Πώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα οδηγήσει στην πείνα επιπλέον 45 εκατ. ανθρώπους
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε καταλύτη όχι μόνο για ενεργειακή, αλλά και για πιθανή επισιτιστική κρίση.
Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν διανύει ήδη τον δεύτερο μήνα της, επηρεάζοντας όχι μόνο την περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Η επίδραση είναι ήδη εμφανής στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, κυρίως του πετρελαίου.
Ήδη από τις πρώτες ημέρες των εχθροπραξιών, το Ιράν προχώρησε σε αποκλεισμό του Στενού του Hormuz, μέσω του οποίου διακινούνταν περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, καθώς και αντίστοιχο ποσοστό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG προέρχονταν κυρίως από τα κράτη του Περσικού Κόλπου —Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Μπαχρέιν και Ομάν— και διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ, που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό.
Εκτόξευση ενεργειακού κόστους
Πριν από την έναρξη του πολέμου, η τιμή του πετρελαίου Brent κυμαινόταν στα 70 δολάρια ανά βαρέλι.
Μετά την έναρξη της σύγκρουσης, εκτοξεύθηκε στα 100–110 δολάρια, σημειώνοντας αύξηση άνω του 50%.
Η κατάσταση στις αγορές ενέργειας έχει ήδη χαρακτηριστεί από μέσα ενημέρωσης ως «πετρελαϊκή κρίση», με αναφορές στην κρίση του 1973.
Στις αρχές Απριλίου, η τιμή του πετρελαίου διαμορφωνόταν στα 109 δολάρια ανά βαρέλι, επηρεάζοντας σημαντικά και άλλες μορφές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο και τον άνθρακα.
Στην Ευρώπη, οι τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 59% τον Μάρτιο του 2026 σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο.
Η άνοδος αυτή μεταφέρθηκε σε ολόκληρη την οικονομία, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών στην ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα και τα πετροχημικά προϊόντα, ενώ αλυσιδωτές επιπτώσεις καταγράφηκαν και σε άλλους κλάδους, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, η διάρκεια του πολέμου και η αβεβαιότητα γύρω από την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz καθιστούν δύσκολη κάθε πρόβλεψη για την πορεία των τιμών.
Ακόμη και σε περίπτωση άρσης του αποκλεισμού, οι εξαγωγές ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο δεν αναμένεται να επιστρέψουν άμεσα στα προπολεμικά επίπεδα, λόγω εκτεταμένων ζημιών σε υποδομές παραγωγής και μεταφοράς.
Επισιτιστική κρίση
Ωστόσο, πέρα από την ενεργειακή κρίση, αυξάνονται οι ανησυχίες για μια επικείμενη επισιτιστική κρίση.
Αν και προς το παρόν δεν έχει εκδηλωθεί πλήρως, εκτιμάται ότι μπορεί να κορυφωθεί προς τα τέλη του 2026, όταν θα φανεί η επίδραση στη γεωργική παραγωγή.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αγορά λιπασμάτων, όπου τα κράτη του Περσικού Κόλπου κατείχαν σημαντικό μερίδιο πριν από τον πόλεμο.
Μέσω των Στενών του Hormuz διακινούνταν έως και το 40% των θαλάσσιων εξαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων παγκοσμίως.
Οι εξαγωγές αυτές σχεδόν μηδενίστηκαν στις αρχές Μαρτίου, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών κατά περίπου 30% μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Παράλληλα, η διακοπή παραγωγής ουρίας στο Ιράν —έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως— επιδείνωσε την κατάσταση.
Η μείωση της προσφοράς λιπασμάτων σε περίοδο υψηλής ζήτησης εκτιμάται ότι θα οδηγήσει είτε σε περιορισμό της χρήσης τους είτε σε αύξηση του κόστους για τους αγρότες, με άμεσες επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων.
Στην πείνα… άλλοι 45 εκατ. άνθρωποι
Ο World Food Programme προειδοποιεί ότι ο αριθμός των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πείνα ενδέχεται να αυξηθεί κατά 45 εκατομμύρια, φτάνοντας τα 363 εκατομμύρια παγκοσμίως, εφόσον συνεχιστούν οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Μέχρι στιγμής, οι τιμές τροφίμων δεν έχουν αντιδράσει έντονα, καθώς στην αγορά κυκλοφορούν ακόμη αποθέματα που παρήχθησαν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν για πιθανή εκτίναξη της «επισιτιστικής πληθωριστικής πίεσης» το φθινόπωρο του 2026.
Την ίδια στιγμή, χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές λιπασμάτων αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές, με τη Ρωσία να προβάλλει ως βασικός υποψήφιος.
Η χώρα αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα λιπασμάτων παγκοσμίως, με μερίδιο 20–25%, και διαθέτει τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής κατά 10–15% σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Παρότι οι πρόσθετες αυτές ποσότητες δεν επαρκούν για την πλήρη κάλυψη των ελλείψεων, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των επιπτώσεων.
www.bankingnews.gr
Η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν διανύει ήδη τον δεύτερο μήνα της, επηρεάζοντας όχι μόνο την περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και την παγκόσμια οικονομία.
Η επίδραση είναι ήδη εμφανής στην εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, κυρίως του πετρελαίου.
Ήδη από τις πρώτες ημέρες των εχθροπραξιών, το Ιράν προχώρησε σε αποκλεισμό του Στενού του Hormuz, μέσω του οποίου διακινούνταν περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, καθώς και αντίστοιχο ποσοστό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Οι εξαγωγές πετρελαίου και LNG προέρχονταν κυρίως από τα κράτη του Περσικού Κόλπου —Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Μπαχρέιν και Ομάν— και διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ, που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Ινδικό Ωκεανό.
Εκτόξευση ενεργειακού κόστους
Πριν από την έναρξη του πολέμου, η τιμή του πετρελαίου Brent κυμαινόταν στα 70 δολάρια ανά βαρέλι.
Μετά την έναρξη της σύγκρουσης, εκτοξεύθηκε στα 100–110 δολάρια, σημειώνοντας αύξηση άνω του 50%.
Η κατάσταση στις αγορές ενέργειας έχει ήδη χαρακτηριστεί από μέσα ενημέρωσης ως «πετρελαϊκή κρίση», με αναφορές στην κρίση του 1973.
Στις αρχές Απριλίου, η τιμή του πετρελαίου διαμορφωνόταν στα 109 δολάρια ανά βαρέλι, επηρεάζοντας σημαντικά και άλλες μορφές ενέργειας, όπως το φυσικό αέριο και τον άνθρακα.
Στην Ευρώπη, οι τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 59% τον Μάρτιο του 2026 σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο.
Η άνοδος αυτή μεταφέρθηκε σε ολόκληρη την οικονομία, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών στην ηλεκτρική ενέργεια, τα καύσιμα και τα πετροχημικά προϊόντα, ενώ αλυσιδωτές επιπτώσεις καταγράφηκαν και σε άλλους κλάδους, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, η διάρκεια του πολέμου και η αβεβαιότητα γύρω από την επαναλειτουργία των Στενών του Hormuz καθιστούν δύσκολη κάθε πρόβλεψη για την πορεία των τιμών.
Ακόμη και σε περίπτωση άρσης του αποκλεισμού, οι εξαγωγές ενέργειας από τον Περσικό Κόλπο δεν αναμένεται να επιστρέψουν άμεσα στα προπολεμικά επίπεδα, λόγω εκτεταμένων ζημιών σε υποδομές παραγωγής και μεταφοράς.
Επισιτιστική κρίση
Ωστόσο, πέρα από την ενεργειακή κρίση, αυξάνονται οι ανησυχίες για μια επικείμενη επισιτιστική κρίση.
Αν και προς το παρόν δεν έχει εκδηλωθεί πλήρως, εκτιμάται ότι μπορεί να κορυφωθεί προς τα τέλη του 2026, όταν θα φανεί η επίδραση στη γεωργική παραγωγή.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αγορά λιπασμάτων, όπου τα κράτη του Περσικού Κόλπου κατείχαν σημαντικό μερίδιο πριν από τον πόλεμο.
Μέσω των Στενών του Hormuz διακινούνταν έως και το 40% των θαλάσσιων εξαγωγών αζωτούχων λιπασμάτων παγκοσμίως.
Οι εξαγωγές αυτές σχεδόν μηδενίστηκαν στις αρχές Μαρτίου, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών κατά περίπου 30% μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Παράλληλα, η διακοπή παραγωγής ουρίας στο Ιράν —έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς παγκοσμίως— επιδείνωσε την κατάσταση.
Η μείωση της προσφοράς λιπασμάτων σε περίοδο υψηλής ζήτησης εκτιμάται ότι θα οδηγήσει είτε σε περιορισμό της χρήσης τους είτε σε αύξηση του κόστους για τους αγρότες, με άμεσες επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων.
Στην πείνα… άλλοι 45 εκατ. άνθρωποι
Ο World Food Programme προειδοποιεί ότι ο αριθμός των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν πείνα ενδέχεται να αυξηθεί κατά 45 εκατομμύρια, φτάνοντας τα 363 εκατομμύρια παγκοσμίως, εφόσον συνεχιστούν οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Μέχρι στιγμής, οι τιμές τροφίμων δεν έχουν αντιδράσει έντονα, καθώς στην αγορά κυκλοφορούν ακόμη αποθέματα που παρήχθησαν πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν για πιθανή εκτίναξη της «επισιτιστικής πληθωριστικής πίεσης» το φθινόπωρο του 2026.
Την ίδια στιγμή, χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές λιπασμάτων αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές, με τη Ρωσία να προβάλλει ως βασικός υποψήφιος.
Η χώρα αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα λιπασμάτων παγκοσμίως, με μερίδιο 20–25%, και διαθέτει τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής κατά 10–15% σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Παρότι οι πρόσθετες αυτές ποσότητες δεν επαρκούν για την πλήρη κάλυψη των ελλείψεων, εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των επιπτώσεων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών