Με την απειλή ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή να επανέρχεται στο προσκήνιο, ένα βασικό ερώτημα απασχολεί στρατιωτικούς αναλυτές και διπλωμάτες είναι πώς το Ιράν, μια χώρα εξαντλημένη από δεκαετίες κυρώσεων, με αποδυναμωμένους συμμάχους και σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, εξακολουθεί να αποτελεί τόσο δύσκολο στόχο για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ;
Κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου τον Ιούνιο του 2025, το Ισραήλ πέτυχε απόλυτη αεροπορική υπεροχή πάνω από το ιρανικό έδαφος. Η ιρανική αεροπορία αποδείχθηκε ανεπαρκής, ενώ τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Παράλληλα, το Ισραήλ προχώρησε σε «αποκεφαλισμό» της στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν, εξουδετερώνοντας κορυφαίους στρατηγούς με στοχευμένα πλήγματα.
Την ίδια στιγμή, οι βασικοί περιφερειακοί μοχλοί πίεσης της Τεχεράνης -Hezbollah, Hamas και Houthis- έχουν αποδυναμωθεί, ενώ ο στενότερος σύμμαχος του Ιράν, ο Bashar al-Assad, έχει εγκαταλείψει τη Συρία και ζει εξόριστος στη Ρωσία. Η Μόσχα, βυθισμένη στον πόλεμο της Ουκρανίας, δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική στρατιωτική στήριξη, ενώ η Κίνα περιορίζεται σε διπλωματική και οικονομική κάλυψη.
Ένα καθεστώς υπό πίεση, αλλά όχι έτοιμο να καταρρεύσει
Το ιρανικό νόμισμα έχει καταρρεύσει, ο πληθωρισμός βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και το καθεστώς αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές προκλήσεις. Το Ισραήλ υποστηρίζει ότι το Ιράν βρίσκεται στη χειρότερη θέση των τελευταίων δεκαετιών και ότι μια επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος είναι πλέον εφικτή.
Απέναντι στην Τεχεράνη βρίσκεται η συνδυασμένη ισχύς του Ισραήλ και των ΗΠΑ, με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ, του Κατάρ, της Ιορδανίας και του Μπαχρέιν, καθώς και σχεδόν 18 αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων. Οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει ομάδα μάχης αεροπλανοφόρου, σύγχρονα μαχητικά και προηγμένα συστήματα αεράμυνας.
Κι όμως, όπως αναφέρουν σε ανάλυσή τους οι Eurasian Times, κορυφαίοι αναλυτές προειδοποιούν την Ουάσινγκτον να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος. Ο William Hartung από το Quincy Institute μιλά για κίνδυνο «δεύτερου Ιράκ», με τεράστιο οικονομικό κόστος, απώλειες και απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες.
Η γεωγραφία ως στρατηγικό όπλο
Ένας από τους βασικούς λόγους που καθιστούν το Ιράν τόσο δύσκολο στόχο είναι η γεωγραφική του θέση. Η Τεχεράνη ελέγχει ουσιαστικά την πρόσβαση στα Στενά του Hormuz, από τα οποία διέρχεται σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Σε περίπτωση πολέμου, το Ιράν θα μπορούσε να κλείσει τα Στενά χρησιμοποιώντας νάρκες, πυραύλους cruise, παράκτια συστήματα άμυνας και ταχύπλοα σκάφη. Μια τέτοια κίνηση θα παρέλυε τις εξαγωγές πετρελαίου χωρών όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Κατάρ – γεγονός που εξηγεί γιατί οι περισσότερες αραβικές χώρες αντιτίθενται σε μια στρατιωτική επέμβαση κατά του Ιράν.
Παράλληλα, μέσω των Houthis, το Ιράν μπορεί να αποσταθεροποιήσει τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα, επηρεάζοντας άμεσα το παγκόσμιο εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια.
Το πραγματικό όπλο της Τεχεράνης: Πύραυλοι και drones
Παρά την αδύναμη αεροπορία του, το Ιράν διαθέτει το μεγαλύτερο και πιο ποικιλόμορφο πυραυλικό οπλοστάσιο στη Μέση Ανατολή. Κατά τον πόλεμο του 2025 εκτόξευσε πάνω από 500 βαλλιστικούς πυραύλους προς το Ισραήλ, αρκετοί εκ των οποίων διέσπασαν τα πολυεπίπεδα συστήματα αεράμυνας.
Σύμφωνα με το CSIS, το Ιράν διαθέτει χιλιάδες βαλλιστικούς και πυραύλους cruise, με εμβέλειες έως 2.500 χλμ., ικανούς να πλήξουν τόσο το Ισραήλ όσο και όλες τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή. Μετά τον πόλεμο, η Τεχεράνη αύξησε δραστικά την παραγωγή πυραύλων, με εκατοντάδες νέες μονάδες κάθε μήνα, ενώ βελτίωσε την ακρίβεια και τον χρόνο εκτόξευσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι υπερηχητικοί πύραυλοι Fattah 1 και Fattah 2, καθώς και οι βαρείς πύραυλοι όπως ο Khorramshahr, με κεφαλές έως και 1.500 κιλά εκρηκτικών.
Ναυτική απειλή και ασύμμετρος πόλεμος
Το Ιράν έχει επενδύσει σε ασύμμετρο ναυτικό πόλεμο, με μικρά ταχύπλοα, drones, νάρκες και υποβρύχια. Διαθέτει 27 υποβρύχια, πολλά εκ των οποίων είναι ιδανικά για ρηχά νερά όπως τα Στενά του Hormuz.
Στο στενό αυτό πέρασμα, το Ιράν θα μπορούσε να υπερφορτώσει τις μεγάλες και αργές ναυτικές μονάδες των ΗΠΑ, προκαλώντας σοβαρές απώλειες. Η εμπειρία από την επιχείρηση των ΗΠΑ κατά των Χούθι στην Υεμένη – που κόστισε πάνω από 1 δισ. δολάρια χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα – δείχνει τι θα μπορούσε να συμβεί απέναντι σε ένα κράτος με τις δυνατότητες του Ιράν.
Ένα ρίσκο με παγκόσμιες συνέπειες
Παρά τα εμφανή του προβλήματα, το Ιράν παραμένει ένας εξαιρετικά επικίνδυνος αντίπαλος. Μια στρατιωτική σύγκρουση δεν θα ήταν «γρήγορη» ούτε «φθηνή», αλλά θα μπορούσε να παρασύρει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία σε ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές προειδοποιούν: η εισβολή στο Ιράν μπορεί να αποδειχθεί το πιο ακριβό λάθος της Δύσης στον 21ο αιώνα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών