Οικονομία

Έως 8 μήνες η κρατική επιδότηση στα επιχειρηματικά δάνεια, μέσω Γέφυρα ΙΙ – Ποιοι μένουν… εκτός, τα ποσά

Έως 8 μήνες η κρατική επιδότηση στα επιχειρηματικά δάνεια, μέσω Γέφυρα ΙΙ – Ποιοι μένουν… εκτός, τα ποσά

Προϋπόθεση να λάβουν τη στήριξη είναι οι επαγγελματίες που θα θεωρηθούν πληγέντες της πανδημίας

Για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες θα συνεισφέρει το Δημόσιο στις δόσεις για την αποπληρωμή των πάσης φύσεως επιχειρηματικών ή επαγγελματικών οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, σύμφωνα με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή.

Με βάση το νομοσχέδιο, η επιδότηση θα ξεκινά από το 90% της δόσης για τις συνεπείς επιχειρήσεις και θα μειώνεται έως και το 70% κατά τη διάρκεια της 8μηνης περιόδου, ενώ για όσες επιχειρήσεις είχαν δάνεια σε καθυστέρηση, η επιδότηση θα ξεκινά από το 80% και θα μειώνεται έως και το 60%.
Ωστόσο, προϋπόθεση να λάβουν τη στήριξη είναι οι επαγγελματίες που θα θεωρηθούν πληγέντες της πανδημίας

Ποιοι είναι επιλέξιμοι

α) ενεργά νομικά πρόσωπα, τα οποία συνιστούν μικρή, πολύ μικρή ή μεσαία επιχείρηση
β) φυσικά πρόσωπα που είναι ενεργοί ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιτηδευματίες ή εταίροι προσωπικών ή κεφαλαιουχικών εταιρειών.
Προϋπόθεση να λάβουν τη στήριξη είναι να θεωρηθούν πληγέντες της πανδημίας.
Ειδικότερα:
Νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως πληττόμενοι, βάσει του Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητάς (ΚΑΔ) τους και των οποίων τα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2020 παρουσίασαν μείωση ίση ή μεγαλύτερη του 20%, σε σχέση με το αντίστοιχα έσοδα του ημερολογιακού έτους 2019.

Επιπλέον κριτήρια

Πέραν των παραπάνω πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας:
α) Να υφίσταται οφειλή προς χρηματοδοτικό φορέα επιδεκτική συνεισφοράς.
β) Να μην υφίσταται ενεργή εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου ή φορέων του Ελληνικού Δημοσίου ή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας ή ευρωπαϊκών φορέων από πόρους εθνικούς ή ευρωπαϊκούς για την επιδεκτική συνεισφοράς οφειλή.
γ) Να μην υφίσταται κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης άλλη ενεργή κρατική ενίσχυση ή συνεισφορά για την επιδεκτική συνεισφοράς οφειλή.
δ) Να μην έχουν δάνεια τα οποία δεν εξυπηρετούνται και επιπλέον έχουν καταγγελθεί μέχρι και την ημερομηνία της αίτησης, που καταλαμβάνουν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% επί του συνόλου των δανείων που έχουν λάβει από χρηματοδοτικούς φορείς για οποιαδήποτε αιτία.
Δάνεια τα οποία είχαν ρυθμιστεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης δεν θεωρούνται ως καταγγελμένα για να κριθεί η επιλεξιμότητα του αιτούντος σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
ε) Να πληρούνται, ως προς την επιδεκτική συνεισφοράς του Δημοσίου οφειλή, για κάθε περίπτωση ξεχωριστά τα ακόλουθα πρόσθετα κριτήρια επιλεξιμότητας ανά επιλέξιμο πρόσωπο:

Εξυπηρετούμενα δάνεια

εα) Εφόσον πρόκειται για οφειλές εξυπηρετούμενες ή οφειλές που παρουσίαζαν καθυστέρηση μέχρι 90 ημέρες στις 31.12.2020:
Ι) για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 600.000 ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις 24.000 ευρώ.
Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά 18.000 ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι 3 εξαρτώμενα μέλη.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του ή της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά του Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ ανά πιστωτή.

ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από έναν μέχρι και εννέα εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών έως 2.000.000 ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των πολύ μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 2.500.000 ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει το 1.000.000 ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 150.000 χιλιάδες ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
ΙΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από 10 μέχρι και 49 εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από 2.000.000 ευρώ έως 10.000.000 ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από 2.000.000 ευρώ έως 10.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 10.000.000 ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα 10.000.000 ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 5.000.000 ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 750.000 ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
ΙV) Για νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από 50 μέχρι και 249 εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από 10.000.000 ευρώ έως 50.000.000 ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από 10.000.000 ευρώ έως 43.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μεσαίων επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 50.000.000 ευρώ.

ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα 50.000.000 ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα 43.000.000 ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 25.000.000 ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 3.750.000 ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.

Σε καθυστέρηση

εβ) Εφόσον πρόκειται για οφειλές που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα ημερών στις 31.12.2020:
Ι) Για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 500.000 ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις 17.000 ευρώ.
Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά 13.000 ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά 5.000 ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 25.000 ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης.
ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων, που απασχολούν από έναν (1) μέχρι και εννέα (9) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών έως 2.000.000 ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία, στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα 2.250.000 ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα 2.000.000 ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 850.000 ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις 127.500 ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
ΙΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων. που απασχολούν από δέκα μέχρι και 49 εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από 2.000.000 ευρώ έως 10.000.000 ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από 2.000.000 ευρώ έως 10.000.000 ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα εννέα εκατομμύρια (9.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (4.250.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες τριάντα επτά χιλιάδες πεντακόσια (637.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
IV) Τα νομικά πρόσωπα συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων, που απασχολούν από πενήντα (50) μέχρι και διακόσιους σαράντα εννέα (249) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ έως σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μεσαίων επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα σαράντα πέντε εκατομμύρια (45.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα είκοσι ένα εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (21.250.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια εκατόν ογδόντα επτά χιλιάδες πεντακόσια (3.187.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.

Καταγγελμένα

εγ) Εφόσον πρόκειται για οφειλές που παρουσίαζαν καθυστέρηση μεγαλύτερη των ενενήντα (90) ημερών στις 31.12.2020 και επιπλέον είχαν καταγγελθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή από τον χρηματοδοτικό φορέα, ακόμα και αν στη συνέχεια ρυθμίστηκαν με συμφωνία οφειλέτη και χρηματοδοτικού φορέα:
Ι) Για φυσικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία ή που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν διαθέτουν εργαζομένους:
i) Η ακίνητη περιουσία του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες ογδόντα χιλιάδες (280.000) ευρώ.
ii) Ο ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τις δώδεκα χιλιάδες πεντακόσια (12.500) ευρώ. Το ποσό του προηγούμενου εδαφίου προσαυξάνεται κατά οκτώ χιλιάδες πεντακόσια (8.500) ευρώ για τον σύζυγο ή τη σύζυγο και κατά πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος και μέχρι τρία (3) εξαρτώμενα μέλη. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος φυσικού προσώπου, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης.
iii) Οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη οι καταθέσεις και τα επενδυτικά προϊόντα του αιτούντος, του ή της συζύγου του και των εξαρτώμενων μελών.
iv) Το σύνολο του ανεξόφλητου κεφαλαίου των επιδεκτικών για τη συνεισφορά Δημοσίου οφειλών, στο οποίο συνυπολογίζονται λογιστικοποιημένοι από τους πιστωτές τόκοι, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του άρθρου 61, να μην υπερβαίνει τις εκατόν τριάντα χιλιάδες (130.000) ευρώ ανά πιστωτή. Αν η οφειλή έχει συνομολογηθεί σε άλλο, πλην του ευρώ, νόμισμα, για τον καθορισμό του μέγιστου ορίου του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη η ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος με το ευρώ κατά την τελευταία εργάσιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 61.
v) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
ΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που απασχολούν από έναν (1) μέχρι και εννέα (9) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο διακόσιες πενήντα χιλιάδες (1.250.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες πενήντα χιλιάδες (550.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα δύο χιλιάδες πεντακόσια (82.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
iv) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
ΙΙΙ) Για νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που απασχολούν από δέκα (10) μέχρι και σαράντα εννέα (49) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ ή έχουν σύνολο του ετήσιου ισολογισμού από δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ έως δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μικρών επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα επτά εκατομμύρια (7.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (2.750.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τις τετρακόσιες δώδεκα χιλιάδες πεντακόσια (412.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης του άρθρου 61.
iv) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
IV) Τα νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών επιχειρήσεων που απασχολούν από πενήντα (50) μέχρι και διακόσιους σαράντα εννέα (249) εργαζομένους σε ετήσια βάση και έχουν κύκλο εργασιών από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή έχουν σύνολο ετήσιου ισολογισμού από δέκα εκατομμύρια (10.000.000) έως σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ, σύμφωνα με τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις για τις οποίες υπήρχε υποχρέωση κατάρτισης, βάσει του ευρωπαϊκού ορισμού των μεσαίων επιχειρήσεων:
i) Η ακίνητη περιουσία στην οποία δεν υφίσταται κανένα εμπράγματο βάρος του αιτούντος να έχει συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε εκατομμύρια (35.000.000) ευρώ.
ii) O ετήσιος κύκλος εργασιών ή το εισόδημα κατά περίπτωση, κατά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχει δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης, να μην υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού να μην υπερβαίνει τα σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ.
iii) Οι καταθέσεις του αιτούντος στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δέκα τρία εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (13.750.000) ευρώ, ενώ τα επενδυτικά προϊόντα του να έχουν συνολική αξία που δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια εξήντα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.062.500) ευρώ, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης.
v) Η οφειλή να μην έχει καταγγελθεί σε χρόνο που εκτείνεται πριν τις 31.12.2018.
στ) Εφόσον πρόκειται για μεσαίες επιχειρήσεις, να μην αποτελούσαν προβληματικές επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 18 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της 17ης Ιουνίου 2014, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019, ή αν αποτελούσαν προβληματική επιχείρηση κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019, να μην αποτελούν προβληματική επιχείρηση κατά τη χορήγηση της ενίσχυσης.
ζ) Εφόσον πρόκειται για μικρές ή πολύ μικρές επιχειρήσεις που ήταν ήδη προβληματικές κατά την 31η Δεκεμβρίου 2019:
ζα) Να μην έχουν υπαχθεί σε συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας και να μην έχουν λάβει ενίσχυση διάσωσης χωρίς να έχουν ακόμη αποπληρώσει το δάνειο ή λύσει τη σύμβαση εγγύησης και
ζβ) Να μην έχουν λάβει ενίσχυση αναδιάρθρωσης και να μην υπόκεινται ακόμη σε σχέδιο αναδιάρθρωσης, κατά την έννοια των κατευθυντηρίων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση μη χρηματοπιστωτικών προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 249 της 31.7.2014),
η) Να μην συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού της παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 4488/2017 (Α΄137).
θ) Να μην εκκρεμεί σε βάρος τους εντολή ανάκτησης προηγούμενης παράνομης και ασύμβατης κρατικής ενίσχυσης με βάση απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ) ή του Δικαστηρίου (ΔΕΕ).
ι) Εφόσον πρόκειται για επιχείρηση, πρέπει να είναι ενεργή, να υποβάλλει όλες τις φορολογικές δηλώσεις, να μην έχει πτωχεύσει, να μην έχει υποβάλει αίτηση για πτώχευση, να μην έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση, να μην έχει υποβληθεί αίτηση για θέση σε αναγκαστική διαχείριση και εν γένει να μην έχει υπαχθεί σε οιαδήποτε διαδικασία αφερεγγυότητας βάσει του εθνικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση όπου έχει επικυρωθεί συμφωνία εξυγίανσης της επιχείρησης με δικαστική απόφαση, η οποία δεν έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα.
ια) Εφόσον δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, να μη μετακυλίουν τη λαμβανόμενη ενίσχυση εν μέρει ή εξ ολοκλήρου σε πρωτογενείς παραγωγούς.
Ο χαρακτηρισμός των οφειλών ως εξυπηρετούμενων, μη εξυπηρετούμενων ή καταγγελμένων και η επιλεξιμότητα του αιτούντος με βάση τις προαναφερθείσες διακρίσεις των υποπερ. εα, εβ και εγ της περ. ε) της παρ. 4, λαμβάνει χώρα ανά πιστωτή.
Η μεταβίβαση των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή η ανάθεση της διαχείρισής τους σύμφωνα με τον ν. 4354/2015 ή τον ν. 4649/2019 (Α’ 206) και η υποκατάσταση εγγυητή ή εν γένει συνοφειλέτη σε αυτές δεν εμποδίζουν τη ρύθμισή τους σύμφωνα με το παρόν.
Στην περίπτωση των ελευθέρων επαγγελματιών, εάν η επιδεκτική συνεισφοράς του Δημοσίου οφειλή έχει υπαχθεί οριστικά στον ν. 3869/2010 (A’ 130), εφόσον εγκριθεί η συνεισφορά του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει συνεισφορά του Δημοσίου, σύμφωνα με τα εδάφια πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010. Οφειλέτες που έχουν υποβάλει αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, η οποία εκκρεμεί σε πρώτο βαθμό, χωρίς να έχει συζητηθεί, μπορούν να υποβάλουν την αίτηση του άρθρου 61. Αν οι αιτούντες ρυθμίσουν συναινετικά οποιαδήποτε από τις οφειλές που είναι επιδεκτικές για την καταβολή συνεισφοράς Δημοσίου κατά τον παρόντα νόμο, η δίκη του ν. 3869/2010 καταργείται ως προς τις οφειλές που ρυθμίστηκαν συναινετικά.

Ύψος συνεισφοράς του Δημοσίου - Σώρευση - Χρονικό διάστημα καταβολής

  1. Η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται στα κατά περίπτωση αναφερόμενα ποσοστά, με την επιφύλαξη της μη υπέρβασης των ορίων που αναφέρονται στην παρ. 2 και καταβάλλεται ως εξής:

α) Για τα εξυπηρετούμενα δάνεια

Για τους πρώτους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. α ή την περ. β της παρ. 3 του άρθρου 62, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) επί της μηνιαίας δόσης.
Για τους επόμενους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης.
Για τους τελευταίους δύο (2) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) επί της μηνιαίας δόσης.

Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. α) δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των:
i) Εξακοσίων (600) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τις ατομικές επιχειρήσεις που δεν έχουν εργαζομένους.
ii) Πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν πολύ μικρή επιχείρηση.
iii) Δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μικρή επιχείρηση.
iv) Πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μεσαία επιχείρηση.

β) Για τα δάνεια σε καθυστέρηση:

βα) Για τους πρώτους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 62, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) επί της μηνιαίας δόσης.
ββ) Για τους επόμενους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%) επί της μηνιαίας δόσης.
βγ) Για τους τελευταίους δύο (2) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) επί της μηνιαίας δόσης.

Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. β’ δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των:
i) Πεντακοσίων (500) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για ελεύθερους επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχουν εργαζομένους.
ii) Τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν πολύ μικρή επιχείρηση.
iii) Δώδεκα χιλιάδων πεντακοσίων (12.500) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μικρή επιχείρηση.
iv) Σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μεσαία επιχείρηση.
γ) Για τα δάνεια με καθυστέρηση άνω των 90 ημέρων ή καταγγελμένα:
Για τους πρώτους τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία ενημέρωσης της ηλεκτρονικής πλατφόρμας από τον χρηματοδοτικό φορέα, σύμφωνα με την περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 62, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) επί της μηνιαίας δόσης.
Για τους επόμενους τρεις (3) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) επί της μηνιαίας δόσης.
Για τους τελευταίους δύο (2) μήνες, η συνεισφορά του Δημοσίου ανέρχεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) επί της μηνιαίας δόσης.
Σε κάθε περίπτωση, η μηνιαία συνεισφορά για τα δάνεια της περ. γ’ δεν μπορεί να ξεπεράσει το ποσό των:
i) Τριακοσίων (300) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για ελεύθερους επαγγελματίες ή φυσικά πρόσωπα που ασκούν ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχουν εργαζομένους.
ii) Δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν πολύ μικρές επιχειρήσεις.
iii) Επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μικρές επιχειρήσεις.
iv) Είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ ανά επιλέξιμη οφειλή, για τα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών επιχειρήσεων, που συνιστούν μεσαίες επιχειρήσεις.
Το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς που χορηγείται, δυνάμει του παρόντος σε κάθε επιχείρηση, σε επίπεδο ενιαίας επιχείρησης, με την έννοια της περ. ιη του άρθρου 58, δεν δύναται να υπερβαίνει αθροιστικά το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ, προ φόρων ή άλλων επιβαρύνσεων, συνυπολογιζομένων όλων των ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί στην ενιαία επιχείρηση, δυνάμει του Τμήματος 3.1 του Προσωρινού Πλαισίου. Όλα τα αριθμητικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται είναι ακαθάριστα, δηλαδή προ της αφαίρεσης φόρων ή άλλης επιβάρυνσης.
Ειδικά ως προς τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής γεωργικών προϊόντων, το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς δεν δύναται να υπερβαίνει ανά ενιαία επιχείρηση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, το ποσό των διακοσίων είκοσι πέντε χιλιάδων (225.000) ευρώ. Επίσης, ειδικά ως προς τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, το συνολικό ποσό της δημόσιας συνεισφοράς δεν δύναται να υπερβαίνει ανά ενιαία επιχείρηση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο, το ποσό των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) ευρώ. Ενισχύσεις οι οποίες έχουν χορηγηθεί δυνάμει του Τμήματος 3.1 του Προσωρινού Πλαισίου και οι οποίες έχουν επιστραφεί πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2021, δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσο υπάρχει υπέρβαση του σχετικού ανώτατου ορίου.
Όταν μια επιχείρηση δραστηριοποιείται σε περισσότερους του ενός τομείς στους οποίους ισχύουν διαφορετικά μέγιστα ποσά, σύμφωνα με το στοιχείο α του σημείου 22) και το στοιχείο α) του σημείου 23 του Προσωρινού Πλαισίου, διασφαλίζει, με κατάλληλα μέσα όπως ο λογιστικός διαχωρισμός, ότι για καθεμία από τις δραστηριότητες αυτές τηρείται το σχετικό ανώτατο όριο και δεν σημειώνεται υπέρβαση του μέγιστου συνολικού ποσού ύψους ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) ευρώ ανά ενιαία επιχείρηση.
Όταν μια επιχείρηση δραστηριοποιείται στους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής γεωργικών προϊόντων και της αλιείας και υδατοκαλλιέργειας δεν πρέπει να σημειώνεται υπέρβαση του μέγιστου συνολικού ποσού ύψους διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) ευρώ ανά επιχείρηση.

Υποχρεώσεις οφειλέτη

  1. Κατά τη διάρκεια της καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, ο οφειλέτης έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:


α) Καταβάλλει εμπρόθεσμα το ποσό της οφειλής που βαρύνει τον ίδιο. Εμπρόθεσμη θεωρείται η καταβολή που πραγματοποιείται το αργότερο κατά την καταληκτική ημερομηνία που έχει ορίσει ο χρηματοδοτικός φορέας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί μη εμπρόθεσμη καταβολή, η μη καταβολή συνολικού ποσού ύψους μίας μηνιαίας δόσης.
β) Παρέχει πρόσβαση στα στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται η επιλεξιμότητά του και παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούνται από το Δημόσιο κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των στοιχείων της αίτησής του.

  1. α) Μετά την ολοκλήρωση της καταβολής της συνεισφοράς του Δημοσίου, ο οφειλέτης καταβάλλει τις δόσεις της οφειλής του προσηκόντως, κατά τον χρόνο που είναι καταβλητέες, καθ’ όλη τη διάρκεια παρακολούθησης, όπως καθορίζεται στην περ. β’, μετά τη λήξη της επιδότησης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί μη προσήκουσα καταβολή η μη καταβολή συνολικού ποσού ύψους μίας μηνιαίας δόσης.

β) Το χρονικό διάστημα της διάρκειας παρακολούθησης ανά κατηγορία είναι από έξι έως 18 μήνες.

Διακοπή καταβολής συνεισφοράς Δημοσίου και αναδρομική έκπτωση

Η συνεισφορά του Δημοσίου διακόπτεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η αίτηση έχει εγκριθεί χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.
β) Σε περίπτωση λύσης του αιτούντος νομικού προσώπου ή θανάτου του αιτούντος φυσικού προσώπου.
γ) Σε περίπτωση κατά την οποία, κατόπιν τριών (3) διαδοχικών εντολών πίστωσης, δεν έχει καταστεί δυνατόν να πιστωθεί η συνεισφορά του Δημοσίου σε έναν τουλάχιστον τραπεζικό λογαριασμό.
δ) Σε περίπτωση που, κατόπιν του επανελέγχου, διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης συνεισφοράς Δημοσίου.
ε) Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερήσει την καταβολή του ποσού που βαρύνει τον ίδιο, σύμφωνα με την περ. α της παρ. 1 του άρθρου 65. Αν ο δικαιούχος δεν καταβάλλει εγκαίρως το ποσό που βαρύνει τον ίδιο, ο θιγόμενος πιστωτής ενημερώνει την ηλεκτρονική πλατφόρμα, το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία ο οφειλέτης καθυστέρησε την καταβολή του μέρους της οφειλής που βαρύνει τον ίδιο. Αν ο πιστωτής παραλείψει την ενημέρωση του προηγούμενου εδαφίου, υποχρεούται να επιστρέψει στο Δημόσιο τα ποσά που αυτό κατέβαλε από τον χρόνο κατά τον οποίο ο πιστωτής όφειλε να είχε ενημερώσει το Δημόσιο.
στ) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 65.
ζ) Σε περίπτωση που αποδειχθεί με δημόσια έγγραφα ότι η αίτηση υπαγωγής είναι ψευδής και η ανακρίβεια επιδρά στην επιλεξιμότητα του αιτούντος.
η) Σε περίπτωση που η ενίσχυση του παρόντος που χορηγείται σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση και την εμπορία γεωργικών προϊόντων, μετακυλίεται από αυτές, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, σε πρωτογενείς παραγωγούς,
θ) Σε περίπτωση μη προσκόμισης των πιστοποιητικών το αργότερο μέχρι την καταληκτική ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης