Με το αμερικανικό χρέος να χαρακτηρίζεται πλέον μη βιώσιμο, η αυτοτροφοδοτούμενη δίνη των ελλειμμάτων απειλεί να ισοπεδώσει τις αγορές…
Σήμα κινδύνου εκπέμπει ο διάσημος συγγραφέας Robert Kiyosaki, προειδοποιώντας ότι το χρέος των ΗΠΑ αποτελεί τη θρυαλλίδα για την κατάρρευση του παγκόσμιου συστήματος.
Με το αμερικανικό χρέος να χαρακτηρίζεται πλέον μη βιώσιμο, η αυτοτροφοδοτούμενη δίνη των ελλειμμάτων απειλεί να ισοπεδώσει τις αγορές.
Οι αποταμιεύσεις των μεσαίων στρωμάτων βρίσκονται στο στόχαστρο, καθώς ένας αιώνας ψευδούς οικονομικής ασφάλειας φτάνει στο τέλος του.
Για 109 ολόκληρα χρόνια, λέει ο Kiyosaki, από το 1917, η Moody's αντιμετώπιζε το αμερικανικό κρατικό χρέος ως ένα από τα πιο ασφαλή περιουσιακά στοιχεία στον κόσμο, σχεδόν χωρίς ουσιαστικό κίνδυνο.
Πάνω σε αυτή την αντίληψη χτίστηκε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής.
Αυτή η εποχή, όμως, φαίνεται πως μόλις έλαβε τέλος και οι αγορές ήδη αρχίζουν να το αποτυπώνουν με ανησυχητικό τρόπο.
Την Παρασκευή 16 Μαΐου 2025, η Moody's προχώρησε σε μια ιστορική κίνηση, υποβαθμίζοντας το αξιόχρεο των Ηνωμένων Πολιτειών από Aaa σε Aa1.
Ήταν η τελευταία από τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης που διατηρούσε ακόμη την κορυφαία βαθμίδα για το αμερικανικό χρέος.
Η S&P Global Ratings είχε ήδη προχωρήσει σε υποβάθμιση από το 2011, ενώ η Fitch Ratings ακολούθησε το 2023.
Με την κίνηση της Moody’s το 2026, ολοκληρώνεται ένας ιστορικός κύκλος, καθώς πλέον καμία από τις τρεις μεγάλες αξιολογήσεις δεν αντιμετωπίζει το αμερικανικό κρατικό χρέος ως απολύτως χωρίς κίνδυνο.
Σύμφωνα με την έκθεση της Moody’s, το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ αναμένεται να εκτοξευθεί στο 134% του ΑΕΠ έως το 2035, από 98% το 2024, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, γύρω στο 7% του ΑΕΠ ετησίως και με προοπτική να πλησιάσουν ακόμη και το 9% μέχρι το 2034.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι πληρωμές τόκων απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων, δημιουργώντας αυτό που αναλυτές περιγράφουν ως μια αυτοτροφοδοτούμενη οικονομική δίνη, όπου ο δανεισμός οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια και τα υψηλότερα επιτόκια με τη σειρά τους επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το χρέος.
Το Congressional Budget Office επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη δυναμική, ενισχύοντας την εικόνα ενός συστήματος που δυσκολεύεται να σταθεροποιηθεί.
Την ίδια στιγμή, πολιτικές αποφάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προωθούμενα πακέτα φορολογικών μειώσεων από τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο, εκτιμάται ότι θα προσθέσουν επιπλέον τρισεκατομμύρια δολάρια στο ήδη διογκωμένο χρέος, γεγονός που εντείνει περαιτέρω την αβεβαιότητα για τη μελλοντική δημοσιονομική πορεία.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση και έντονη.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε το 5,17%, το υψηλότερο επίπεδο του 2026, ενώ οι βασικοί δείκτες της Wall Street κινήθηκαν πτωτικά.
Ο S&P 500 υποχώρησε, ο Dow Jones ακολούθησε την ίδια κατεύθυνση, όπως και ο Nasdaq, ενώ το δολάριο αποδυναμώθηκε, αντανακλώντας την αυξημένη νευρικότητα των επενδυτών.
Ανοδική πίεση στα επιτόκια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Western Asset Management Company προειδοποίησε ότι μια πιθανή αύξηση του term premium θα μπορούσε να εντείνει την ανοδική πίεση στα επιτόκια, επηρεάζοντας αρνητικά τις αποτιμήσεις των μετοχών, διευρύνοντας τα spreads στα εταιρικά ομόλογα, αυξάνοντας τα στεγαστικά επιτόκια και οδηγώντας σε εκροές κεφαλαίων από αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Από την πλευρά της, η Deutsche Bank AG ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη, σημειώνοντας ότι η πορεία του αμερικανικού χρέους έχει πάψει να θεωρείται βιώσιμη από μεγάλο μέρος της αγοράς.
Παρά την ένταση των εξελίξεων, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η υποβάθμιση δεν αποτέλεσε πλήρη έκπληξη.
Η Ritholtz Wealth Management ανέφερε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που ήταν γνωστή εδώ και καιρό, αλλά συνέβη σε μια χρονική στιγμή όπου οι αγορές δεν ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένες να την απορροφήσουν.
Αυτή η διάσταση είναι κρίσιμη, καθώς όπως έχει αποδειχθεί και σε προηγούμενες περιόδους, η γνώση ενός κινδύνου δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την ετοιμότητα απέναντί του.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Robert Kiyosaki επανέρχεται με τη δική του μακροχρόνια θέση ότι η σημερινή κρίση είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε το 1971, όταν ο Richard Nixon αποσύνδεσε το δολάριο από τον χρυσό.
Από τότε, όπως υποστηρίζει, το χρήμα μετατράπηκε σε χρέος, τα ελλείμματα έγιναν μόνιμα και το οικονομικό σύστημα βασίστηκε ολοένα και περισσότερο σε συνεχή επέκταση της πίστωσης.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι σημερινές εξελίξεις δεν είναι τίποτε άλλο από η φυσική κατάληξη μιας μακράς πορείας.
Η εκτύπωση χρήματος, η σταδιακή διάβρωση της αξίας του νομίσματος μέσω πληθωρισμού ή ακόμη και το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους αποτελούν, κατά τον ίδιο, διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος, με κοινό παρονομαστή την πίεση πάνω στις αποταμιεύσεις των μεσαίων στρωμάτων.
Το συμπέρασμα που αναδύεται από το σύνολο των εξελίξεων είναι ότι η ιδέα της «απόλυτα ασφαλούς Αμερικής», πάνω στην οποία στηρίχθηκε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα για περισσότερο από έναν αιώνα, βρίσκεται πλέον υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Και όταν η εμπιστοσύνη σε ένα τέτοιο θεμέλιο αρχίζει να διαβρώνεται, οι αγορές δεν περιορίζονται απλώς σε μια αναπροσαρμογή τιμών, αλλά εισέρχονται σε μια διαδικασία βαθύτερης μεταβολής που συχνά σηματοδοτεί αλλαγή εποχής.
www.bankingnews.gr
Με το αμερικανικό χρέος να χαρακτηρίζεται πλέον μη βιώσιμο, η αυτοτροφοδοτούμενη δίνη των ελλειμμάτων απειλεί να ισοπεδώσει τις αγορές.
Οι αποταμιεύσεις των μεσαίων στρωμάτων βρίσκονται στο στόχαστρο, καθώς ένας αιώνας ψευδούς οικονομικής ασφάλειας φτάνει στο τέλος του.
Για 109 ολόκληρα χρόνια, λέει ο Kiyosaki, από το 1917, η Moody's αντιμετώπιζε το αμερικανικό κρατικό χρέος ως ένα από τα πιο ασφαλή περιουσιακά στοιχεία στον κόσμο, σχεδόν χωρίς ουσιαστικό κίνδυνο.
Πάνω σε αυτή την αντίληψη χτίστηκε μεγάλο μέρος της σύγχρονης παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής.
Αυτή η εποχή, όμως, φαίνεται πως μόλις έλαβε τέλος και οι αγορές ήδη αρχίζουν να το αποτυπώνουν με ανησυχητικό τρόπο.
Την Παρασκευή 16 Μαΐου 2025, η Moody's προχώρησε σε μια ιστορική κίνηση, υποβαθμίζοντας το αξιόχρεο των Ηνωμένων Πολιτειών από Aaa σε Aa1.
Ήταν η τελευταία από τους τρεις μεγάλους οίκους αξιολόγησης που διατηρούσε ακόμη την κορυφαία βαθμίδα για το αμερικανικό χρέος.
Η S&P Global Ratings είχε ήδη προχωρήσει σε υποβάθμιση από το 2011, ενώ η Fitch Ratings ακολούθησε το 2023.
Με την κίνηση της Moody’s το 2026, ολοκληρώνεται ένας ιστορικός κύκλος, καθώς πλέον καμία από τις τρεις μεγάλες αξιολογήσεις δεν αντιμετωπίζει το αμερικανικό κρατικό χρέος ως απολύτως χωρίς κίνδυνο.
Σύμφωνα με την έκθεση της Moody’s, το ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ αναμένεται να εκτοξευθεί στο 134% του ΑΕΠ έως το 2035, από 98% το 2024, ενώ τα δημοσιονομικά ελλείμματα παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, γύρω στο 7% του ΑΕΠ ετησίως και με προοπτική να πλησιάσουν ακόμη και το 9% μέχρι το 2034.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι πληρωμές τόκων απορροφούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων, δημιουργώντας αυτό που αναλυτές περιγράφουν ως μια αυτοτροφοδοτούμενη οικονομική δίνη, όπου ο δανεισμός οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια και τα υψηλότερα επιτόκια με τη σειρά τους επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το χρέος.
Το Congressional Budget Office επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη δυναμική, ενισχύοντας την εικόνα ενός συστήματος που δυσκολεύεται να σταθεροποιηθεί.
Την ίδια στιγμή, πολιτικές αποφάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προωθούμενα πακέτα φορολογικών μειώσεων από τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο, εκτιμάται ότι θα προσθέσουν επιπλέον τρισεκατομμύρια δολάρια στο ήδη διογκωμένο χρέος, γεγονός που εντείνει περαιτέρω την αβεβαιότητα για τη μελλοντική δημοσιονομική πορεία.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση και έντονη.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έφτασε το 5,17%, το υψηλότερο επίπεδο του 2026, ενώ οι βασικοί δείκτες της Wall Street κινήθηκαν πτωτικά.
Ο S&P 500 υποχώρησε, ο Dow Jones ακολούθησε την ίδια κατεύθυνση, όπως και ο Nasdaq, ενώ το δολάριο αποδυναμώθηκε, αντανακλώντας την αυξημένη νευρικότητα των επενδυτών.
Ανοδική πίεση στα επιτόκια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Western Asset Management Company προειδοποίησε ότι μια πιθανή αύξηση του term premium θα μπορούσε να εντείνει την ανοδική πίεση στα επιτόκια, επηρεάζοντας αρνητικά τις αποτιμήσεις των μετοχών, διευρύνοντας τα spreads στα εταιρικά ομόλογα, αυξάνοντας τα στεγαστικά επιτόκια και οδηγώντας σε εκροές κεφαλαίων από αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Από την πλευρά της, η Deutsche Bank AG ήταν ακόμη πιο ξεκάθαρη, σημειώνοντας ότι η πορεία του αμερικανικού χρέους έχει πάψει να θεωρείται βιώσιμη από μεγάλο μέρος της αγοράς.
Παρά την ένταση των εξελίξεων, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η υποβάθμιση δεν αποτέλεσε πλήρη έκπληξη.
Η Ritholtz Wealth Management ανέφερε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που ήταν γνωστή εδώ και καιρό, αλλά συνέβη σε μια χρονική στιγμή όπου οι αγορές δεν ήταν ψυχολογικά προετοιμασμένες να την απορροφήσουν.
Αυτή η διάσταση είναι κρίσιμη, καθώς όπως έχει αποδειχθεί και σε προηγούμενες περιόδους, η γνώση ενός κινδύνου δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την ετοιμότητα απέναντί του.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Robert Kiyosaki επανέρχεται με τη δική του μακροχρόνια θέση ότι η σημερινή κρίση είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε το 1971, όταν ο Richard Nixon αποσύνδεσε το δολάριο από τον χρυσό.
Από τότε, όπως υποστηρίζει, το χρήμα μετατράπηκε σε χρέος, τα ελλείμματα έγιναν μόνιμα και το οικονομικό σύστημα βασίστηκε ολοένα και περισσότερο σε συνεχή επέκταση της πίστωσης.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι σημερινές εξελίξεις δεν είναι τίποτε άλλο από η φυσική κατάληξη μιας μακράς πορείας.
Η εκτύπωση χρήματος, η σταδιακή διάβρωση της αξίας του νομίσματος μέσω πληθωρισμού ή ακόμη και το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους αποτελούν, κατά τον ίδιο, διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προβλήματος, με κοινό παρονομαστή την πίεση πάνω στις αποταμιεύσεις των μεσαίων στρωμάτων.
Το συμπέρασμα που αναδύεται από το σύνολο των εξελίξεων είναι ότι η ιδέα της «απόλυτα ασφαλούς Αμερικής», πάνω στην οποία στηρίχθηκε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα για περισσότερο από έναν αιώνα, βρίσκεται πλέον υπό σοβαρή αμφισβήτηση.
Και όταν η εμπιστοσύνη σε ένα τέτοιο θεμέλιο αρχίζει να διαβρώνεται, οι αγορές δεν περιορίζονται απλώς σε μια αναπροσαρμογή τιμών, αλλά εισέρχονται σε μια διαδικασία βαθύτερης μεταβολής που συχνά σηματοδοτεί αλλαγή εποχής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών