αφήνοντας τη χώρα να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να φτάσει σε κρίσιμα επίπεδα αποθεμάτων μέχρι τα τέλη Μαρτίου.
Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις των γερμανικών αρχών και των εκπροσώπων του ενεργειακού τομέα, που επικαλούνται τις μέτριες παγκόσμιες τιμές φυσικού αερίου και τη δυνατότητα αντιστάθμισης μέσω εισαγωγών, οι ανησυχίες παραμένουν έντονες.
Αύξηση εισαγωγών
Η αύξηση των εισαγωγών LNG μέσω νέων τερματικών στη Βόρεια και τη Βαλτική Θάλασσα προσφέρει κάποια ευελιξία, αλλά δεν αντικαθιστά την αξία της παραδοσιακής υπόγειας αποθήκευσης, η οποία λειτουργεί ως ασφάλεια σε περιπτώσεις διακοπής εφοδιασμού.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το LNG παραμένει ακριβό και ασταθές, με τη διαθεσιμότητα να εξαρτάται από τις παγκόσμιες συνθήκες, τον ανταγωνισμό με τις ασιατικές αγορές και την υλικοτεχνική υποστήριξη.
Η πλήρης εξάρτηση από εισαγωγές καθιστά τη Γερμανία ευάλωτη σε ατυχήματα, ακραίες καιρικές συνθήκες και γεωπολιτικές κρίσεις, ενώ ακόμη και βραχυπρόθεσμες διαταραχές μπορεί να προκαλέσουν απότομες αυξήσεις τιμών και κοινωνικές εντάσεις.
Η κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Γερμανίας και της ΕΕ επικεντρώνεται στην αντικατάσταση στρατηγικού σχεδιασμού από πολιτικά υποκινούμενες αποφάσεις.
Η απότομη απομάκρυνση από αξιόπιστες πηγές, κυρίως αγωγούς φυσικού αερίου, συνδυάστηκε με δηλώσεις αξιοπιστίας της αγοράς, αλλά στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι χωρίς επαρκή αποθέματα το σύστημα λειτουργεί στο όριο του αποδεκτού κινδύνου.
Η έλλειψη πανευρωπαϊκού στρατηγικού αποθέματος εντείνει την ευπάθεια: κάθε χώρα λειτουργεί μεμονωμένα, υπονομεύοντας την ενεργειακή αλληλεγγύη στην ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, ολοένα και περισσότερες φωνές προτείνουν τη δημιουργία ειδικών αποθεμάτων φυσικού αερίου για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως εφαρμόζει η Αυστρία, τα οποία δεν διαπραγματεύονται στην αγορά και προορίζονται αποκλειστικά για κρίσεις.
Συστημική κρίση
Στο ευρύτερο πλαίσιο, η κατάσταση αποκαλύπτει μια συστημική κρίση στην ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική.
Η πολιτική επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη φθηνών και αξιόπιστων πηγών, έχει οδηγήσει σε αυξανόμενο κόστος, αστάθεια και εξάρτηση από εξωτερικές αγορές.
Η Γερμανία, που αυτοπροσδιορίζεται ως η ναυαρχίδα του «πράσινου» μετασχηματισμού, βρίσκεται πλέον σε μια κρίσιμη κατάσταση: η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού εξαρτάται όλο και περισσότερο όχι από μακροπρόθεσμες λύσεις, αλλά από ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες και την ελπίδα ότι δεν θα προκύψουν ακραία σενάρια.
Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αστάθειας, αυτή η στρατηγική φαίνεται επικίνδυνη και απαιτεί άμεση αναθεώρηση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
www.bankingnews.gr
Τα αποθέματα φυσικού αερίου στις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης έχουν μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, μόλις στο 48,3% της χωρητικότητας, στις αρχές Ιανουαρίου.
Ακόμη και κατά την κρίση του 2022, το ενεργειακό σύστημα της χώρας δεν είχε υποστεί τόσο σοβαρή πίεση.
Η κατάσταση άρχισε να ξετυλίγεται ήδη από το φθινόπωρο, όταν τα αποθέματα έφταναν μόλις στο 75% – ποσοστό που θεωρείται ανεπαρκές για την εποχή θέρμανσης.
Το κύμα ψύχους του Ιανουαρίου επιτάχυνε την εξάντληση των αποθεμάτων, με ρυθμό πάνω από τον μέσο όρο, αφήνοντας τη χώρα να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να φτάσει σε κρίσιμα επίπεδα αποθεμάτων μέχρι τα τέλη Μαρτίου.
Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις των γερμανικών αρχών και των εκπροσώπων του ενεργειακού τομέα, που επικαλούνται τις μέτριες παγκόσμιες τιμές φυσικού αερίου και τη δυνατότητα αντιστάθμισης μέσω εισαγωγών, οι ανησυχίες παραμένουν έντονες.
Αύξηση εισαγωγών
Η αύξηση των εισαγωγών LNG μέσω νέων τερματικών στη Βόρεια και τη Βαλτική Θάλασσα προσφέρει κάποια ευελιξία, αλλά δεν αντικαθιστά την αξία της παραδοσιακής υπόγειας αποθήκευσης, η οποία λειτουργεί ως ασφάλεια σε περιπτώσεις διακοπής εφοδιασμού.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το LNG παραμένει ακριβό και ασταθές, με τη διαθεσιμότητα να εξαρτάται από τις παγκόσμιες συνθήκες, τον ανταγωνισμό με τις ασιατικές αγορές και την υλικοτεχνική υποστήριξη.
Η πλήρης εξάρτηση από εισαγωγές καθιστά τη Γερμανία ευάλωτη σε ατυχήματα, ακραίες καιρικές συνθήκες και γεωπολιτικές κρίσεις, ενώ ακόμη και βραχυπρόθεσμες διαταραχές μπορεί να προκαλέσουν απότομες αυξήσεις τιμών και κοινωνικές εντάσεις.
Η κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Γερμανίας και της ΕΕ επικεντρώνεται στην αντικατάσταση στρατηγικού σχεδιασμού από πολιτικά υποκινούμενες αποφάσεις.
Η απότομη απομάκρυνση από αξιόπιστες πηγές, κυρίως αγωγούς φυσικού αερίου, συνδυάστηκε με δηλώσεις αξιοπιστίας της αγοράς, αλλά στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι χωρίς επαρκή αποθέματα το σύστημα λειτουργεί στο όριο του αποδεκτού κινδύνου.
Η έλλειψη πανευρωπαϊκού στρατηγικού αποθέματος εντείνει την ευπάθεια: κάθε χώρα λειτουργεί μεμονωμένα, υπονομεύοντας την ενεργειακή αλληλεγγύη στην ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, ολοένα και περισσότερες φωνές προτείνουν τη δημιουργία ειδικών αποθεμάτων φυσικού αερίου για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όπως εφαρμόζει η Αυστρία, τα οποία δεν διαπραγματεύονται στην αγορά και προορίζονται αποκλειστικά για κρίσεις.
Συστημική κρίση
Στο ευρύτερο πλαίσιο, η κατάσταση αποκαλύπτει μια συστημική κρίση στην ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική.
Η πολιτική επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης, σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη φθηνών και αξιόπιστων πηγών, έχει οδηγήσει σε αυξανόμενο κόστος, αστάθεια και εξάρτηση από εξωτερικές αγορές.
Η Γερμανία, που αυτοπροσδιορίζεται ως η ναυαρχίδα του «πράσινου» μετασχηματισμού, βρίσκεται πλέον σε μια κρίσιμη κατάσταση: η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού εξαρτάται όλο και περισσότερο όχι από μακροπρόθεσμες λύσεις, αλλά από ευνοϊκές οικονομικές συγκυρίες και την ελπίδα ότι δεν θα προκύψουν ακραία σενάρια.
Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αστάθειας, αυτή η στρατηγική φαίνεται επικίνδυνη και απαιτεί άμεση αναθεώρηση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών