Συναγερμός στις αγορές: Οι γαλλικές αποδόσεις πάνω από το 5% για πρώτη φορά από το 2002
Την ώρα που όλοι έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη Federal Reserve (Fed) και στα αποτελέσματα των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης (AI), μια αγορά κρατικών ομολόγων χώρας της G7 άρχισε να εμφανίζει σοβαρές ρωγμές, σύμφωνα με τον Graham Summers, Chief Market Strategist της Phoenix Capital Research.
Την περασμένη Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026, η απόδοση των γαλλικών κρατικών ομολόγων διάρκειας 10 ετών ξεπέρασε το 5% για πρώτη φορά από το 2002.
Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων —ο σημαντικότερος δείκτης που παρακολουθούν οι αγορές για την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου εντός της Ευρωζώνης— διευρύνθηκε σχεδόν στις 160 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από το 2011, όταν η κρίση χρέους της Ευρωζώνης είχε κορυφωθεί και το μεγάλο ερώτημα ήταν αν η νομισματική ένωση θα μπορούσε να επιβιώσει.
Τρομάζουν τα στοιχεία
Τα στοιχεία που βρίσκονται πίσω από αυτήν την εξέλιξη είναι αποκαλυπτικά. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αντιστοιχεί στο 119% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα υπερβαίνει το 5%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το έλλειμμα θα φτάσει το 5,7% το επόμενο έτος, ενώ το δημόσιο χρέος θα ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ.
Ο πρωθυπουργός Lecornu επιχειρεί να περάσει τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος προβλέπει περικοπές δαπανών ύψους 43 δισ. ευρώ. Ωστόσο, δεν διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που απαιτείται για την έγκρισή του.
Την ίδια στιγμή, οι αντιδράσεις στους δρόμους συνεχίζονται εδώ και εβδομάδες, με διαδηλώσεις —ορισμένες από τις οποίες έχουν εξελιχθεί σε βίαια επεισόδια— και βασικό αίτημα την αύξηση των δημόσιων δαπανών, αντί για νέες περικοπές.
Την Παρασκευή, η Moody’s διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας, αλλά κράτησε τις προοπτικές αρνητικές. Και όλα αυτά ενώ την άνοιξη αναμένεται να διεξαχθούν προεδρικές εκλογές.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: μια κυβέρνηση που δεν μπορεί να προχωρήσει σε περικοπές, ένας πληθυσμός που δεν αποδέχεται τη λιτότητα, ένα έλλειμμα που συνεχίζει να διογκώνεται και μια αγορά ομολόγων που δεν είναι πλέον διατεθειμένη να περιμένει πολιτικές λύσεις.
Αυτό είναι μια κρίση κρατικού χρέους. Και εκδηλώνεται στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, χωρίς να έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής ανάλογη ανησυχία στον αμερικανικό χρηματοοικονομικό Τύπο.
Η «φούσκα των πάντων» και ο κίνδυνος από τα κρατικά ομόλογα
Από το 2014 η Phoenix Capital Research προειδοποιεί για τη λεγόμενη «Everything Bubble», τη φούσκα που, κατά την ανάλυσή μου, έχει επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
Η βασική θέση αυτής της ανάλυσης δεν αφορούσε ποτέ αποκλειστικά τις μετοχές ή τα ακίνητα. Στο επίκεντρο βρίσκονταν τα κρατικά ομόλογα.
Οι κεντρικές τράπεζες οδήγησαν τις τιμές του κρατικού χρέους σε επίπεδα που δεν αντανακλούσαν τον πραγματικό κίνδυνο δανεισμού προς τις κυβερνήσεις. Στη συνέχεια, οι αποτιμήσεις σχεδόν όλων των υπόλοιπων επενδυτικών κατηγοριών διαμορφώθηκαν πάνω σε αυτήν τη στρεβλή βάση.
Η ανατροπή αυτής της κατάστασης ήταν πάντα πιθανό να ξεκινήσει από την αγορά ομολόγων, με πρώτο στόχο τα κράτη που δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν το νόμισμα στο οποίο δανείζονται.
Η Γαλλία δεν μπορεί να εκδώσει ευρώ κατά βούληση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αυτήν τη δυνατότητα, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τις αντιδράσεις της Γερμανίας.
Τα εργαλεία που διαθέτει, όπως το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI), σχεδιάστηκαν με βάση τις συνθήκες του 2012. Τότε, το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στις περιφερειακές οικονομίες, ενώ ο πυρήνας της Ευρωζώνης θεωρούνταν ισχυρός.
Σήμερα, όμως, η πίεση βρίσκεται στη Γαλλία, δηλαδή στον ίδιο τον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Δεν υπάρχει ένα προφανές και δοκιμασμένο σχέδιο αντιμετώπισης για την περίπτωση κατά την οποία η κρίση πλήττει τον πυρήνα και όχι την περιφέρεια. Και οι αγορές γνωρίζουν αυτήν την αδυναμία.
Εάν η κρίση επεκταθεί, η Ιταλία και η Ισπανία ενδέχεται να βρεθούν στην επόμενη γραμμή κινδύνου, καθώς αντιμετωπίζουν επίσης υψηλά επίπεδα χρέους και τραπεζικά συστήματα με σημαντική έκθεση στα κρατικά ομόλογα των χωρών τους.
Γιατί οι επενδυτές εγκαταλείπουν τη Γαλλία και στρέφονται στα αμερικανικά ομόλογα
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για τους Αμερικανούς επενδυτές — και, όπως υποστηρίζω, η διάσταση που ελάχιστοι συζητούν ανοιχτά.
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς κρατικού ομολόγου υποχώρησε κατά περισσότερες από 30 μονάδες βάσης τον Οκτώβριο.
Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου βρισκόταν λίγο κάτω από το 5%, ενώ η αγορά οδεύει προς το τέλος ενός σερί επτά μηνών κατά το οποίο οι μηνιαίες αποδόσεις κινούνταν ανοδικά.
Ο χρηματοοικονομικός Τύπος παρουσιάζει αυτήν την εξέλιξη ως θετική ένδειξη, εκτιμώντας ότι οι πληθωριστικές ανησυχίες υποχωρούν ενόψει της συνεδρίασης της Fed την επόμενη ημέρα.
Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί υποχώρησαν πραγματικά οι αποδόσεις;
Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που κυριαρχούν στη Wall Street, οι βασικοί παράγοντες είναι τρεις: η πτώση των μετοχών τεχνητής νοημοσύνης, η κρίση στη Γαλλία και ο πόλεμος με το Ιράν.
Και οι τρεις παράγοντες συνδέονται με την αυξημένη αποστροφή προς τον κίνδυνο.
Όταν οι επενδυτές φοβούνται ότι κάτι μπορεί να καταρρεύσει, περιορίζουν την έκθεσή τους σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου και στρέφονται στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς η αγορά τους διαθέτει το μέγεθος και τη ρευστότητα για να απορροφήσει μεγάλα κεφάλαια.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται.
Ο δομικός δείκτης τιμών καταναλωτή (Core CPI) εμφάνισε υψηλότερες του αναμενομένου πληθωριστικές πιέσεις τον Σεπτέμβριο. Η ίδια η Fed προβλέπει πληθωρισμό 3,7% για το έτος, ενώ η τιμή του πετρελαίου Brent βρίσκεται στα 116 δολάρια το βαρέλι.
Επομένως, η πτώση των αποδόσεων που σήμερα παρουσιάζεται ως θετική εξέλιξη μπορεί να αντανακλά κάτι εντελώς διαφορετικό: κεφάλαια που εγκαταλείπουν μια αγορά κρατικού χρέους υπό πίεση στην Ευρώπη και μετοχές τεχνητής νοημοσύνης που αντιμετωπίζουν ισχυρούς κραδασμούς, αναζητώντας καταφύγιο στη μεγαλύτερη αγορά ομολόγων του κόσμου.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για αναζωπύρωση της φούσκας των ομολόγων. Μπορεί να είναι η αποσυμπίεσή της στο Παρίσι, με τα κεφάλαια να κατευθύνονται προς τη Νέα Υόρκη καθώς αποχωρούν από τη γαλλική αγορά.
Η ομοιότητα Γαλλίας και ΗΠΑ που προκαλεί ανησυχία
Υπάρχει, ωστόσο, ένα στοιχείο που θα έπρεπε να προβληματίζει τους επενδυτές.
Ας συγκρίνουμε τα δημοσιονομικά μεγέθη της Γαλλίας με εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Γαλλία έχει δημόσιο χρέος περίπου στο 119% του ΑΕΠ και δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 5%. Οι ΗΠΑ έχουν δημόσιο χρέος κοντά στο 120% του ΑΕΠ και έλλειμμα άνω του 6%.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται λίγο πάνω από το 5%, ενώ η αντίστοιχη αμερικανική απόδοση κινείται λίγο χαμηλότερα.
Η δημοσιονομική εικόνα των δύο χωρών εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες.
Η καθοριστική διαφορά είναι ότι η Γαλλία δανείζεται σε ένα νόμισμα που δεν ελέγχει αυτόνομα, ενώ οι ΗΠΑ δανείζονται στο δικό τους νόμισμα, το οποίο εκδίδουν μέσω του αμερικανικού νομισματικού συστήματος.
Αυτό αποτελεί πραγματικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ και εξηγεί γιατί τα κεφάλαια καταφεύγουν σήμερα στην αμερικανική αγορά, αντί να την εγκαταλείπουν.
Πρέπει, όμως, να γίνει σαφές τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη.
Δεν αποτελεί απόδειξη ότι η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ είναι υγιής. Δείχνει ότι, όταν η φούσκα των κρατικών ομολόγων αρχίζει να ξεφουσκώνει, η χώρα που διαθέτει τη δυνατότητα έκδοσης του δικού της νομίσματος μπορεί να βρεθεί τελευταία στη σειρά των πιέσεων.
Το ότι οι ΗΠΑ μπορεί να είναι οι τελευταίες που θα πληγούν δεν σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός κινδύνου.
Τρία κρίσιμα συμπεράσματα για τους επενδυτές
Οι επενδυτικές συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι συγκεκριμένες.
Πρώτον, η άνοδος των αμερικανικών ομολόγων είναι μια αντίδραση φόβου.
Όταν οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια, οι τιμές των ομολόγων ενισχύονται και οι αποδόσεις τους υποχωρούν. Όταν, όμως, οι αιτίες του φόβου εξασθενήσουν, αυτή η κίνηση μπορεί να αντιστραφεί.
Εάν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν ή εάν η Γαλλία καταφέρει να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της, οι 30 μονάδες βάσης που έχουν χαθεί από τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ενδέχεται να ανακτηθούν.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι πιέσεις στην αγορά κατοικίας και στην αγορά πιστώσεων, τις οποίες ανέλυσα την προηγούμενη εβδομάδα, θα μπορούσαν να επανέλθουν στο προσκήνιο από το σημείο όπου είχαν μείνει.
Οι επενδυτές δεν πρέπει να εκλάβουν την πρόσφατη πτώση των αποδόσεων ως ένδειξη ότι έχει διαμορφωθεί ένα νέο οικονομικό και επενδυτικό καθεστώς.
Δεύτερον, η κρίση στον πυρήνα της Ευρωζώνης ενισχύει το επιχείρημα υπέρ του χρυσού.
Μια κρίση κρατικού χρέους σε χώρα της Ευρωζώνης που ανήκει στον πυρήνα της νομισματικής ένωσης είναι ακριβώς το είδος της εξέλιξης που μπορεί να οδηγήσει κεφάλαια προς περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν υποχρέωση κάποιας κυβέρνησης ή άλλου εκδότη.
Ο χρυσός διατηρείται πάνω από τα 4.000 δολάρια, μετά από μια απότομη διόρθωση. Η γαλλική κρίση αποτελεί, κατά την άποψή μου, ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης αυτού του επιπέδου.
Όταν τα κρατικά ομόλογα μιας χώρας της G7 μετατρέπονται από ασφαλές καταφύγιο σε πηγή αβεβαιότητας, ο χρυσός αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως περιουσιακό στοιχείο χωρίς πιστωτικό κίνδυνο εκδότη.
Πρόκειται για ένα μέσο διατήρησης αξίας με ιστορία περίπου 5.000 ετών.
Τρίτον, οι επενδυτές πρέπει να παρακολουθούν στενά τη διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων.
Εάν το spread Γαλλίας–Γερμανίας ξεπεράσει τις 200 μονάδες βάσης, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ένα κρίσιμο σημείο καμπής, στο οποίο η κρίση θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα και θα μετατραπεί σε ευρωπαϊκή υπόθεση.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η ΕΚΤ θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να υπερασπιστεί τον στόχο της για τον πληθωρισμό ή να παρέμβει για να περιορίσει την πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Κάθε επιλογή θα έχει σημαντικές συνέπειες για τις αγορές. Κατά την εκτίμησή μου, ένα τέτοιο περιβάλλον θα ευνοούσε τα περιουσιακά στοιχεία με πραγματική και διαχρονική αξία, ενώ θα ασκούσε πιέσεις στο ευρώ.
www.bankingnews.gr
Την περασμένη Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026, η απόδοση των γαλλικών κρατικών ομολόγων διάρκειας 10 ετών ξεπέρασε το 5% για πρώτη φορά από το 2002.
Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων —ο σημαντικότερος δείκτης που παρακολουθούν οι αγορές για την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου εντός της Ευρωζώνης— διευρύνθηκε σχεδόν στις 160 μονάδες βάσης.
Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από το 2011, όταν η κρίση χρέους της Ευρωζώνης είχε κορυφωθεί και το μεγάλο ερώτημα ήταν αν η νομισματική ένωση θα μπορούσε να επιβιώσει.
Τρομάζουν τα στοιχεία
Τα στοιχεία που βρίσκονται πίσω από αυτήν την εξέλιξη είναι αποκαλυπτικά. Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αντιστοιχεί στο 119% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα υπερβαίνει το 5%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το έλλειμμα θα φτάσει το 5,7% το επόμενο έτος, ενώ το δημόσιο χρέος θα ξεπεράσει το 120% του ΑΕΠ.
Ο πρωθυπουργός Lecornu επιχειρεί να περάσει τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος προβλέπει περικοπές δαπανών ύψους 43 δισ. ευρώ. Ωστόσο, δεν διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που απαιτείται για την έγκρισή του.
Την ίδια στιγμή, οι αντιδράσεις στους δρόμους συνεχίζονται εδώ και εβδομάδες, με διαδηλώσεις —ορισμένες από τις οποίες έχουν εξελιχθεί σε βίαια επεισόδια— και βασικό αίτημα την αύξηση των δημόσιων δαπανών, αντί για νέες περικοπές.
Την Παρασκευή, η Moody’s διατήρησε αμετάβλητη την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας, αλλά κράτησε τις προοπτικές αρνητικές. Και όλα αυτά ενώ την άνοιξη αναμένεται να διεξαχθούν προεδρικές εκλογές.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: μια κυβέρνηση που δεν μπορεί να προχωρήσει σε περικοπές, ένας πληθυσμός που δεν αποδέχεται τη λιτότητα, ένα έλλειμμα που συνεχίζει να διογκώνεται και μια αγορά ομολόγων που δεν είναι πλέον διατεθειμένη να περιμένει πολιτικές λύσεις.
Αυτό είναι μια κρίση κρατικού χρέους. Και εκδηλώνεται στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, χωρίς να έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής ανάλογη ανησυχία στον αμερικανικό χρηματοοικονομικό Τύπο.
Η «φούσκα των πάντων» και ο κίνδυνος από τα κρατικά ομόλογα
Από το 2014 η Phoenix Capital Research προειδοποιεί για τη λεγόμενη «Everything Bubble», τη φούσκα που, κατά την ανάλυσή μου, έχει επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
Η βασική θέση αυτής της ανάλυσης δεν αφορούσε ποτέ αποκλειστικά τις μετοχές ή τα ακίνητα. Στο επίκεντρο βρίσκονταν τα κρατικά ομόλογα.
Οι κεντρικές τράπεζες οδήγησαν τις τιμές του κρατικού χρέους σε επίπεδα που δεν αντανακλούσαν τον πραγματικό κίνδυνο δανεισμού προς τις κυβερνήσεις. Στη συνέχεια, οι αποτιμήσεις σχεδόν όλων των υπόλοιπων επενδυτικών κατηγοριών διαμορφώθηκαν πάνω σε αυτήν τη στρεβλή βάση.
Η ανατροπή αυτής της κατάστασης ήταν πάντα πιθανό να ξεκινήσει από την αγορά ομολόγων, με πρώτο στόχο τα κράτη που δεν έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν το νόμισμα στο οποίο δανείζονται.
Η Γαλλία δεν μπορεί να εκδώσει ευρώ κατά βούληση. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει αυτήν τη δυνατότητα, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τις αντιδράσεις της Γερμανίας.
Τα εργαλεία που διαθέτει, όπως το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής (Transmission Protection Instrument – TPI), σχεδιάστηκαν με βάση τις συνθήκες του 2012. Τότε, το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στις περιφερειακές οικονομίες, ενώ ο πυρήνας της Ευρωζώνης θεωρούνταν ισχυρός.
Σήμερα, όμως, η πίεση βρίσκεται στη Γαλλία, δηλαδή στον ίδιο τον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Δεν υπάρχει ένα προφανές και δοκιμασμένο σχέδιο αντιμετώπισης για την περίπτωση κατά την οποία η κρίση πλήττει τον πυρήνα και όχι την περιφέρεια. Και οι αγορές γνωρίζουν αυτήν την αδυναμία.
Εάν η κρίση επεκταθεί, η Ιταλία και η Ισπανία ενδέχεται να βρεθούν στην επόμενη γραμμή κινδύνου, καθώς αντιμετωπίζουν επίσης υψηλά επίπεδα χρέους και τραπεζικά συστήματα με σημαντική έκθεση στα κρατικά ομόλογα των χωρών τους.
Γιατί οι επενδυτές εγκαταλείπουν τη Γαλλία και στρέφονται στα αμερικανικά ομόλογα
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο για τους Αμερικανούς επενδυτές — και, όπως υποστηρίζω, η διάσταση που ελάχιστοι συζητούν ανοιχτά.
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς κρατικού ομολόγου υποχώρησε κατά περισσότερες από 30 μονάδες βάσης τον Οκτώβριο.
Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου βρισκόταν λίγο κάτω από το 5%, ενώ η αγορά οδεύει προς το τέλος ενός σερί επτά μηνών κατά το οποίο οι μηνιαίες αποδόσεις κινούνταν ανοδικά.
Ο χρηματοοικονομικός Τύπος παρουσιάζει αυτήν την εξέλιξη ως θετική ένδειξη, εκτιμώντας ότι οι πληθωριστικές ανησυχίες υποχωρούν ενόψει της συνεδρίασης της Fed την επόμενη ημέρα.
Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Γιατί υποχώρησαν πραγματικά οι αποδόσεις;
Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που κυριαρχούν στη Wall Street, οι βασικοί παράγοντες είναι τρεις: η πτώση των μετοχών τεχνητής νοημοσύνης, η κρίση στη Γαλλία και ο πόλεμος με το Ιράν.
Και οι τρεις παράγοντες συνδέονται με την αυξημένη αποστροφή προς τον κίνδυνο.
Όταν οι επενδυτές φοβούνται ότι κάτι μπορεί να καταρρεύσει, περιορίζουν την έκθεσή τους σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου και στρέφονται στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, καθώς η αγορά τους διαθέτει το μέγεθος και τη ρευστότητα για να απορροφήσει μεγάλα κεφάλαια.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται.
Ο δομικός δείκτης τιμών καταναλωτή (Core CPI) εμφάνισε υψηλότερες του αναμενομένου πληθωριστικές πιέσεις τον Σεπτέμβριο. Η ίδια η Fed προβλέπει πληθωρισμό 3,7% για το έτος, ενώ η τιμή του πετρελαίου Brent βρίσκεται στα 116 δολάρια το βαρέλι.
Επομένως, η πτώση των αποδόσεων που σήμερα παρουσιάζεται ως θετική εξέλιξη μπορεί να αντανακλά κάτι εντελώς διαφορετικό: κεφάλαια που εγκαταλείπουν μια αγορά κρατικού χρέους υπό πίεση στην Ευρώπη και μετοχές τεχνητής νοημοσύνης που αντιμετωπίζουν ισχυρούς κραδασμούς, αναζητώντας καταφύγιο στη μεγαλύτερη αγορά ομολόγων του κόσμου.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για αναζωπύρωση της φούσκας των ομολόγων. Μπορεί να είναι η αποσυμπίεσή της στο Παρίσι, με τα κεφάλαια να κατευθύνονται προς τη Νέα Υόρκη καθώς αποχωρούν από τη γαλλική αγορά.
Η ομοιότητα Γαλλίας και ΗΠΑ που προκαλεί ανησυχία
Υπάρχει, ωστόσο, ένα στοιχείο που θα έπρεπε να προβληματίζει τους επενδυτές.
Ας συγκρίνουμε τα δημοσιονομικά μεγέθη της Γαλλίας με εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Γαλλία έχει δημόσιο χρέος περίπου στο 119% του ΑΕΠ και δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 5%. Οι ΗΠΑ έχουν δημόσιο χρέος κοντά στο 120% του ΑΕΠ και έλλειμμα άνω του 6%.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται λίγο πάνω από το 5%, ενώ η αντίστοιχη αμερικανική απόδοση κινείται λίγο χαμηλότερα.
Η δημοσιονομική εικόνα των δύο χωρών εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες.
Η καθοριστική διαφορά είναι ότι η Γαλλία δανείζεται σε ένα νόμισμα που δεν ελέγχει αυτόνομα, ενώ οι ΗΠΑ δανείζονται στο δικό τους νόμισμα, το οποίο εκδίδουν μέσω του αμερικανικού νομισματικού συστήματος.
Αυτό αποτελεί πραγματικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ και εξηγεί γιατί τα κεφάλαια καταφεύγουν σήμερα στην αμερικανική αγορά, αντί να την εγκαταλείπουν.
Πρέπει, όμως, να γίνει σαφές τι σημαίνει αυτή η εξέλιξη.
Δεν αποτελεί απόδειξη ότι η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ είναι υγιής. Δείχνει ότι, όταν η φούσκα των κρατικών ομολόγων αρχίζει να ξεφουσκώνει, η χώρα που διαθέτει τη δυνατότητα έκδοσης του δικού της νομίσματος μπορεί να βρεθεί τελευταία στη σειρά των πιέσεων.
Το ότι οι ΗΠΑ μπορεί να είναι οι τελευταίες που θα πληγούν δεν σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός κινδύνου.
Τρία κρίσιμα συμπεράσματα για τους επενδυτές
Οι επενδυτικές συνέπειες αυτών των εξελίξεων είναι συγκεκριμένες.
Πρώτον, η άνοδος των αμερικανικών ομολόγων είναι μια αντίδραση φόβου.
Όταν οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια, οι τιμές των ομολόγων ενισχύονται και οι αποδόσεις τους υποχωρούν. Όταν, όμως, οι αιτίες του φόβου εξασθενήσουν, αυτή η κίνηση μπορεί να αντιστραφεί.
Εάν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν ή εάν η Γαλλία καταφέρει να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της, οι 30 μονάδες βάσης που έχουν χαθεί από τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων ενδέχεται να ανακτηθούν.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι πιέσεις στην αγορά κατοικίας και στην αγορά πιστώσεων, τις οποίες ανέλυσα την προηγούμενη εβδομάδα, θα μπορούσαν να επανέλθουν στο προσκήνιο από το σημείο όπου είχαν μείνει.
Οι επενδυτές δεν πρέπει να εκλάβουν την πρόσφατη πτώση των αποδόσεων ως ένδειξη ότι έχει διαμορφωθεί ένα νέο οικονομικό και επενδυτικό καθεστώς.
Δεύτερον, η κρίση στον πυρήνα της Ευρωζώνης ενισχύει το επιχείρημα υπέρ του χρυσού.
Μια κρίση κρατικού χρέους σε χώρα της Ευρωζώνης που ανήκει στον πυρήνα της νομισματικής ένωσης είναι ακριβώς το είδος της εξέλιξης που μπορεί να οδηγήσει κεφάλαια προς περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν αποτελούν υποχρέωση κάποιας κυβέρνησης ή άλλου εκδότη.
Ο χρυσός διατηρείται πάνω από τα 4.000 δολάρια, μετά από μια απότομη διόρθωση. Η γαλλική κρίση αποτελεί, κατά την άποψή μου, ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης αυτού του επιπέδου.
Όταν τα κρατικά ομόλογα μιας χώρας της G7 μετατρέπονται από ασφαλές καταφύγιο σε πηγή αβεβαιότητας, ο χρυσός αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως περιουσιακό στοιχείο χωρίς πιστωτικό κίνδυνο εκδότη.
Πρόκειται για ένα μέσο διατήρησης αξίας με ιστορία περίπου 5.000 ετών.
Τρίτον, οι επενδυτές πρέπει να παρακολουθούν στενά τη διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων.
Εάν το spread Γαλλίας–Γερμανίας ξεπεράσει τις 200 μονάδες βάσης, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει ένα κρίσιμο σημείο καμπής, στο οποίο η κρίση θα πάψει να αντιμετωπίζεται ως αποκλειστικά γαλλικό πρόβλημα και θα μετατραπεί σε ευρωπαϊκή υπόθεση.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η ΕΚΤ θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα: να υπερασπιστεί τον στόχο της για τον πληθωρισμό ή να παρέμβει για να περιορίσει την πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Κάθε επιλογή θα έχει σημαντικές συνέπειες για τις αγορές. Κατά την εκτίμησή μου, ένα τέτοιο περιβάλλον θα ευνοούσε τα περιουσιακά στοιχεία με πραγματική και διαχρονική αξία, ενώ θα ασκούσε πιέσεις στο ευρώ.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών