Η υπόθεση Παυλίδη δεν είναι απλώς μια οικογενειακή τραγωδία. Είναι πολύ περισσότερα. Είναι μάθημα για όλη την επιχειρηματική Ελλάδα
Για δεκαετίες τα «Μάρμαρα Παυλίδη» αποτελούσαν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ελληνικής οικογενειακής επιχειρηματικότητας που μεγαλούργησε διεθνώς.
Από τις πλαγιές της Δράμας μέχρι τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, η εταιρεία έχτισε ένα brand υψηλής αισθητικής και αξιοπιστίας.
Τίποτε, όμως, δεν προμήνυε ότι η ίδια αυτή επιτυχία θα μετατρεπόταν στο σκηνικό ενός απίστευτου οικογενειακού εμφυλίου — και μάλιστα με μια μεθόδευση που θα ζήλευαν επαγγελματίες corporate raiders.
Η υπόθεση, όπως έχει αποκαλυφθεί, μοιάζει με παράδειγμα του πώς ο «εσωτερικός εχθρός» μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η επιχείρηση πωλήθηκε σε fund έναντι 260 εκατ. ευρώ και επαναγοράστηκε λίγους μήνες αργότερα από έναν μόνο εκ των αδελφών (Χριστόφορο Παυλίδη) — χωρίς να συμμετάσχουν οι υπόλοιποι και χωρίς καν να ενημερωθούν.
Μια διπλή συναλλαγή που εγείρει ερωτήματα, όχι μόνο για την ηθική της, αλλά για τη στρατηγική πρόθεση: ήταν πράγματι μια δύσκολη επιχειρηματική στιγμή ή ένα μελετημένο σχέδιο που στόχευε στον πλήρη έλεγχο της εταιρείας;
Πως στήθηκε
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι η οικονομική διάσταση — τα 600 εκατ. ευρώ που εκτιμάται σήμερα η αξία της εταιρείας — αλλά ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να στήθηκε η κομπίνα.
Η πώληση παρουσιάστηκε ως «αναγκαία» και «μονόδρομος», με επιχειρήματα περί εξάντλησης των λατομείων και μειωμένων προοπτικών.
Η εικόνα απαξίωσης που μεταφέρθηκε στους μετόχους δεν ήταν μόνο ψυχολογική πίεση. Ήταν στρατηγική. Ο φόβος ότι «αν δεν πουλήσουμε τώρα, θα τα χάσουμε όλα» λειτούργησε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Αυτό είναι το σημείο όπου η εμπιστοσύνη — το μεγαλύτερο κεφάλαιο σε κάθε οικογενειακή επιχείρηση — γίνεται αδυναμία.
Η συμφωνία υπογράφηκε σε έγγραφα στα αγγλικά, γλώσσα που κάποια μέλη της οικογένειας δεν γνώριζαν καλά. Αυτό από μόνο του αποτελεί καμπανάκι.
Πώς είναι δυνατόν να διακυβεύονται περιουσίες εκατοντάδων εκατομμυρίων χωρίς ανεξάρτητη νομική υποστήριξη, χωρίς ορκωτούς συμβούλους, χωρίς θεσμικά αντίβαρα; Ακριβώς επειδή ήταν «οικογένεια».
Η μεγαλύτερη παγίδα
Όταν λίγους μήνες μετά ο ένας αδελφός αγόρασε πίσω την εταιρεία, η αλήθεια αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο. Η πώληση δεν ήταν κρίση. Ήταν ευκαιρία για έναν.
Η επαναγορά, μάλιστα, συνοδεύτηκε και από την καθαίρεση των άλλων αδελφών από θέσεις και μετοχές. Η στιγμή της ανακοίνωσης με ένα τηλέφωνο παραμονή Δεκαπενταύγουστου, όταν η Ελλάδα αδειάζει και οι αντιδράσεις αργούν.
Είναι πολύ περισσότερα η υπόθεση
Η υπόθεση Παυλίδη δεν είναι απλώς μια οικογενειακή τραγωδία. Είναι πολύ περισσότερα. Είναι μάθημα για όλη την επιχειρηματική Ελλάδα.
Ειδικά για την Ελλάδα, όπου χιλιάδες επιχειρήσεις παραμένουν οικογενειακές, όπου ο ιδρυτής μεταβιβάζει και ο διάδοχος κληρονομεί όχι μόνο περιουσία αλλά και σχέσεις, ισορροπίες και άγραφους κανόνες.
Το βασικό πρόβλημα; Έλλειψη εταιρικής διακυβέρνησης. Σε πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο λειτουργεί τυπικά.
Οι συμφωνίες γίνονται «στο λόγο». Οι μέτοχοι δεν ενημερώνονται επαρκώς, δεν υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου, δεν υπάρχει κουλτούρα διαφάνειας.
Όταν όλα πάνε καλά, το σύστημα μοιάζει αποτελεσματικό. Όταν όμως εμφανιστεί κάποιος με δόλο, το οικοδόμημα γκρεμίζεται μέσα σε μια νύχτα.
Η δεύτερη αδυναμία αφορά τον τρόπο που η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ανάπτυξη. Μια εταιρεία που έχει φτάσει σε διεθνή πρωταθλήματα δεν μπορεί να λειτουργεί πλέον σαν οικογενειακό μαγαζί. Θέλει επαγγελματική διοίκηση, ανεξάρτητους ελεγκτές, συμβούλους με δικαιώματα πρόσβασης.
Το «εμπιστεύομαι επειδή είναι αίμα μου» δεν είναι εταιρική στρατηγική. Είναι ρίσκο.
Η επόμενη ημέρα
Το ερώτημα, όμως, είναι τι γίνεται τώρα. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά στη μεθοδευμένη απάτη.
Η υπόθεση πρέπει να αποτελέσει turning point όχι μόνο για την οικογένεια Παυλίδη, αλλά για ολόκληρη την επιχειρηματική κουλτούρα της χώρας.
Να γίνει αφορμή ώστε οι οικογενειακές επιχειρήσεις να βάλουν σαφή πλαίσια, διαδικασίες, προστατευτικές δικλίδες.
Να σταματήσει το μοντέλο του «αδιαμφισβήτητου αρχηγού» και να περάσουμε σε πραγματικά επαγγελματικές δομές.
www.bankingnews.gr
Από τις πλαγιές της Δράμας μέχρι τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, η εταιρεία έχτισε ένα brand υψηλής αισθητικής και αξιοπιστίας.
Τίποτε, όμως, δεν προμήνυε ότι η ίδια αυτή επιτυχία θα μετατρεπόταν στο σκηνικό ενός απίστευτου οικογενειακού εμφυλίου — και μάλιστα με μια μεθόδευση που θα ζήλευαν επαγγελματίες corporate raiders.
Η υπόθεση, όπως έχει αποκαλυφθεί, μοιάζει με παράδειγμα του πώς ο «εσωτερικός εχθρός» μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνος από τον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες, η επιχείρηση πωλήθηκε σε fund έναντι 260 εκατ. ευρώ και επαναγοράστηκε λίγους μήνες αργότερα από έναν μόνο εκ των αδελφών (Χριστόφορο Παυλίδη) — χωρίς να συμμετάσχουν οι υπόλοιποι και χωρίς καν να ενημερωθούν.
Μια διπλή συναλλαγή που εγείρει ερωτήματα, όχι μόνο για την ηθική της, αλλά για τη στρατηγική πρόθεση: ήταν πράγματι μια δύσκολη επιχειρηματική στιγμή ή ένα μελετημένο σχέδιο που στόχευε στον πλήρη έλεγχο της εταιρείας;
Πως στήθηκε
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν είναι η οικονομική διάσταση — τα 600 εκατ. ευρώ που εκτιμάται σήμερα η αξία της εταιρείας — αλλά ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να στήθηκε η κομπίνα.
Η πώληση παρουσιάστηκε ως «αναγκαία» και «μονόδρομος», με επιχειρήματα περί εξάντλησης των λατομείων και μειωμένων προοπτικών.
Η εικόνα απαξίωσης που μεταφέρθηκε στους μετόχους δεν ήταν μόνο ψυχολογική πίεση. Ήταν στρατηγική. Ο φόβος ότι «αν δεν πουλήσουμε τώρα, θα τα χάσουμε όλα» λειτούργησε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Αυτό είναι το σημείο όπου η εμπιστοσύνη — το μεγαλύτερο κεφάλαιο σε κάθε οικογενειακή επιχείρηση — γίνεται αδυναμία.
Η συμφωνία υπογράφηκε σε έγγραφα στα αγγλικά, γλώσσα που κάποια μέλη της οικογένειας δεν γνώριζαν καλά. Αυτό από μόνο του αποτελεί καμπανάκι.
Πώς είναι δυνατόν να διακυβεύονται περιουσίες εκατοντάδων εκατομμυρίων χωρίς ανεξάρτητη νομική υποστήριξη, χωρίς ορκωτούς συμβούλους, χωρίς θεσμικά αντίβαρα; Ακριβώς επειδή ήταν «οικογένεια».
Η μεγαλύτερη παγίδα
Όταν λίγους μήνες μετά ο ένας αδελφός αγόρασε πίσω την εταιρεία, η αλήθεια αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο. Η πώληση δεν ήταν κρίση. Ήταν ευκαιρία για έναν.
Η επαναγορά, μάλιστα, συνοδεύτηκε και από την καθαίρεση των άλλων αδελφών από θέσεις και μετοχές. Η στιγμή της ανακοίνωσης με ένα τηλέφωνο παραμονή Δεκαπενταύγουστου, όταν η Ελλάδα αδειάζει και οι αντιδράσεις αργούν.
Είναι πολύ περισσότερα η υπόθεση
Η υπόθεση Παυλίδη δεν είναι απλώς μια οικογενειακή τραγωδία. Είναι πολύ περισσότερα. Είναι μάθημα για όλη την επιχειρηματική Ελλάδα.
Ειδικά για την Ελλάδα, όπου χιλιάδες επιχειρήσεις παραμένουν οικογενειακές, όπου ο ιδρυτής μεταβιβάζει και ο διάδοχος κληρονομεί όχι μόνο περιουσία αλλά και σχέσεις, ισορροπίες και άγραφους κανόνες.
Το βασικό πρόβλημα; Έλλειψη εταιρικής διακυβέρνησης. Σε πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο λειτουργεί τυπικά.
Οι συμφωνίες γίνονται «στο λόγο». Οι μέτοχοι δεν ενημερώνονται επαρκώς, δεν υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου, δεν υπάρχει κουλτούρα διαφάνειας.
Όταν όλα πάνε καλά, το σύστημα μοιάζει αποτελεσματικό. Όταν όμως εμφανιστεί κάποιος με δόλο, το οικοδόμημα γκρεμίζεται μέσα σε μια νύχτα.
Η δεύτερη αδυναμία αφορά τον τρόπο που η Ελλάδα αντιμετωπίζει την ανάπτυξη. Μια εταιρεία που έχει φτάσει σε διεθνή πρωταθλήματα δεν μπορεί να λειτουργεί πλέον σαν οικογενειακό μαγαζί. Θέλει επαγγελματική διοίκηση, ανεξάρτητους ελεγκτές, συμβούλους με δικαιώματα πρόσβασης.
Το «εμπιστεύομαι επειδή είναι αίμα μου» δεν είναι εταιρική στρατηγική. Είναι ρίσκο.
Η επόμενη ημέρα
Το ερώτημα, όμως, είναι τι γίνεται τώρα. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά στη μεθοδευμένη απάτη.
Η υπόθεση πρέπει να αποτελέσει turning point όχι μόνο για την οικογένεια Παυλίδη, αλλά για ολόκληρη την επιχειρηματική κουλτούρα της χώρας.
Να γίνει αφορμή ώστε οι οικογενειακές επιχειρήσεις να βάλουν σαφή πλαίσια, διαδικασίες, προστατευτικές δικλίδες.
Να σταματήσει το μοντέλο του «αδιαμφισβήτητου αρχηγού» και να περάσουμε σε πραγματικά επαγγελματικές δομές.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών