Το πολυδιαφημισμένο αμερικανικό μαχητικό F-35, που για χρόνια παρουσιαζόταν ως το απόλυτο αεροσκάφος 5ης γενιάς, φαίνεται πλέον να αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση αξιοπιστίας.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση των οικονομικών ελεγκτών του Πενταγώνου, την οποία επικαλούνται οι Eurasian Times, το πρόγραμμα όχι μόνο δεν έχει λύσει τα χρόνια προβλήματά του, αλλά τα επιδεινώνει, προκαλώντας έντονη δυσαρέσκεια ακόμη και εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ήδη από τον Σεπτέμβριο, το Government Accountability Office (GAO) είχε καταγράψει σοβαρές ελλείψεις στο κόστος, στην τεχνική αξιοπιστία και στη διαχείριση του προγράμματος.
Τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 19 Δεκεμβρίου επιβεβαιώνουν ότι η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Αντίθετα, επιδεινώνεται.
Το 2023, τα F-35 που παραδόθηκαν από τη Lockheed Martin και την Pratt & Whitney έφτασαν στους πελάτες τους με καθυστέρηση κατά μέσο όρο 61 ημερών. Το 2024 η κατάσταση ξέφυγε εντελώς από τον έλεγχο, με τις καθυστερήσεις να αγγίζουν τις 238 ημέρες, δηλαδή σχεδόν οκτώ μήνες.
Πανάκριβο και μη ρεαλιστικό
Κεντρικό ρόλο στο πρόβλημα παίζει το πρόγραμμα Technology Refresh 3 (TR-3), μια αναβάθμιση υλικού και λογισμικού κόστους άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η οποία αποδείχθηκε τεχνικά πολύ πιο σύνθετη από όσο είχε αρχικά προβλεφθεί. Σύμφωνα με την έκθεση, εντοπίστηκαν 26 σοβαρές τεχνικές ελλείψεις και δύο κρίσιμα κενά που επηρεάζουν άμεσα τη μαχητική ετοιμότητα του αεροσκάφους.
Το ίδιο το πρόγραμμα Joint Strike Fighter (JSF), στο οποίο συμμετέχουν εννέα χώρες – μεταξύ αυτών οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Ιταλία και η Αυστραλία – αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσχρηστο.
Ο βασικός λόγος είναι ότι το F-35 σχεδιάστηκε για να καλύψει ταυτόχρονα τρεις διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες: συμβατική απογείωση, κάθετη απογείωση για τους Πεζοναύτες και χρήση από αεροπλανοφόρα. Αυτό οδήγησε σε έναν εξαιρετικά περίπλοκο σχεδιασμό, γεμάτο τεχνικούς συμβιβασμούς.
Η πολυπλοκότητα αυτή είχε ως αποτέλεσμα συνεχείς καθυστερήσεις στην ανάπτυξη λογισμικού, προβλήματα στη σταθερότητα των συστημάτων και δυσλειτουργίες που επηρέασαν την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Παράλληλα, οι ελλείψεις εξαρτημάτων και οι δυσκολίες στην εφοδιαστική αλυσίδα ανάγκασαν την κατασκευάστρια εταιρεία να αποθηκεύει δεκάδες αεροσκάφη σε υπόστεγα, αδυνατώντας να τα παραδώσει.
Το οικονομικό κόστος είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό.
Το F-35 έχει εξελιχθεί στο ακριβότερο οπλικό πρόγραμμα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, με συνολικό κόστος κύκλου ζωής που ξεπερνά το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. Η συνεχής αύξηση των δαπανών αναγκάζει το Πεντάγωνο να επιβραδύνει την παραγωγή, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων και επιπλέον κόστους.
Αυτή η κατάσταση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει σοβαρά την παγκόσμια αγορά. Πολλές χώρες επανεξετάζουν τα σχέδιά τους και στρέφονται σε εναλλακτικές λύσεις.
Αναδεικνύεται η... Σουηδία
Η Σουηδία, μέσω της Saab, έχει καταφέρει να εκμεταλλευτεί το κενό, με το Gripen E/F να κερδίζει έδαφος. Η Κολομβία και η Ταϊλάνδη παρήγγειλαν Gripen το 2025, ενώ η Ελβετία και ο Καναδάς επανεξετάζουν σοβαρά τις δεσμεύσεις τους για το F-35.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney φέρεται να εξετάζει ακόμη και μεικτό στόλο, συνδυάζοντας F-35 με Gripen, προκειμένου να μειωθεί το κόστος και να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ευελιξία.
Παράλληλα, η Dassault Rafale συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, με πρόσφατη συμφωνία 26 μαχητικών για το Ινδικό Ναυτικό.
Ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ, εξετάζει την αύξηση της παραγωγής Eurofighter αντί για περαιτέρω αγορές F-35, ώστε να προστατεύσει τη δική του αμυντική βιομηχανία.
Η Ισπανία έχει ήδη εγκαταλείψει επίσημα το πρόγραμμα, ενώ και η Πορτογαλία εμφανίζεται επιφυλακτική.
Όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα ενός προγράμματος που, αντί να εδραιώσει την αμερικανική αεροπορική υπεροχή, έχει μετατραπεί σε σύμβολο υπερκοστολόγησης, τεχνικής αστάθειας και πολιτικής πίεσης προς συμμάχους. Όλο και περισσότερες χώρες αναρωτιούνται αν αξίζει να επενδύσουν τεράστια ποσά σε ένα αεροσκάφος που συνεχώς καθυστερεί, κοστίζει υπερβολικά και δεν προσφέρει την υποσχόμενη αξιοπιστία.
Το Gripen ως «ρεαλιστική λύση» απέναντι στο ακριβό αμερικανικό μοντέλο
Την ίδια στιγμή, το σουηδικό Gripen E/F εμφανίζεται ολοένα και περισσότερο ως η «λογική επιλογή» για χώρες που θέλουν σύγχρονες δυνατότητες χωρίς το δυσβάσταχτο κόστος και τις πολιτικές δεσμεύσεις του F-35.
Το μαχητικό της Saab ξεχωρίζει για το χαμηλό κόστος χρήσης, τη δυνατότητα επιχειρήσεων από πρόχειρους διαδρόμους, τη μικρότερη ανάγκη συντήρησης και την ευελιξία ενσωμάτωσης οπλικών συστημάτων διαφορετικής προέλευσης.
Σε αντίθεση με το αμερικανικό μοντέλο, το Gripen δεν δεσμεύει τον χρήστη με αυστηρούς περιορισμούς λογισμικού και εξάρτηση από τις ΗΠΑ, κάτι που για πολλές χώρες θεωρείται πλέον κρίσιμο ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Επιπλέον, η Saab προσφέρει σημαντικά βιομηχανικά ανταλλάγματα και μεταφορά τεχνογνωσίας, καθιστώντας το Gripen ιδιαίτερα ελκυστικό για κράτη που επιδιώκουν ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής τους βιομηχανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι αναλυτές το χαρακτηρίζουν ως τον «σιωπηλό νικητή» της κρίσης του F-35.
Σχόλια αναγνωστών