σύμβολα :
FTSE ΧΑ ΤΡΑΠΕΖΕΣ
Στα ύψη η εξάρτηση από το χρέος σύμφωνα με την Morningstar DBRS – Το επικίνδυνο ρίσκο με το 71% των ομολόγων άνω της 5ετίας και η «παγίδα» του αποσβεσμένου κόστους που κρύβει τις αναταράξεις.
Η άνοδος των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα σχετικά με το πώς η πίεση στα κρατικά ομόλογα επηρεάζει το τραπεζικό σύστημα.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του οίκου αξιολόγησης Morningstar DBRS (7 Οκτωβρίου 2026) με τίτλο «Have European Banks Broken the Sovereign Doom Loop, or Just Reshaped It?», την οποία σας παρουσιάζει το Banking News, ο παραδοσιακός φαύλος κύκλος αλληλεξάρτησης τραπεζών και κρατών έχει γίνει λιγότερο άμεσος, ενώ η συνολική επίπτωση στις τράπεζες θεωρείται διαχειρίσιμη.
Βάσει των στοιχείων της έκθεσης της Morningstar DBRS που βασίζονται στο Risk Dashboard της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό κρατικών ομολόγων με διάρκεια λήξης άνω των πέντε ετών στην Ευρώπη, το οποίο φτάνει το 71%.
Παράλληλα, διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων τους στην κατηγορία του αποσβεσμένου κόστους (περίπου 85%), γεγονός που αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Η διακράτηση αυτή σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς δεν μεταφράζονται σε λογιστικές ζημιές στα αποτελέσματα ή στα κεφάλαια, εφόσον οι τίτλοι διακρατούνται μέχρι τη λήξη τους.
Εν προκειμένω θα θέλαμε να σημειώσουμε τα εξής: Όταν μια τράπεζα αγοράζει ένα κρατικό ομόλογο, μπορεί να το ταξινομήσει λογιστικά με δύο βασικούς τρόπους:
• Για διακράτηση μέχρι τη λήξη (Hold to Maturity / Αποσβεσμένο Κόστος): Η τράπεζα δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να πουλήσει το ομόλογο, αλλά θα το κρατήσει μέχρι να λήξει και να εισπράξει το κεφάλαιό της.
• Προς πώληση / Εμπορικό χαρτοφυλάκιο (Trading / Fair Value): Το ομόλογο αποτιμάται καθημερινά στην τρέχουσα τιμή που πιάνει στην αγορά
Επειδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν το 85% των ομολόγων τους σε αυτή την κατηγορία:
• Ανοσία στις λογιστικές ζημιές: Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, η τιμή των ομολόγων στην ελεύθερη αγορά πέφτει. Όμως, επειδή τα ομόλογα αυτά είναι στην κατηγορία του αποσβεσμένου κόστους, οι τράπεζες δεν υποχρεούνται να εγγράψουν αυτές τις απώλειες τιμών ως ζημιά στα αποτελέσματά τους ή στα κεφάλαιά τους.
• Σταθερό εισόδημα: Εγγράφουν σταθερά μόνο τους τόκους (το κουπόνι) που εισπράττουν κάθε χρόνο.
Πού κρύβεται η παγίδα (το ρίσκο); Αν και αυτή η λογιστική μεταχείριση προστατεύει στα χαρτιά τα κεφάλαια των τραπεζών, ενέχει έναν αόρατο κίνδυνο:
Κίνδυνος ρευστότητας: Αν μια τράπεζα χρειαστεί εκτάκτως ρευστότητα και αναγκαστεί να πουλήσει αυτά τα ομόλογα πριν τη λήξη τους, τότε η πλασματική/λανθάνουσα ζημιά (unrealized loss) μετατρέπεται ακαριαία σε πραγματική ζημιά.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην αμερικανική Silicon Valley Bank (SVB) το 2023, η οποία αναγκάστηκε να πουλήσει ομόλογα που κρατούσε στο αποσβεσμένο κόστος λόγω εκροής καταθέσεων, εγγράφοντας τεράστιες ζημιές που οδηγήσαν στην κατάρρευσή της.
Εξέλιξη της έκθεσης σε κρατικό χρέος
Σύμφωνα με τα ευρήματα της DBRS, η συνολική έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε κρατικό χρέος ως ποσοστό των κεφαλαίων CET1 ανήλθε σε επίπεδα άνω του 300% (περίπου 310%) τον Ιούνιο του 2026.
Το ποσοστό αυτό σημείωσε σημαντική άνοδο σε σχέση με το 100% που καταγραφόταν τον Ιούνιο του 2019 και το 230% τον Δεκέμβριο του 2022.
Η συγκεκριμένη τάση παρατηρείται ευρύτερα στην Ευρώπη, καθώς οι τράπεζες αναδόμησαν τα χαρτοφυλάκιά τους για τη διατήρηση ρευστών στοιχείων ενεργητικού υψηλής ποιότητας και την ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους.
Ένα από τα κύρια συμπεράσματα της έκθεσης είναι η αποδυνάμωση του εγχώριου προσανατολισμού στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εγχώριων κρατικών ομολόγων στο συνολικό κρατικό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών μειώθηκε από επίπεδα κοντά στο 70% τον Ιούνιο του 2020 σε επίπεδα κάτω του 50% τον Ιούνιο του 2026.
Η στροφή αυτή προς ομόλογα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλει στη διαφοροποίηση των κινδύνων και εξασθενεί τον άμεσο δεσμό μεταξύ του εγχώριου κράτους και των εγχώριων τραπεζών.
Τα συμπεράσματα του οίκου
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η έκθεση σε κρατικό χρέος και οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων δεν αναμένεται από μόνες τους να οδηγήσουν σε αρνητικές αλλαγές στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Τα βελτιωμένα έσοδα, η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και τα ενισχυμένα ρυθμιστικά πλαίσια προστατεύουν το τραπεζικό σύστημα, αν και ο οίκος συνεχίζει να παρακολουθεί τις εκθέσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου τα μεγάλα χαρτοφυλάκια συνδυάζονται με υψηλό εγχώριο προσανατολισμό ή έντονη μεταβλητότητα των αποδόσεων.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του οίκου αξιολόγησης Morningstar DBRS (7 Οκτωβρίου 2026) με τίτλο «Have European Banks Broken the Sovereign Doom Loop, or Just Reshaped It?», την οποία σας παρουσιάζει το Banking News, ο παραδοσιακός φαύλος κύκλος αλληλεξάρτησης τραπεζών και κρατών έχει γίνει λιγότερο άμεσος, ενώ η συνολική επίπτωση στις τράπεζες θεωρείται διαχειρίσιμη.
Βάσει των στοιχείων της έκθεσης της Morningstar DBRS που βασίζονται στο Risk Dashboard της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν το υψηλότερο ποσοστό κρατικών ομολόγων με διάρκεια λήξης άνω των πέντε ετών στην Ευρώπη, το οποίο φτάνει το 71%.
Παράλληλα, διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων τους στην κατηγορία του αποσβεσμένου κόστους (περίπου 85%), γεγονός που αποτελεί το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
Η διακράτηση αυτή σημαίνει ότι οι διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς δεν μεταφράζονται σε λογιστικές ζημιές στα αποτελέσματα ή στα κεφάλαια, εφόσον οι τίτλοι διακρατούνται μέχρι τη λήξη τους.
Εν προκειμένω θα θέλαμε να σημειώσουμε τα εξής: Όταν μια τράπεζα αγοράζει ένα κρατικό ομόλογο, μπορεί να το ταξινομήσει λογιστικά με δύο βασικούς τρόπους:
• Για διακράτηση μέχρι τη λήξη (Hold to Maturity / Αποσβεσμένο Κόστος): Η τράπεζα δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να πουλήσει το ομόλογο, αλλά θα το κρατήσει μέχρι να λήξει και να εισπράξει το κεφάλαιό της.
• Προς πώληση / Εμπορικό χαρτοφυλάκιο (Trading / Fair Value): Το ομόλογο αποτιμάται καθημερινά στην τρέχουσα τιμή που πιάνει στην αγορά
Επειδή οι ελληνικές τράπεζες έχουν το 85% των ομολόγων τους σε αυτή την κατηγορία:
• Ανοσία στις λογιστικές ζημιές: Όταν τα επιτόκια ανεβαίνουν, η τιμή των ομολόγων στην ελεύθερη αγορά πέφτει. Όμως, επειδή τα ομόλογα αυτά είναι στην κατηγορία του αποσβεσμένου κόστους, οι τράπεζες δεν υποχρεούνται να εγγράψουν αυτές τις απώλειες τιμών ως ζημιά στα αποτελέσματά τους ή στα κεφάλαιά τους.
• Σταθερό εισόδημα: Εγγράφουν σταθερά μόνο τους τόκους (το κουπόνι) που εισπράττουν κάθε χρόνο.
Πού κρύβεται η παγίδα (το ρίσκο); Αν και αυτή η λογιστική μεταχείριση προστατεύει στα χαρτιά τα κεφάλαια των τραπεζών, ενέχει έναν αόρατο κίνδυνο:
Κίνδυνος ρευστότητας: Αν μια τράπεζα χρειαστεί εκτάκτως ρευστότητα και αναγκαστεί να πουλήσει αυτά τα ομόλογα πριν τη λήξη τους, τότε η πλασματική/λανθάνουσα ζημιά (unrealized loss) μετατρέπεται ακαριαία σε πραγματική ζημιά.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην αμερικανική Silicon Valley Bank (SVB) το 2023, η οποία αναγκάστηκε να πουλήσει ομόλογα που κρατούσε στο αποσβεσμένο κόστος λόγω εκροής καταθέσεων, εγγράφοντας τεράστιες ζημιές που οδηγήσαν στην κατάρρευσή της.
Εξέλιξη της έκθεσης σε κρατικό χρέος
Σύμφωνα με τα ευρήματα της DBRS, η συνολική έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε κρατικό χρέος ως ποσοστό των κεφαλαίων CET1 ανήλθε σε επίπεδα άνω του 300% (περίπου 310%) τον Ιούνιο του 2026.
Το ποσοστό αυτό σημείωσε σημαντική άνοδο σε σχέση με το 100% που καταγραφόταν τον Ιούνιο του 2019 και το 230% τον Δεκέμβριο του 2022.
Η συγκεκριμένη τάση παρατηρείται ευρύτερα στην Ευρώπη, καθώς οι τράπεζες αναδόμησαν τα χαρτοφυλάκιά τους για τη διατήρηση ρευστών στοιχείων ενεργητικού υψηλής ποιότητας και την ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους.
Ένα από τα κύρια συμπεράσματα της έκθεσης είναι η αποδυνάμωση του εγχώριου προσανατολισμού στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια.
Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εγχώριων κρατικών ομολόγων στο συνολικό κρατικό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών μειώθηκε από επίπεδα κοντά στο 70% τον Ιούνιο του 2020 σε επίπεδα κάτω του 50% τον Ιούνιο του 2026.
Η στροφή αυτή προς ομόλογα άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλει στη διαφοροποίηση των κινδύνων και εξασθενεί τον άμεσο δεσμό μεταξύ του εγχώριου κράτους και των εγχώριων τραπεζών.
Τα συμπεράσματα του οίκου
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η έκθεση σε κρατικό χρέος και οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων δεν αναμένεται από μόνες τους να οδηγήσουν σε αρνητικές αλλαγές στις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Τα βελτιωμένα έσοδα, η ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και τα ενισχυμένα ρυθμιστικά πλαίσια προστατεύουν το τραπεζικό σύστημα, αν και ο οίκος συνεχίζει να παρακολουθεί τις εκθέσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου τα μεγάλα χαρτοφυλάκια συνδυάζονται με υψηλό εγχώριο προσανατολισμό ή έντονη μεταβλητότητα των αποδόσεων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών