Η ελληνική τραπεζική αγορά έχει διανύσει μια ιδιαίτερα απαιτητική πορεία κατά την τελευταία δεκαπενταετία.
Από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής κρίσης, που συνοδεύτηκε από πρωτοφανή επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης, ο κλάδος έχει πλέον εισέλθει σε μια νέα φάση σταθερότητας, κερδοφορίας και ανάπτυξης.
Η ολοκλήρωση της εξυγίανσης των ισολογισμών, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και η ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών δημιουργούν σήμερα ένα σαφώς διαφοροποιημένο περιβάλλον.
Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η διαχείριση των προκλήσεων του παρελθόντος, αλλά ο εντοπισμός των επόμενων μοχλών ανάπτυξης που θα διασφαλίσουν τη διατηρήσιμη κερδοφορία και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
1. Πώς κατόρθωσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να ανακάμψει από την κρίση δημοσίου χρέους και ποια ήταν η συμβολή του προγράμματος «Ηρακλής» (HAPS) στην αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας;
Η ανάκαμψη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες περιπτώσεις αναδιάρθρωσης στον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης δημοσίου χρέους, οι ελληνικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολυετή ύφεση, εκροές καταθέσεων, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που προσέγγισαν το 50% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων.
Η σταθεροποίηση του κλάδου επιτεύχθηκε μέσω διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων, της ενίσχυσης του εποπτικού πλαισίου από τις ευρωπαϊκές αρχές και ενός εκτεταμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης.
Ωστόσο, καθοριστικό σημείο καμπής αποτέλεσε η εφαρμογή του προγράμματος «Ηρακλής» (Hellenic Asset Protection Scheme - HAPS) το 2019.
Μέσω κρατικά εγγυημένων τιτλοποιήσεων, το πρόγραμμα επέτρεψε στις τράπεζες να μεταφέρουν σημαντικό όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός ισολογισμών, επιταχύνοντας τη διαδικασία εξυγίανσης.
Σε συνδυασμό με πωλήσεις χαρτοφυλακίων, αναδιαρθρώσεις δανείων και βελτιωμένες πρακτικές διαχείρισης απαιτήσεων, οι δείκτες προβληματικών δανείων υποχώρησαν σε μονοψήφια επίπεδα, προσεγγίζοντας τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Η επιτυχής εξυγίανση των ισολογισμών αποκατέστησε την κερδοφορία, ενίσχυσε την κεφαλαιακή επάρκεια και επέτρεψε στις τράπεζες να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους ως βασικών χρηματοδοτών της πραγματικής οικονομίας.
2. Ποια είναι η σημερινή εικόνα και η χρηματοοικονομική θέση του ελληνικού τραπεζικού κλάδου;
Σήμερα, ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος παρουσιάζει την ισχυρότερη χρηματοοικονομική εικόνα των τελευταίων ετών, έχοντας ολοκληρώσει σε μεγάλο βαθμό τη διαδικασία εξυγίανσης που ακολούθησε την κρίση δημοσίου χρέους.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, η Εθνική Τράπεζα, η Eurobank, η Alpha Bank και η Τράπεζα Πειραιώς, διαθέτουν πλέον σημαντικά ισχυρότερους ισολογισμούς, μονοψήφιους δείκτες μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και ενισχυμένες κεφαλαιακές βάσεις.
Η αύξηση των επιτοκίων κατά τα προηγούμενα έτη, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους, οδήγησαν σε αξιοσημείωτη ενίσχυση της κερδοφορίας και των αποδόσεων ιδίων κεφαλαίων.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις στη στρατηγική και στο επιχειρηματικό τους μοντέλο, οι συστημικές τράπεζες εισέρχονται στη νέα αυτή περίοδο από σαφώς ισχυρότερη βάση σε σχέση με το παρελθόν, διαθέτοντας επαρκή κεφαλαιακή βάση, βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού και αυξημένη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας.
Παράλληλα, η εικόνα της αγοράς εμπλουτίζεται από την παρουσία νεότερων τραπεζικών σχημάτων.
Η Optima Bank έχει καταφέρει να αναπτύξει ένα ιδιαίτερα αποδοτικό επιχειρηματικό μοντέλο, επιτυγχάνοντας ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορίας.
Την ίδια στιγμή, η δημιουργία της CrediaBank μέσω της συγχώνευσης της Attica Bank με την Παγκρήτια Τράπεζα ενισχύει τον ανταγωνισμό και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη ενός πρόσθετου τραπεζικού πόλου στην ελληνική αγορά.
Συνολικά, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει αφήσει πίσω του τη φάση της εξυγίανσης.
Το βασικό ερώτημα πλέον αφορά όχι τη χρηματοοικονομική του σταθερότητα, αλλά τη δυνατότητά του να διατηρήσει τη δυναμική του και να εισέλθει σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης.
3. Ποιες είναι οι βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της κερδοφορίας και την επίτευξη της επόμενης φάσης ανάπτυξης των ελληνικών τραπεζών;
Η επόμενη ημέρα για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο δεν θα κριθεί από την εξυγίανση των ισολογισμών, αλλά από την ικανότητά του να δημιουργήσει νέες πηγές ανάπτυξης και να διατηρήσει ικανοποιητικά επίπεδα κερδοφορίας σε ένα περιβάλλον σταδιακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.
Η ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης μέσω επενδύσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), τις υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση, τον τουρισμό και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας αναμένεται να αποτελέσει σημαντικό μοχλό ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Ωστόσο, το σχετικά περιορισμένο μέγεθος της ελληνικής αγοράς καθιστά αναγκαία την εξέταση συμπληρωματικών στρατηγικών ανάπτυξης.
Εξαγορές και συγχωνεύσεις ως μοχλός ανάπτυξης
Οι πρόσφατες συναλλαγές εξαγορών και συγχωνεύσεων υποδηλώνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες επιχειρούν να μεταβούν από ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στα καθαρά έσοδα από τόκους σε ένα πιο διαφοροποιημένο επιχειρηματικό πρότυπο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στρατηγική συνεργασία της Alpha Bank με τη UniCredit, έναν από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς ομίλους της Ευρώπης.
Η συμφωνία περιλαμβάνει συμμετοχή της UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της Alpha Bank, συνεργασία στους τομείς της διαχείρισης κεφαλαίων και των επενδυτικών προϊόντων, καθώς και κοινές πρωτοβουλίες σε τραπεζικές εργασίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η συναλλαγή αυτή αποτελεί ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και επιβεβαιώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον επανέλθει στο επενδυτικό ραντάρ των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ομίλων.
Παράλληλα, η Alpha Bank έχει προχωρήσει σε σειρά στοχευμένων κινήσεων στους τομείς της επενδυτικής τραπεζικής, της διαχείρισης κεφαλαίων, της τεχνολογίας και της κυπριακής αγοράς, ενισχύοντας περαιτέρω τη διαφοροποίηση των εσόδων της και τη θέση της σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Αντίστοιχα, η εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής από την Τράπεζα Πειραιώς αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία του μοντέλου bancassurance για τη δημιουργία επαναλαμβανόμενων προμηθειών και τη διεύρυνση της πελατειακής βάσης.
Οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν τη σταδιακή μετάβαση προς ένα πιο ολοκληρωμένο μοντέλο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στο οποίο η διαχείριση κεφαλαίων, οι ασφαλιστικές εργασίες, οι επενδυτικές υπηρεσίες, η ιδιωτική τραπεζική και οι στρατηγικές συνεργασίες με διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα.
Περιφερειακή επέκταση και διασυνοριακή ανάπτυξη
Παράλληλα, η γεωγραφική διαφοροποίηση αναδεικνύεται σε βασικό στρατηγικό άξονα.
Η Eurobank έχει ήδη αναπτύξει ισχυρή παρουσία στην Κύπρο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ η Alpha Bank ενίσχυσε το αποτύπωμά της στην κυπριακή αγορά μέσω της εξαγοράς της AstroBank.
Η προτεινόμενη εξαγορά της HSBC Malta από τη CrediaBank, εφόσον ολοκληρωθεί, αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι ελληνικές τράπεζες αποκτούν πλέον τη δυνατότητα να εξετάζουν ευκαιρίες ανάπτυξης πέραν των εγχώριων συνόρων, διευρύνοντας τις πηγές εσόδων τους και περιορίζοντας την εξάρτησή τους από τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας.
Η επόμενη μεγάλη ευκαιρία: τα Re-Performing Loans
Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες στρατηγικές ευκαιρίες που ενδέχεται να αναδειχθούν κατά την επόμενη πενταετία αφορά τη σταδιακή επανένταξη μέρους των επαναεξυπηρετούμενων δανείων (Re-Performing Loans - RPLs) στο τραπεζικό σύστημα.
Σήμερα, δάνεια ονομαστικής αξίας περίπου €80 δισ. εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός τραπεζικών ισολογισμών, υπό τη διαχείριση εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων και οχημάτων τιτλοποίησης που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του «Ηρακλή» και των λοιπών συναλλαγών εξυγίανσης.
Καθώς όμως η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται και η πιστοληπτική εικόνα πολλών δανειοληπτών βελτιώνεται, ένα αυξανόμενο μέρος των χαρτοφυλακίων αυτών μετατρέπεται από προβληματικό σε παραγωγικό ενεργητικό.
Η εξέλιξη αυτή θέτει ένα κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα: θα μπορούσαν οι ελληνικές τράπεζες να επαναγοράσουν επιλεκτικά μέρος αυτών των χαρτοφυλακίων;
Η απάντηση δεν είναι απλή.
Από τη μία πλευρά, τα επαναεξυπηρετούμενα δάνεια προσφέρουν άμεσες δυνατότητες αύξησης του ενεργητικού, πρόσβαση σε πελάτες που έχουν ήδη αποδείξει την ικανότητά τους να επανέλθουν σε καθεστώς ομαλής αποπληρωμής και ελκυστικές αποδόσεις σε σχέση με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο.
Από την άλλη, ζητήματα αποτίμησης, εποπτικών απαιτήσεων και κατανομής κεφαλαίων θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο.
Σε κάθε περίπτωση, η πιθανή επιστροφή μέρους των RPLs στο τραπεζικό σύστημα ενδέχεται να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά θέματα των επόμενων ετών και ίσως το τελικό στάδιο της πλήρους ομαλοποίησης του ελληνικού τραπεζικού κλάδου.
4. Ποιος θα είναι ο ρόλος των κριτηρίων ESG στη διαμόρφωση της στρατηγικής και των προοπτικών του ελληνικού τραπεζικού τομέα;
Τα κριτήρια ESG (Περιβάλλον, Κοινωνία και Εταιρική Διακυβέρνηση) ενσωματώνονται πλέον στο επίκεντρο της τραπεζικής στρατηγικής και του εποπτικού πλαισίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να διαδραματίσουν κομβικό ρόλο στη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης της χώρας, μέσω έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, βιώσιμων υποδομών, ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων και επενδύσεων χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος.
Παράλληλα, η ενσωμάτωση κλιματικών κινδύνων στις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και χορηγήσεων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.
Οι τράπεζες που θα καταφέρουν να μετατρέψουν τις απαιτήσεις συμμόρφωσης σε αναπτυξιακή ευκαιρία θα ενισχύσουν τη θέση τους στην αγορά και θα προσελκύσουν νέες επενδυτικές και χρηματοδοτικές ευκαιρίες.
5. Πώς αναμένεται να μετασχηματίσουν η ψηφιακή τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη το επιχειρηματικό μοντέλο και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών τραπεζών;
Η τεχνολογία αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες διαφοροποίησης μεταξύ των τραπεζών κατά την επόμενη δεκαετία.
Οι επενδύσεις σε ψηφιακά δίκτυα, υποδομές δεδομένων, αυτοματοποίηση διαδικασιών και κυβερνοασφάλεια έχουν ήδη μετασχηματίσει τον τρόπο λειτουργίας του κλάδου.
Οι ψηφιακές υπηρεσίες επιτρέπουν πλέον στους πελάτες να πραγματοποιούν το σύνολο σχεδόν των τραπεζικών συναλλαγών εξ αποστάσεως, βελτιώνοντας τη συνολική εμπειρία και μειώνοντας παράλληλα το λειτουργικό κόστος.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί το επόμενο στάδιο αυτού του μετασχηματισμού.
Οι εφαρμογές της εκτείνονται από την πιστοδοτική αξιολόγηση και την ανίχνευση απάτης έως την εξυπηρέτηση πελατών, τη συμμόρφωση και τη διαχείριση κινδύνων.
Παράλληλα, δημιουργούνται νέες δυνατότητες προσωποποιημένων υπηρεσιών, βασισμένων στην αξιοποίηση δεδομένων και προηγμένων αναλυτικών εργαλείων.
Ωστόσο, η αυξανόμενη ψηφιοποίηση συνοδεύεται και από νέες προκλήσεις.
Η κυβερνοασφάλεια, η προστασία δεδομένων και η συμμόρφωση με το διαρκώς εξελισσόμενο κανονιστικό πλαίσιο θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας.
Ταυτόχρονα, ο ανταγωνισμός πλέον δεν προέρχεται μόνο από τις παραδοσιακές τράπεζες αλλά και από fintech εταιρείες, neobanks και μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους που εισέρχονται στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να καινοτομήσουν ταχύτερα, διατηρώντας παράλληλα υψηλά επίπεδα κυβερνοασφάλειας και συμμόρφωσης με το κανονιστικό πλαίσιο.
Οι τράπεζες που θα καταφέρουν να συνδυάσουν ισχυρούς ισολογισμούς, διαφοροποιημένες πηγές εσόδων, αποτελεσματική αξιοποίηση της τεχνολογίας και την προσαρμογή στις αρχές της βιωσιμότητας θα είναι εκείνες που θα πρωταγωνιστήσουν στην επόμενη φάση εξέλιξης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Επίλογος
Η συζήτηση γύρω από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν αφορά πλέον τη διαχείριση της κρίσης, αλλά τη διαμόρφωση της επόμενης αναπτυξιακής του φάσης.
Η αξιοποίηση των επενδυτικών ευκαιριών που δημιουργεί η ελληνική οικονομία, η περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών εσόδων, η ενίσχυση της περιφερειακής παρουσίας, η πιθανή επανένταξη μέρους των επαναεξυπηρετούμενων δανείων και η αξιοποίηση των τεχνολογικών εξελίξεων θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική του κλάδου κατά την επόμενη δεκαετία.
Μετά από μια μακρά περίοδο αναδιάρθρωσης και εξυγίανσης, οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν πλέον τις προϋποθέσεις να διαδραματίσουν έναν πιο ενεργό ρόλο στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών