Η γαλλική Αριστερά θέλει απλώς να… «κάψει» το χρέος
Για τους επικριτές της σοσιαλιστικής οικονομικής πολιτικής, ο κόσμος μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από ένα θεμελιώδες ερώτημα: από πού προέρχεται η πίστωση που απαιτείται ώστε τα οράματα των κεντρικών σχεδιαστών να μετατραπούν σε πραγματικότητα;
Από τη στιγμή που εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση, ακόμη και τα πιο αμφιλεγόμενα κρατικά σχέδια μπορούν να προχωρήσουν.
Σε ένα ιδανικό περιβάλλον για τους σοσιαλιστές, σύμφωνα με την ανάλυση, τα επιτόκια παραμένουν κοντά στο μηδέν, επιτρέποντας τη χρηματοδότηση σχεδόν κάθε κρατικής δαπάνης: από την ενεργειακή μετάβαση και την κατασκευή ανεμογεννητριών έως τις αμυντικές δαπάνες για την Ουκρανία και τις επιδοτήσεις προς τον τομέα των ΜΚΟ.
Το κόστος αυτής της τεχνητής πιστωτικής επέκτασης, υποστηρίζει το κείμενο, μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία μέσω υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένης φορολογίας. Η
σύνδεση μεταξύ της κρατικής ζήτησης και των συνεπειών της στην οικονομία καθίσταται έτσι λιγότερο εμφανής, ενώ οι πολίτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί η οικονομία δεν αναπτύσσεται, την ώρα που ο κρατικός μηχανισμός διογκώνεται.
Jean-Luc Mélenchon: «Λύση» με νέο χρέος χωρίς όρια
Σε συνέντευξή του στο Les Nouveaux Médias, ο Γάλλος σοσιαλιστής Jean-Luc Mélenchon παρουσίασε τη δική του πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η γαλλική κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει να αυξάνει το δημόσιο χρέος, χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα είδος «χωματερής ομολόγων», αγοράζοντας τα κρατικά χρεόγραφα που η αγορά δεν θα είναι πλέον διατεθειμένη να απορροφήσει.
Και εδώ, σύμφωνα με το άρθρο, βρίσκεται το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της πρότασης: τα ομόλογα που θα έχουν περάσει στον ισολογισμό της ΕΚΤ θα μπορούσαν ουσιαστικά να «σβήσουν» λογιστικά.
Με αυτόν τον τρόπο, το χρέος θα εξαφανιζόταν από τους ισολογισμούς και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί.
Η λογική αυτή παρουσιάζεται από τους επικριτές της ως μια μορφή «ψηφιακού εκτυπωτή χρήματος», έναν μηχανισμό απεριόριστης χρηματοδότησης που, θεωρητικά, θα επέτρεπε στο κράτος να συνεχίζει να δαπανά χωρίς να αντιμετωπίζει άμεσα τις συνέπειες της συσσώρευσης χρέους.
«Γιατί δεν το έχει σκεφτεί κανείς μέχρι τώρα;»
Το ερώτημα που τίθεται είναι προφανές: γιατί μια τέτοια λύση δεν έχει εφαρμοστεί ήδη;
Η απάντηση, σύμφωνα με το κείμενο, βρίσκεται στους πραγματικούς οικονομικούς περιορισμούς.
Οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι και κάθε κρατική δαπάνη έχει τελικά κόστος. Η δημιουργία χρήματος ή η συνεχής έκδοση χρέους δεν δημιουργεί αυτομάτως πραγματικό πλούτο.
Η κριτική προς τη συγκεκριμένη λογική είναι ότι μέσω της πιστωτικής επέκτασης μπορεί προσωρινά να αποφεύγεται η ανάγκη για δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, μεταφέροντας όμως το κόστος στο μέλλον, κυρίως μέσω πληθωρισμού, υψηλότερων φόρων ή χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο
Το άρθρο υποστηρίζει ότι, σε σημαντικό βαθμό, η Ευρώπη έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μετά την κρίση κρατικού χρέους που ξέσπασε πριν από περίπου 15 χρόνια.
Η ΕΚΤ, μέσω των προγραμμάτων αγοράς κρατικών ομολόγων, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη σταθεροποίηση των αγορών.
Παράλληλα, το Transmission Protection Instrument (TPI) έχει σχεδιαστεί ως μηχανισμός που μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να επιτρέψει αγορές κρατικών ομολόγων χωρίς προκαθορισμένο ποσοτικό ανώτατο όριο.
Η λογική είναι ότι εάν οι αγορές χάσουν την εμπιστοσύνη τους απέναντι σε μια χώρα της Ευρωζώνης και απαιτήσουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν το χρέος της, η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει ώστε να περιορίσει την άνοδο του κόστους δανεισμού.
Τα όρια της δύναμης των κεντρικών τραπεζών
Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η ικανότητα μιας κεντρικής τράπεζας να ελέγχει τις αγορές ομολόγων δεν είναι απεριόριστη.
Οι αγορές κρατικού χρέους είναι ιδιαίτερα βαθιές, ειδικά στο λεγόμενο «long end», δηλαδή στις μακροπρόθεσμες διάρκειες των κρατικών ομολόγων.
Η ΕΚΤ μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το βραχυπρόθεσμο κόστος χρήματος, αλλά η δυνατότητά της να ελέγξει πλήρως τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις είναι πολύ πιο περιορισμένη.
Η αγορά εξακολουθεί να αξιολογεί τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική κατάσταση και την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών.
Όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη των επενδυτών για υψηλότερη απόδοση ως αντιστάθμισμα του κινδύνου.
Η δεύτερη πρόταση Mélenchon: κοινό ευρωπαϊκό χρέος
Ο Jean-Luc Mélenchon προχωρά, σύμφωνα με το άρθρο, και σε μια δεύτερη πρόταση: την έκδοση κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα οποία θα μπορούσαν επίσης να σταθεροποιούνται από την ΕΚΤ μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος επιτοκίων.
Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η ισχυρότερη πιστοληπτική θέση της Γερμανίας, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για το ευρωπαϊκό σύστημα χρέους, θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος χωρών με πολύ υψηλότερο δημόσιο χρέος, όπως η Γαλλία, της οποίας το χρέος κινείται περίπου στο 120% του ΑΕΠ.
Η πρόταση ουσιαστικά παραπέμπει στην περαιτέρω αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους, δηλαδή στη μεταφορά μέρους του κινδύνου από τις εθνικές κυβερνήσεις σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η «τριγωνική συναλλαγή» και το χρέος που… χρωστά ο εαυτός του
Ο Mélenchon περιγράφει επίσης μια ιδιαίτερη λογική γύρω από τη σχέση της Γαλλίας με το Ευρωσύστημα.
Η Γαλλία συμμετέχει στο Ευρωσύστημα μέσω της Banque de France και, κατά συνέπεια, συνδέεται έμμεσα με την ΕΚΤ.
Εάν η ΕΚΤ αγοράσει γαλλικά κρατικά ομόλογα, υποστηρίζει ο Mélenchon, τότε δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία η Γαλλία ουσιαστικά χρωστά σε έναν θεσμό του ίδιου ευρωπαϊκού συστήματος.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, εφόσον τα γαλλικά ομόλογα έχουν προηγουμένως μεταφερθεί στην ΕΚΤ, οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις θα μπορούσαν τελικά να ακυρωθούν.
Η κριτική του άρθρου είναι ιδιαίτερα σκληρή: χαρακτηρίζει τη λογική αυτή οικονομικά αδιέξοδη, υποστηρίζοντας ότι οδηγεί στην ιδέα του «δανεισμού χωρίς όρια» και της μετέπειτα διαγραφής του χρέους, με την κοινωνία να καλείται τελικά να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές συνέπειες.
Από την Ουκρανία έως την πράσινη μετάβαση
Το ζήτημα, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν περιορίζεται στη διαχείριση του υφιστάμενου χρέους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι πολιτικές που χρηματοδοτούνται μέσω κρατικού δανεισμού: από τη στήριξη της Ουκρανίας και την κλιματική πολιτική έως τις κοινωνικές δαπάνες και τη διαχείριση της μετανάστευσης.
Παράλληλα, το συνταξιοδοτικό σύστημα απαιτεί επίσης σημαντικούς πόρους, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για συνεχή κρατική χρηματοδότηση. Έτσι, το δημόσιο χρέος παρουσιάζεται ως ένας μηχανισμός που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αναβάλλουν δύσκολες μεταρρυθμίσεις και να αποφεύγουν άμεσες πολιτικές συγκρούσεις.
Γαλλία: Νέος δανεισμός 5,7% και πολιτικό αδιέξοδο
Ο Mélenchon, σύμφωνα με το άρθρο, γνωρίζει ότι η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα σημαντική αύξηση του δανεισμού.
Οι νέες ανάγκες χρηματοδότησης αναμένεται να φθάσουν το 5,7% του ΑΕΠ φέτος, ενώ το πολιτικό αδιέξοδο στο Παρίσι καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή.
Η αδυναμία επίτευξης πολιτικής συναίνεσης για περιορισμό των ελλειμμάτων οδηγεί, σύμφωνα με την ανάλυση, σε έναν φαύλο κύκλο: περισσότερα ελλείμματα, περισσότερος δανεισμός, υψηλότερες ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους και, τελικά, ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη για νέα χρηματοδότηση.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι τα πολιτικά στρατόπεδα οδηγούνται έτσι προς μια κατάσταση δημοσιονομικής εξάντλησης, ενώ η Γερμανία φαίνεται επίσης να προετοιμάζεται για την επόμενη φάση: τα Eurobonds, δηλαδή την περαιτέρω συγκέντρωση του ευρωπαϊκού χρέους υπό την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το προηγούμενο του Next Generation EU
Το πρώτο μεγάλο τεστ αυτής της λογικής ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση, το Next Generation EU, το κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα ύψους 750 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο των lockdowns της πανδημίας.
Οι Βρυξέλλες άντλησαν κεφάλαια από τις αγορές μέσω κοινής έκδοσης χρέους, με τη συμμετοχή των κρατών-μελών και τη στήριξη της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικό μέρος των πόρων κατευθύνθηκε προς χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες είχαν υποστεί σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία.
Για τους επικριτές της περαιτέρω αμοιβαιοποίησης του χρέους, το Next Generation EU αποτελεί το προηγούμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μόνιμη μορφή κοινής ευρωπαϊκής έκδοσης ομολόγων.
Τα Eurobonds ως «αναπόφευκτο» επόμενο βήμα
Το άρθρο θεωρεί ότι τα Eurobonds θα αποτελέσουν τελικά το επόμενο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αμυντικού τομέα, σε συνδυασμό με την πράσινη μετάβαση και τις αυξημένες κρατικές δαπάνες, απαιτεί τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη αυτή ενισχύει την πίεση για κοινή χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παράλληλα, η αυξανόμενη κρατική παρουσία στην οικονομία μπορεί να περιορίσει τον χώρο του ιδιωτικού τομέα.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η γραφειοκρατία απορροφά ολοένα μεγαλύτερο τμήμα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνονται η ανεργία και οι πιέσεις στις ιδιωτικές επενδύσεις.
«Χρηματοπιστωτικό κραχ σε αργή κίνηση»
Η τελική εικόνα που παρουσιάζει ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα δυσοίωνη.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη παρακολουθεί ένα «χρηματοπιστωτικό κραχ σε αργή κίνηση», καθώς η συσσώρευση χρέους, η αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής και η αυξανόμενη εξάρτηση από τους μηχανισμούς της ΕΚΤ δημιουργούν ένα ολοένα πιο εύθραυστο σύστημα.
Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, το τελικό στάδιο μιας τέτοιας κρίσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει τις γνώριμες πολιτικές διάσωσης, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και μορφές χρηματοπιστωτικής καταστολής (financial repression).
Το συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι οι προτάσεις του Jean-Luc Mélenchon αποκαλύπτουν μια ευρύτερη πολιτική νοοτροπία: τη χρήση του κρατικού δανεισμού ως εργαλείου αναβολής των δύσκολων μεταρρυθμίσεων. Για τους επικριτές αυτής της προσέγγισης, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι απλώς το ύψος του χρέους, αλλά η πεποίθηση ότι μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον χωρίς πραγματικό οικονομικό κόστος.
www.bankingnews.gr
Από τη στιγμή που εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση, ακόμη και τα πιο αμφιλεγόμενα κρατικά σχέδια μπορούν να προχωρήσουν.
Σε ένα ιδανικό περιβάλλον για τους σοσιαλιστές, σύμφωνα με την ανάλυση, τα επιτόκια παραμένουν κοντά στο μηδέν, επιτρέποντας τη χρηματοδότηση σχεδόν κάθε κρατικής δαπάνης: από την ενεργειακή μετάβαση και την κατασκευή ανεμογεννητριών έως τις αμυντικές δαπάνες για την Ουκρανία και τις επιδοτήσεις προς τον τομέα των ΜΚΟ.
Το κόστος αυτής της τεχνητής πιστωτικής επέκτασης, υποστηρίζει το κείμενο, μεταφέρεται τελικά στην κοινωνία μέσω υψηλότερου πληθωρισμού και αυξημένης φορολογίας. Η
σύνδεση μεταξύ της κρατικής ζήτησης και των συνεπειών της στην οικονομία καθίσταται έτσι λιγότερο εμφανής, ενώ οι πολίτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν γιατί η οικονομία δεν αναπτύσσεται, την ώρα που ο κρατικός μηχανισμός διογκώνεται.
Jean-Luc Mélenchon: «Λύση» με νέο χρέος χωρίς όρια
Σε συνέντευξή του στο Les Nouveaux Médias, ο Γάλλος σοσιαλιστής Jean-Luc Mélenchon παρουσίασε τη δική του πρόταση για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η γαλλική κυβέρνηση θα πρέπει να συνεχίσει να αυξάνει το δημόσιο χρέος, χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα είδος «χωματερής ομολόγων», αγοράζοντας τα κρατικά χρεόγραφα που η αγορά δεν θα είναι πλέον διατεθειμένη να απορροφήσει.
Και εδώ, σύμφωνα με το άρθρο, βρίσκεται το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της πρότασης: τα ομόλογα που θα έχουν περάσει στον ισολογισμό της ΕΚΤ θα μπορούσαν ουσιαστικά να «σβήσουν» λογιστικά.
Με αυτόν τον τρόπο, το χρέος θα εξαφανιζόταν από τους ισολογισμούς και ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μπορούσε να μειωθεί.
Η λογική αυτή παρουσιάζεται από τους επικριτές της ως μια μορφή «ψηφιακού εκτυπωτή χρήματος», έναν μηχανισμό απεριόριστης χρηματοδότησης που, θεωρητικά, θα επέτρεπε στο κράτος να συνεχίζει να δαπανά χωρίς να αντιμετωπίζει άμεσα τις συνέπειες της συσσώρευσης χρέους.
«Γιατί δεν το έχει σκεφτεί κανείς μέχρι τώρα;»
Το ερώτημα που τίθεται είναι προφανές: γιατί μια τέτοια λύση δεν έχει εφαρμοστεί ήδη;
Η απάντηση, σύμφωνα με το κείμενο, βρίσκεται στους πραγματικούς οικονομικούς περιορισμούς.
Οι πόροι δεν είναι απεριόριστοι και κάθε κρατική δαπάνη έχει τελικά κόστος. Η δημιουργία χρήματος ή η συνεχής έκδοση χρέους δεν δημιουργεί αυτομάτως πραγματικό πλούτο.
Η κριτική προς τη συγκεκριμένη λογική είναι ότι μέσω της πιστωτικής επέκτασης μπορεί προσωρινά να αποφεύγεται η ανάγκη για δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, μεταφέροντας όμως το κόστος στο μέλλον, κυρίως μέσω πληθωρισμού, υψηλότερων φόρων ή χαμηλότερης αγοραστικής δύναμης.
Η ΕΚΤ έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο
Το άρθρο υποστηρίζει ότι, σε σημαντικό βαθμό, η Ευρώπη έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση μετά την κρίση κρατικού χρέους που ξέσπασε πριν από περίπου 15 χρόνια.
Η ΕΚΤ, μέσω των προγραμμάτων αγοράς κρατικών ομολόγων, έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη σταθεροποίηση των αγορών.
Παράλληλα, το Transmission Protection Instrument (TPI) έχει σχεδιαστεί ως μηχανισμός που μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να επιτρέψει αγορές κρατικών ομολόγων χωρίς προκαθορισμένο ποσοτικό ανώτατο όριο.
Η λογική είναι ότι εάν οι αγορές χάσουν την εμπιστοσύνη τους απέναντι σε μια χώρα της Ευρωζώνης και απαιτήσουν πολύ υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν το χρέος της, η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει ώστε να περιορίσει την άνοδο του κόστους δανεισμού.
Τα όρια της δύναμης των κεντρικών τραπεζών
Ωστόσο, το άρθρο επισημαίνει ότι η ικανότητα μιας κεντρικής τράπεζας να ελέγχει τις αγορές ομολόγων δεν είναι απεριόριστη.
Οι αγορές κρατικού χρέους είναι ιδιαίτερα βαθιές, ειδικά στο λεγόμενο «long end», δηλαδή στις μακροπρόθεσμες διάρκειες των κρατικών ομολόγων.
Η ΕΚΤ μπορεί να επηρεάσει σημαντικά το βραχυπρόθεσμο κόστος χρήματος, αλλά η δυνατότητά της να ελέγξει πλήρως τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις είναι πολύ πιο περιορισμένη.
Η αγορά εξακολουθεί να αξιολογεί τον πληθωρισμό, την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική κατάσταση και την πιστοληπτική ικανότητα των κρατών.
Όσο αυξάνεται το χρέος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη των επενδυτών για υψηλότερη απόδοση ως αντιστάθμισμα του κινδύνου.
Η δεύτερη πρόταση Mélenchon: κοινό ευρωπαϊκό χρέος
Ο Jean-Luc Mélenchon προχωρά, σύμφωνα με το άρθρο, και σε μια δεύτερη πρόταση: την έκδοση κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα οποία θα μπορούσαν επίσης να σταθεροποιούνται από την ΕΚΤ μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος επιτοκίων.
Σε ένα τέτοιο μοντέλο, η ισχυρότερη πιστοληπτική θέση της Γερμανίας, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για το ευρωπαϊκό σύστημα χρέους, θα μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελος χωρών με πολύ υψηλότερο δημόσιο χρέος, όπως η Γαλλία, της οποίας το χρέος κινείται περίπου στο 120% του ΑΕΠ.
Η πρόταση ουσιαστικά παραπέμπει στην περαιτέρω αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους, δηλαδή στη μεταφορά μέρους του κινδύνου από τις εθνικές κυβερνήσεις σε ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η «τριγωνική συναλλαγή» και το χρέος που… χρωστά ο εαυτός του
Ο Mélenchon περιγράφει επίσης μια ιδιαίτερη λογική γύρω από τη σχέση της Γαλλίας με το Ευρωσύστημα.
Η Γαλλία συμμετέχει στο Ευρωσύστημα μέσω της Banque de France και, κατά συνέπεια, συνδέεται έμμεσα με την ΕΚΤ.
Εάν η ΕΚΤ αγοράσει γαλλικά κρατικά ομόλογα, υποστηρίζει ο Mélenchon, τότε δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία η Γαλλία ουσιαστικά χρωστά σε έναν θεσμό του ίδιου ευρωπαϊκού συστήματος.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, εφόσον τα γαλλικά ομόλογα έχουν προηγουμένως μεταφερθεί στην ΕΚΤ, οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις θα μπορούσαν τελικά να ακυρωθούν.
Η κριτική του άρθρου είναι ιδιαίτερα σκληρή: χαρακτηρίζει τη λογική αυτή οικονομικά αδιέξοδη, υποστηρίζοντας ότι οδηγεί στην ιδέα του «δανεισμού χωρίς όρια» και της μετέπειτα διαγραφής του χρέους, με την κοινωνία να καλείται τελικά να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές συνέπειες.
Από την Ουκρανία έως την πράσινη μετάβαση
Το ζήτημα, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν περιορίζεται στη διαχείριση του υφιστάμενου χρέους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι πολιτικές που χρηματοδοτούνται μέσω κρατικού δανεισμού: από τη στήριξη της Ουκρανίας και την κλιματική πολιτική έως τις κοινωνικές δαπάνες και τη διαχείριση της μετανάστευσης.
Παράλληλα, το συνταξιοδοτικό σύστημα απαιτεί επίσης σημαντικούς πόρους, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για συνεχή κρατική χρηματοδότηση. Έτσι, το δημόσιο χρέος παρουσιάζεται ως ένας μηχανισμός που επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αναβάλλουν δύσκολες μεταρρυθμίσεις και να αποφεύγουν άμεσες πολιτικές συγκρούσεις.
Γαλλία: Νέος δανεισμός 5,7% και πολιτικό αδιέξοδο
Ο Mélenchon, σύμφωνα με το άρθρο, γνωρίζει ότι η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα σημαντική αύξηση του δανεισμού.
Οι νέες ανάγκες χρηματοδότησης αναμένεται να φθάσουν το 5,7% του ΑΕΠ φέτος, ενώ το πολιτικό αδιέξοδο στο Παρίσι καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή.
Η αδυναμία επίτευξης πολιτικής συναίνεσης για περιορισμό των ελλειμμάτων οδηγεί, σύμφωνα με την ανάλυση, σε έναν φαύλο κύκλο: περισσότερα ελλείμματα, περισσότερος δανεισμός, υψηλότερες ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους και, τελικά, ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη για νέα χρηματοδότηση.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι τα πολιτικά στρατόπεδα οδηγούνται έτσι προς μια κατάσταση δημοσιονομικής εξάντλησης, ενώ η Γερμανία φαίνεται επίσης να προετοιμάζεται για την επόμενη φάση: τα Eurobonds, δηλαδή την περαιτέρω συγκέντρωση του ευρωπαϊκού χρέους υπό την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το προηγούμενο του Next Generation EU
Το πρώτο μεγάλο τεστ αυτής της λογικής ήταν, σύμφωνα με την ανάλυση, το Next Generation EU, το κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα ύψους 750 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο των lockdowns της πανδημίας.
Οι Βρυξέλλες άντλησαν κεφάλαια από τις αγορές μέσω κοινής έκδοσης χρέους, με τη συμμετοχή των κρατών-μελών και τη στήριξη της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικό μέρος των πόρων κατευθύνθηκε προς χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, οι οποίες είχαν υποστεί σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία.
Για τους επικριτές της περαιτέρω αμοιβαιοποίησης του χρέους, το Next Generation EU αποτελεί το προηγούμενο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια μόνιμη μορφή κοινής ευρωπαϊκής έκδοσης ομολόγων.
Τα Eurobonds ως «αναπόφευκτο» επόμενο βήμα
Το άρθρο θεωρεί ότι τα Eurobonds θα αποτελέσουν τελικά το επόμενο βήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αμυντικού τομέα, σε συνδυασμό με την πράσινη μετάβαση και τις αυξημένες κρατικές δαπάνες, απαιτεί τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η εξέλιξη αυτή ενισχύει την πίεση για κοινή χρηματοδότηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Παράλληλα, η αυξανόμενη κρατική παρουσία στην οικονομία μπορεί να περιορίσει τον χώρο του ιδιωτικού τομέα.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η γραφειοκρατία απορροφά ολοένα μεγαλύτερο τμήμα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνονται η ανεργία και οι πιέσεις στις ιδιωτικές επενδύσεις.
«Χρηματοπιστωτικό κραχ σε αργή κίνηση»
Η τελική εικόνα που παρουσιάζει ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα δυσοίωνη.
Το άρθρο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη παρακολουθεί ένα «χρηματοπιστωτικό κραχ σε αργή κίνηση», καθώς η συσσώρευση χρέους, η αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής και η αυξανόμενη εξάρτηση από τους μηχανισμούς της ΕΚΤ δημιουργούν ένα ολοένα πιο εύθραυστο σύστημα.
Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, το τελικό στάδιο μιας τέτοιας κρίσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει τις γνώριμες πολιτικές διάσωσης, περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και μορφές χρηματοπιστωτικής καταστολής (financial repression).
Το συμπέρασμα του άρθρου είναι ότι οι προτάσεις του Jean-Luc Mélenchon αποκαλύπτουν μια ευρύτερη πολιτική νοοτροπία: τη χρήση του κρατικού δανεισμού ως εργαλείου αναβολής των δύσκολων μεταρρυθμίσεων. Για τους επικριτές αυτής της προσέγγισης, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι απλώς το ύψος του χρέους, αλλά η πεποίθηση ότι μπορεί να συνεχιστεί επ' αόριστον χωρίς πραγματικό οικονομικό κόστος.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών