Από τον Jimmy Carter στον Donald Trump: Πάνω από 100 δισ. δολάρια «παγωμένα» σε 47 χρόνια οικονομικού πολέμου κατά του Ιράν
Από το «πάγωμα» ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που επέβαλε ο Jimmy Carter μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 έως τις αντίστοιχες κινήσεις διαδοχικών προέδρων των Ηνωμένες Πολιτείες —συμπεριλαμβανομένου του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου, Donald Trump— εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ιρανικών κεφαλαίων παραμένουν δεσμευμένα.
Λίγες ημέρες μετά την εκεχειρία που έθεσε τέλος στην κοινή στρατιωτική επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, η υπόθεση των «παγωμένων» περιουσιακών στοιχείων αναδείχθηκε σε κεντρικό τεστ αξιοπιστίας της Ουάσινγκτον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, μετά από 21 ώρες μαραθώνιων συνομιλιών στo Ισλαμαμπάντ, οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν σε αυτή τη δοκιμασία.
Η απαρχή: το «πάγωμα» του 1979 και ο οικονομικός πόλεμος
Το πρώτο μεγάλο «πάγωμα» σημειώθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1979, όταν ο Jimmy Carter υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα δεσμεύοντας περίπου 8 δισ. δολάρια ιρανικών κρατικών κεφαλαίων σε αμερικανικές τράπεζες.
Το μέτρο δεν περιορίστηκε στους κρατικούς λογαριασμούς, αλλά επεκτάθηκε στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράν και σε κάθε ιρανική οντότητα που συναλλασσόταν με αμερικανικά ιδρύματα.
Μεγάλες διεθνείς τράπεζες και πολυεθνικές εγκατέλειψαν τη χώρα, αφήνοντας έργα και επενδύσεις ημιτελή.
Μέρος των κεφαλαίων αποδεσμεύτηκε με τις Συμφωνίες του Αλγερίου, όμως η Τεχεράνη έλαβε μόλις 3,6 δισ. δολάρια, με τα υπόλοιπα να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη απαιτήσεων αμερικανικών εταιρειών.
Οι συμφωνίες οδήγησαν επίσης στη δημιουργία του Δικαστηρίου Αξιώσεων Ιράν–ΗΠΑ στη Χάγη, το οποίο λειτουργεί έως σήμερα.
Διόγκωση των δεσμευμένων κεφαλαίων
Τις επόμενες δεκαετίες, το ύψος των «παγωμένων» κεφαλαίων αυξήθηκε δραματικά. Εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό ποσό μεταξύ 100 και 120 δισ. δολαρίων.
Χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Κίνα, το Ιράκ και η Ιαπωνία διακρατούν σημαντικά ποσά, κυρίως από έσοδα πετρελαίου που δεν μπορούν να μεταφερθούν λόγω αμερικανικών κυρώσεων.
Μόνο στη Νότια Κορέα, περίπου 7 δισ. δολάρια παρέμειναν «παγωμένα», ενώ στην Κίνα τα ποσά εκτιμώνται έως και 30 δισ. δολάρια.
Αντίστοιχα κεφάλαια βρίσκονται δεσμευμένα σε χώρες όπως το Κατάρ, το Λουξεμβούργο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, συχνά με περιορισμούς που επιτρέπουν τη χρήση τους μόνο για ανθρωπιστικούς σκοπούς και υπό αμερικανική εποπτεία.
Η περίοδος της συμφωνίας JCPOA
Η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, γνωστή ως JCPOA, το 2015 δημιούργησε προσδοκίες για άρση των κυρώσεων.
Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama εκτίμησε τα δεσμευμένα κεφάλαια σε περίπου 100 δισ. δολάρια, ενώ άλλες εκτιμήσεις τα τοποθετούσαν χαμηλότερα.
Το Ιράν απέκτησε πρόσβαση σε 50–60 δισ. δολάρια, ωστόσο η ανακούφιση ήταν προσωρινή.
Το 2018, ο Donald Trump απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία, επαναφέροντας τις κυρώσεις και «παγώνοντας» εκ νέου κεφάλαια.
«Μέγιστη πίεση» και στροφή στα κρυπτονομίσματα
Η πολιτική «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Trump στόχευε στον πλήρη οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν. Περιλάμβανε νέες κυρώσεις, επαναδέσμευση κεφαλαίων και αποκλεισμό από το διεθνές τραπεζικό σύστημα.
Ως απάντηση, το Ιράν στράφηκε δυναμικά στα κρυπτονομίσματα, χρησιμοποιώντας την παραγωγή ενέργειας για εξόρυξη Bitcoin και άλλων ψηφιακών νομισμάτων, ώστε να παρακάμψει τις κυρώσεις.
Μέχρι το 2022, εκτιμάται ότι παρήγαγε περίπου το 4,5% του παγκόσμιου Bitcoin, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα εκτός του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το ζήτημα των 6 δισ. και οι νέες εντάσεις
Το 2023, συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων οδήγησε στη μεταφορά περίπου 6 δισ. δολαρίων σε λογαριασμούς στο Κατάρ, με αυστηρούς περιορισμούς χρήσης.
Ωστόσο, μετά την κλιμάκωση της έντασης το 2024, οι ΗΠΑ ζήτησαν εκ νέου το «πάγωμα» των κεφαλαίων, διατηρώντας τα μη προσβάσιμα.
2026: Εκεχειρία και διαπραγματεύσεις με φόντο τον Hormuz
Η κρίση του 2026 επανέφερε το ζήτημα στο επίκεντρο. Η δυνατότητα του Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Hormuz —μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου— άλλαξε δραστικά τις ισορροπίες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αποδέσμευση των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα με τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, καθιστώντας τα οικονομικά ζητήματα κρίσιμο μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις.
«Κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης
Η Τεχεράνη έχει θέσει δύο βασικές προϋποθέσεις:
πλήρη αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων
τερματισμό των στρατιωτικών επιθέσεων
Ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ είναι δύσκολο να αποκατασταθεί, λόγω της πολυετούς δέσμευσης ιρανικών κεφαλαίων.
Ένα ανοιχτό οικονομικό μέτωπο
Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις, το συνολικό ύψος των δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων υπολογίζεται μεταξύ 80 και 120 δισ. δολαρίων.
Πρόκειται για κεφάλαια που προέρχονται από δεκαετίες οικονομικής δραστηριότητας και φυσικών πόρων, τα οποία παραμένουν εκτός της ιρανικής οικονομίας, αποτελώντας έναν από τους πιο μακροχρόνιους και σύνθετους οικονομικούς «πολέμους» της σύγχρονης εποχής.
www.bankingnews.gr
Λίγες ημέρες μετά την εκεχειρία που έθεσε τέλος στην κοινή στρατιωτική επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, η υπόθεση των «παγωμένων» περιουσιακών στοιχείων αναδείχθηκε σε κεντρικό τεστ αξιοπιστίας της Ουάσινγκτον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, μετά από 21 ώρες μαραθώνιων συνομιλιών στo Ισλαμαμπάντ, οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν σε αυτή τη δοκιμασία.
Η απαρχή: το «πάγωμα» του 1979 και ο οικονομικός πόλεμος
Το πρώτο μεγάλο «πάγωμα» σημειώθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1979, όταν ο Jimmy Carter υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα δεσμεύοντας περίπου 8 δισ. δολάρια ιρανικών κρατικών κεφαλαίων σε αμερικανικές τράπεζες.
Το μέτρο δεν περιορίστηκε στους κρατικούς λογαριασμούς, αλλά επεκτάθηκε στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράν και σε κάθε ιρανική οντότητα που συναλλασσόταν με αμερικανικά ιδρύματα.
Μεγάλες διεθνείς τράπεζες και πολυεθνικές εγκατέλειψαν τη χώρα, αφήνοντας έργα και επενδύσεις ημιτελή.
Μέρος των κεφαλαίων αποδεσμεύτηκε με τις Συμφωνίες του Αλγερίου, όμως η Τεχεράνη έλαβε μόλις 3,6 δισ. δολάρια, με τα υπόλοιπα να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη απαιτήσεων αμερικανικών εταιρειών.
Οι συμφωνίες οδήγησαν επίσης στη δημιουργία του Δικαστηρίου Αξιώσεων Ιράν–ΗΠΑ στη Χάγη, το οποίο λειτουργεί έως σήμερα.
Διόγκωση των δεσμευμένων κεφαλαίων
Τις επόμενες δεκαετίες, το ύψος των «παγωμένων» κεφαλαίων αυξήθηκε δραματικά. Εκτιμήσεις τοποθετούν το συνολικό ποσό μεταξύ 100 και 120 δισ. δολαρίων.
Χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Κίνα, το Ιράκ και η Ιαπωνία διακρατούν σημαντικά ποσά, κυρίως από έσοδα πετρελαίου που δεν μπορούν να μεταφερθούν λόγω αμερικανικών κυρώσεων.
Μόνο στη Νότια Κορέα, περίπου 7 δισ. δολάρια παρέμειναν «παγωμένα», ενώ στην Κίνα τα ποσά εκτιμώνται έως και 30 δισ. δολάρια.
Αντίστοιχα κεφάλαια βρίσκονται δεσμευμένα σε χώρες όπως το Κατάρ, το Λουξεμβούργο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, συχνά με περιορισμούς που επιτρέπουν τη χρήση τους μόνο για ανθρωπιστικούς σκοπούς και υπό αμερικανική εποπτεία.
Η περίοδος της συμφωνίας JCPOA
Η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, γνωστή ως JCPOA, το 2015 δημιούργησε προσδοκίες για άρση των κυρώσεων.
Ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Barack Obama εκτίμησε τα δεσμευμένα κεφάλαια σε περίπου 100 δισ. δολάρια, ενώ άλλες εκτιμήσεις τα τοποθετούσαν χαμηλότερα.
Το Ιράν απέκτησε πρόσβαση σε 50–60 δισ. δολάρια, ωστόσο η ανακούφιση ήταν προσωρινή.
Το 2018, ο Donald Trump απέσυρε μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία, επαναφέροντας τις κυρώσεις και «παγώνοντας» εκ νέου κεφάλαια.
«Μέγιστη πίεση» και στροφή στα κρυπτονομίσματα
Η πολιτική «μέγιστης πίεσης» της κυβέρνησης Trump στόχευε στον πλήρη οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν. Περιλάμβανε νέες κυρώσεις, επαναδέσμευση κεφαλαίων και αποκλεισμό από το διεθνές τραπεζικό σύστημα.
Ως απάντηση, το Ιράν στράφηκε δυναμικά στα κρυπτονομίσματα, χρησιμοποιώντας την παραγωγή ενέργειας για εξόρυξη Bitcoin και άλλων ψηφιακών νομισμάτων, ώστε να παρακάμψει τις κυρώσεις.
Μέχρι το 2022, εκτιμάται ότι παρήγαγε περίπου το 4,5% του παγκόσμιου Bitcoin, δημιουργώντας σημαντικά έσοδα εκτός του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Το ζήτημα των 6 δισ. και οι νέες εντάσεις
Το 2023, συμφωνία ανταλλαγής κρατουμένων οδήγησε στη μεταφορά περίπου 6 δισ. δολαρίων σε λογαριασμούς στο Κατάρ, με αυστηρούς περιορισμούς χρήσης.
Ωστόσο, μετά την κλιμάκωση της έντασης το 2024, οι ΗΠΑ ζήτησαν εκ νέου το «πάγωμα» των κεφαλαίων, διατηρώντας τα μη προσβάσιμα.
2026: Εκεχειρία και διαπραγματεύσεις με φόντο τον Hormuz
Η κρίση του 2026 επανέφερε το ζήτημα στο επίκεντρο. Η δυνατότητα του Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Hormuz —μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου— άλλαξε δραστικά τις ισορροπίες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η αποδέσμευση των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα με τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, καθιστώντας τα οικονομικά ζητήματα κρίσιμο μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις.
«Κόκκινες γραμμές» της Τεχεράνης
Η Τεχεράνη έχει θέσει δύο βασικές προϋποθέσεις:
πλήρη αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων
τερματισμό των στρατιωτικών επιθέσεων
Ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi υπογράμμισε ότι η εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ είναι δύσκολο να αποκατασταθεί, λόγω της πολυετούς δέσμευσης ιρανικών κεφαλαίων.
Ένα ανοιχτό οικονομικό μέτωπο
Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις, το συνολικό ύψος των δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων υπολογίζεται μεταξύ 80 και 120 δισ. δολαρίων.
Πρόκειται για κεφάλαια που προέρχονται από δεκαετίες οικονομικής δραστηριότητας και φυσικών πόρων, τα οποία παραμένουν εκτός της ιρανικής οικονομίας, αποτελώντας έναν από τους πιο μακροχρόνιους και σύνθετους οικονομικούς «πολέμους» της σύγχρονης εποχής.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών