Πίσω από την εν γένει θετική μακροοικονομική εικόνα παραμένει ένα παλαιό πρόβλημα: επιτυγχάνεται ανάπτυξη, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικός ποιοτικός μετασχηματισμός της οικονομίας
Η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα αναγνωρίζει ορισμένες επιτυχίες της οικονομίας αλλά περιγράφει με τεχνοκρατικό τρόπο και την συνύπαρξη δύο αντιφατικών πραγματικότητων.
Το συνολικό συμπέρασμα απέχει σημαντικά από τον πανηγυρικό τόνο των κυβερνητικών επαγγελιών: Η χώρα εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας, υψηλού κόστους στέγασης, αδύναμης καινοτομίας και ενός ιδιαίτερα επιβαρυμένου συστήματος υγείας/πρόνοιας.
Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026, η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία αναπτύχθηκε με ταχύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την περίοδο 2023-2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 2,1% ετησίως, έναντι 1% στην ΕΕ.
Πίσω όμως από τη θετική μακροοικονομική εικόνα παραμένει ένα παλαιό πρόβλημα: έχει επιτευχθεί ανάπτυξη, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικός ποιοτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εδώ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 αντιστοιχούσε μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της ΕΕ.
Επιπλέον, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται σχεδόν 14% κάτω από το υψηλό επίπεδο του 2008.
Με άλλα λόγια, όσο και αν η κυβέρνηση μιλά για την «επιστροφή της Ελλάδας» και για «κανονικότητα», τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα δεν έχει ακόμη απομακρυνθεί πλήρως από τη μακρά σκιά της κρίσης και είναι ευάλωτη στις νέες αναταράξεις που προκαλούνται από τις αναταράξεις της κυβέρνησης Trump 2.0 σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Η βασική πληγή: η χαμηλή παραγωγικότητα - Δουλεύουμε χωρίς αποτέλεσμα...
Το πλέον ανησυχητικό σημείο της έκθεσης αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτή ανέρχεται μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει από τους υψηλότερους αριθμούς ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι εργάζονται πολύ, αλλά η οικονομία παράγει σχετικά μικρή προστιθέμενη αξία.
Αυτό αποτελεί τη βασική αδυναμία του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου.
Δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα ισχυρό μέλλον πάνω σε ατελείωτες ώρες εργασίας με περιορισμένη αποδότικοτητα όσον αφορά την παραγωγή αξίας.
Μια χώρα που δεν παράγει επαρκώς σύνθετα προϊόντα, τεχνολογίες, καινοτομίες και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας είναι καταδικασμένη να αντισταθμίζει το παραγωγικό της έλλειμμα με περισσότερες ώρες εργασίας, μεγαλύτερη κόπωση για τον εργαζόμενο και χαμηλότερους μισθούς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει, επίσης, ότι η οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός, η γεωργία και οι μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά στερούνται της απαιτούμενης κλίμακας για το σχηματισμό κεφαλαίου και επενδύσεις και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Πρόκειται περισσότερο για μια οικονομία σε... καθεστώς επιβίωσης που χαίρει αποτελεσματικής επικοινωνιακής προβολής εκ μέρους της κυβέρνησης, παρά για μια οικονομία που έχει υποστεί μετασχηματισμό.

Η καινοτομία παραμένει αδύναμος κρίκος
Η έκθεση επισημαίνει ξεχωριστά τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D).
Οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα αυξάνονται, αλλά εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου: 0,9% του ΑΕΠ έναντι 1,5% στην ΕΕ.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό.
Η διασύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων παραμένει περιορισμένη, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις υστερούν στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών και την εφαρμογή καινοτομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός παραμένει ιδιαίτερα δύσκολος για τις ΜΜΕ.
Ύστερα από χρόνια συζητήσεων για την «ψηφιακή Ελλάδα», η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Οι ψηφιακές υπηρεσίες και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες είναι χρήσιμες, αλλά η οικονομία του μέλλοντος δεν οικοδομείται μόνο πάνω σε σύγχρονες δημόσιες υπηρεσίες.
Βασίζεται σε επιχειρήσεις που παράγουν, εξάγουν, καινοτομούν και αναπτύσσονται.
Σε αυτό το πεδίο η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Η στέγαση εξελίσσεται σε παγίδα κοινωνικής ερήμωσης
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά τη στέγαση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η ισχυρή ζήτηση και η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις στην αγορά κατοικίας.
Το 2025 οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7,8%, μετά από αύξηση 9,1% το 2024.
Παράλληλα, οι τιμές και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, επιδεινώνοντας την προσιτότητα της κατοικίας.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους νέους, τους ενοικιαστές και τα νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 37,4% των ενοικιαστών που μισθώνουν κατοικία σε τιμές αγοράς αντιμετωπίζουν υπερβολική επιβάρυνση για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών.
Για τους ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 20,9%. Για λόγους σύγκρισης, οι μέσοι όροι στην ΕΕ είναι 19,2% και 5% αντίστοιχα.
Για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα η εικόνα είναι ακόμη πιο δυσμενής: σχεδόν το 88,9% των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας – σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά κριτήρια - αντιμετωπίζουν υπερβολικό κόστος στέγασης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει το πρόβλημα με χρόνια υποεπένδυσης στην κατοικία, θεσμικές εκκρεμότητες όσον αφορά τα δικαιώματα και το κτηματολόγιο, κληρονομικές διαφορές, χρέη και ανεπαρκή οικοδομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση, απαιτείται ενίσχυση των δημόσιων πολιτικών ώστε να καλυφθεί το έλλειμμα στην προσφορά κατοικίας και να αυξηθεί το στεγαστικό απόθεμα.
Με απλά λόγια: έχουν ληφθεί μέτρα, αλλά δεν επαρκούν για να καλύψουν το μέγεθος της κρίσης.

Υγεία: το κόστος μεταφέρεται στον πολίτη
Το τρίτο σοβαρό ζήτημα αφορά το σύστημα υγείας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η ελληνική υγειονομική περίθαλψη εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά στα νοσοκομεία, ενώ η πρωτοβάθμια και η εξωνοσοκομειακή φροντίδα παραμένουν ανεπαρκώς αναπτυγμένες.
Ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης αφορά τις ιδιωτικές δαπάνες των πολιτών.
Το 2023, η δημόσια χρηματοδότηση κάλυπτε μόλις το 61% των συνολικών δαπανών υγείας, έναντι 81% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα, οι άμεσες πληρωμές από τους πολίτες έφθασαν το 34% των συνολικών δαπανών, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι αιτίες είναι γνωστές: μεγάλες λίστες αναμονής, ελλείψεις προσωπικού, εξάρτηση από ιδιωτικές υπηρεσίες και ανάγκη ταχύτερης πρόσβασης σε περίθαλψη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι το υψηλό επίπεδο ιδιωτικών δαπανών δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους, ιδίως για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Παρά τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, τον θεσμό του προσωπικού γιατρού, την ψηφιοποίηση υπηρεσιών και τις επενδύσεις στα νοσοκομεία, η έκθεση αναγνωρίζει ότι τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.
Στις περιφέρειες εξακολουθούν να καταγράφονται ελλείψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, άνιση κατανομή ειδικοτήτων και προβλήματα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.

Οι... δύο Ελλάδες και η ένταση των ανισοτήτων
Ο όρος οικονομία τύπου Κ (K-shaped economy) περιγράφει μια οικονομία στην οποία διαφορετικές κοινωνικές ομάδες ακολουθούν αντίθετες πορείες: οι ισχυρότεροι οικονομικά ωφελούνται δυσανάλογα από την ανάπτυξη, ενώ τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα βλέπουν περιορισμένα οφέλη ή ακόμη και επιδείνωση της θέσης τους.
Αυτό φαίνεται να ισχύει για την Ελλάδα: Η πρώτη ένδειξη προέρχεται από το χάσμα μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης. Παρά τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κατατάσσοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την εισοδηματική ανισότητα.
Ο δείκτης S80/S20, που συγκρίνει το εισόδημα του πλουσιότερου 20% με εκείνο του φτωχότερου 20%, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 5,17 το 2025, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (4,74).
Με απλά λόγια, το πλουσιότερο 20% των Ελλήνων διαθέτει πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%.
Η Ελλάδα παραμένει σταθερά μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αύξηση των εισοδημάτων από μερίσματα και ακίνητη περιουσία, οι μισθοί πλήττονται από τον πληθωρισμό
Η αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων στην Ελλάδα το φορολογικό έτος 2023 (δηλώσεις 2024) δεν οφείλεται στην άνοδο των μισθών.
Σημαντική συμβολή είχαν επίσης τα εισοδήματα από κεφάλαιο και περιουσία, ιδιαίτερα τα μερίσματα και τα εισοδήματα από ακίνητα.
Τα δηλωθέντα εισοδήματα από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα και λοιπές αποδόσεις κεφαλαίου αυξήθηκαν από 6,75 δισ. ευρώ το 2022 σε 8,72 δισ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση περίπου 1,97 δισ. ευρώ ή 29,2%.
Τα εισοδήματα αυτά δηλώθηκαν από 2.864.985 φορολογούμενους. Η αύξηση αυτή αντανακλά τόσο την υψηλή κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων τα προηγούμενα χρόνια όσο και τη διανομή μεγαλύτερων μερισμάτων προς μετόχους και εταίρους.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων συγκεντρώνεται σε σχετικά μικρό αριθμό φορολογουμένων με πολύ υψηλά εισοδήματα από κεφάλαιο.
Ανοδική πορεία παρουσίασαν και τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία.
Τα δηλωθέντα εισοδήματα από ενοίκια και λοιπές μορφές εκμετάλλευσης ακινήτων αυξήθηκαν από 7,86 δισ. ευρώ το 2022 σε 8,53 δισ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας αύξηση περίπου 670 εκατ. ευρώ ή 8,6%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αύξηση των ενοικίων, την ενίσχυση της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά και τη μεγαλύτερη καταγραφή εισοδημάτων μέσω των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων της φορολογικής διοίκησης.
Συμπέρασμα: Όσοι εξαρτώνται από το μισθό τους βλέπουν τα πραγματικά εισοδήματά τους να μειώνονται εξαιτίας των πληθωριστικ'ων πιέσεων ενώ όσοι έχουν μετοχές και ακίνητα αυξάνουν τις προσόδους.
Μακροοικονομική σταθερότητα χωρίς ισχυρά θεμέλια
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προβάλλει συχνά την οικονομική ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, τις επενδύσεις και την ενισχυμένη εμπιστοσύνη των αγορών.
Ορισμένα από αυτά τα επιχειρήματα πράγματι επιβεβαιώνονται από την έκθεση: το δημόσιο χρέος μειώνεται, η δημοσιονομική θέση παραμένει σχετικά ισχυρή και η ανεργία έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2009.
Ωστόσο, τ0 σημείο αυτό ακριβώς εντοπίζεται και η βασική αντίφαση της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη.
Σε μικροοικονομικό επίπεδο, όμως, εξακολουθούν να καταγράφονται η χαμηλή παραγωγικότητα, το υψηλό κόστος στέγασης, η αδύναμη καινοτομία, οι πιέσεις στο σύστημα υγείας και οι έντονες περιφερειακές ανισότητες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η Αττική συγκεντρώνει τους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας και το μεγαλύτερο μέρος των επιστημονικών επενδύσεων, ενώ οι ορεινές, νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές εξακολουθούν να εξαρτώνται από δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, εποχικό τουρισμό και ανεπαρκείς υποδομές.
Η αναπτυξιακή πορεία της χώρας παραμένει άνιση, με το κέντρο να ενισχύεται και την περιφέρεια να υστερεί.
Άλυτα θεμελιώδη προβλήματα
Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αμφισβητεί ευθέως την αντίληψη ότι η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει σε μια σταθερή τροχιά διατηρήσιμης επιτυχίας.
Η χώρα αναπτύσσεται, αρκετοί δείκτες είναι βελτιωμένοι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν άλυτα.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι απλό αλλά δυσάρεστο: μια χώρα που δεν παράγει επαρκή αξία δεν μπορεί να εξασφαλίσει βιώσιμη ευημερία.
Οι επιδοτήσεις, οι ψηφιακές πλατφόρμες, η προσέλκυση τουριστών και η αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκούν από μόνες τους.
Χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας, όλα τα υπόλοιπα παραμένουν επιφανειακές παρεμβάσεις.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα ακόμη αφήγημα για οικονομική επιτυχία, αλλά μια οικονομία που δημιουργεί υψηλή προστιθέμενη αξία, προσφέρει αξιοπρεπείς αμοιβές, εξασφαλίζει προσιτή στέγαση και παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας χωρίς να εξαντλεί τις αποταμιεύσεις των πολιτών.
Μέχρι να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, οι αναφορές στο «ελληνικό θαύμα» θα μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή διαχείριση παρά με ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική και θα αναδεικνύουν τη βεβαιότητα που προσδίδουν οι αριθμοί ότι το πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει...
www.bankingnews.gr
Το συνολικό συμπέρασμα απέχει σημαντικά από τον πανηγυρικό τόνο των κυβερνητικών επαγγελιών: Η χώρα εξακολουθεί να είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας, υψηλού κόστους στέγασης, αδύναμης καινοτομίας και ενός ιδιαίτερα επιβαρυμένου συστήματος υγείας/πρόνοιας.
Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026, η ελληνική οικονομία μετά την πανδημία αναπτύχθηκε με ταχύτερους ρυθμούς από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Την περίοδο 2023-2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 2,1% ετησίως, έναντι 1% στην ΕΕ.
Πίσω όμως από τη θετική μακροοικονομική εικόνα παραμένει ένα παλαιό πρόβλημα: έχει επιτευχθεί ανάπτυξη, αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικός ποιοτικός μετασχηματισμός της οικονομίας.
Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εδώ
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 αντιστοιχούσε μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της ΕΕ.
Επιπλέον, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας εξακολουθεί να βρίσκεται σχεδόν 14% κάτω από το υψηλό επίπεδο του 2008.
Με άλλα λόγια, όσο και αν η κυβέρνηση μιλά για την «επιστροφή της Ελλάδας» και για «κανονικότητα», τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα δεν έχει ακόμη απομακρυνθεί πλήρως από τη μακρά σκιά της κρίσης και είναι ευάλωτη στις νέες αναταράξεις που προκαλούνται από τις αναταράξεις της κυβέρνησης Trump 2.0 σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Η βασική πληγή: η χαμηλή παραγωγικότητα - Δουλεύουμε χωρίς αποτέλεσμα...
Το πλέον ανησυχητικό σημείο της έκθεσης αφορά την παραγωγικότητα της εργασίας.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αυτή ανέρχεται μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει από τους υψηλότερους αριθμούς ωρών εργασίας ανά εργαζόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι εργάζονται πολύ, αλλά η οικονομία παράγει σχετικά μικρή προστιθέμενη αξία.
Αυτό αποτελεί τη βασική αδυναμία του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου.
Δεν μπορεί να οικοδομηθεί ένα ισχυρό μέλλον πάνω σε ατελείωτες ώρες εργασίας με περιορισμένη αποδότικοτητα όσον αφορά την παραγωγή αξίας.
Μια χώρα που δεν παράγει επαρκώς σύνθετα προϊόντα, τεχνολογίες, καινοτομίες και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας είναι καταδικασμένη να αντισταθμίζει το παραγωγικό της έλλειμμα με περισσότερες ώρες εργασίας, μεγαλύτερη κόπωση για τον εργαζόμενο και χαμηλότερους μισθούς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει, επίσης, ότι η οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε τομείς χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός, η γεωργία και οι μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά στερούνται της απαιτούμενης κλίμακας για το σχηματισμό κεφαλαίου και επενδύσεις και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Πρόκειται περισσότερο για μια οικονομία σε... καθεστώς επιβίωσης που χαίρει αποτελεσματικής επικοινωνιακής προβολής εκ μέρους της κυβέρνησης, παρά για μια οικονομία που έχει υποστεί μετασχηματισμό.

Η καινοτομία παραμένει αδύναμος κρίκος
Η έκθεση επισημαίνει ξεχωριστά τις χαμηλές επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη (R&D).
Οι επιχειρηματικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα αυξάνονται, αλλά εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου: 0,9% του ΑΕΠ έναντι 1,5% στην ΕΕ.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό.
Η διασύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων παραμένει περιορισμένη, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις υστερούν στην αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογιών και την εφαρμογή καινοτομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός παραμένει ιδιαίτερα δύσκολος για τις ΜΜΕ.
Ύστερα από χρόνια συζητήσεων για την «ψηφιακή Ελλάδα», η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Οι ψηφιακές υπηρεσίες και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες είναι χρήσιμες, αλλά η οικονομία του μέλλοντος δεν οικοδομείται μόνο πάνω σε σύγχρονες δημόσιες υπηρεσίες.
Βασίζεται σε επιχειρήσεις που παράγουν, εξάγουν, καινοτομούν και αναπτύσσονται.
Σε αυτό το πεδίο η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.
Η στέγαση εξελίσσεται σε παγίδα κοινωνικής ερήμωσης
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά τη στέγαση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η ισχυρή ζήτηση και η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις στην αγορά κατοικίας.
Το 2025 οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7,8%, μετά από αύξηση 9,1% το 2024.
Παράλληλα, οι τιμές και τα ενοίκια αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, επιδεινώνοντας την προσιτότητα της κατοικίας.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους νέους, τους ενοικιαστές και τα νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 37,4% των ενοικιαστών που μισθώνουν κατοικία σε τιμές αγοράς αντιμετωπίζουν υπερβολική επιβάρυνση για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών.
Για τους ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 20,9%. Για λόγους σύγκρισης, οι μέσοι όροι στην ΕΕ είναι 19,2% και 5% αντίστοιχα.
Για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα η εικόνα είναι ακόμη πιο δυσμενής: σχεδόν το 88,9% των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας – σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά κριτήρια - αντιμετωπίζουν υπερβολικό κόστος στέγασης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνδέει το πρόβλημα με χρόνια υποεπένδυσης στην κατοικία, θεσμικές εκκρεμότητες όσον αφορά τα δικαιώματα και το κτηματολόγιο, κληρονομικές διαφορές, χρέη και ανεπαρκή οικοδομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με την έκθεση, απαιτείται ενίσχυση των δημόσιων πολιτικών ώστε να καλυφθεί το έλλειμμα στην προσφορά κατοικίας και να αυξηθεί το στεγαστικό απόθεμα.
Με απλά λόγια: έχουν ληφθεί μέτρα, αλλά δεν επαρκούν για να καλύψουν το μέγεθος της κρίσης.

Υγεία: το κόστος μεταφέρεται στον πολίτη
Το τρίτο σοβαρό ζήτημα αφορά το σύστημα υγείας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η ελληνική υγειονομική περίθαλψη εξακολουθεί να βασίζεται υπερβολικά στα νοσοκομεία, ενώ η πρωτοβάθμια και η εξωνοσοκομειακή φροντίδα παραμένουν ανεπαρκώς αναπτυγμένες.
Ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης αφορά τις ιδιωτικές δαπάνες των πολιτών.
Το 2023, η δημόσια χρηματοδότηση κάλυπτε μόλις το 61% των συνολικών δαπανών υγείας, έναντι 81% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα, οι άμεσες πληρωμές από τους πολίτες έφθασαν το 34% των συνολικών δαπανών, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι αιτίες είναι γνωστές: μεγάλες λίστες αναμονής, ελλείψεις προσωπικού, εξάρτηση από ιδιωτικές υπηρεσίες και ανάγκη ταχύτερης πρόσβασης σε περίθαλψη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι το υψηλό επίπεδο ιδιωτικών δαπανών δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους, ιδίως για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Παρά τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση, τον θεσμό του προσωπικού γιατρού, την ψηφιοποίηση υπηρεσιών και τις επενδύσεις στα νοσοκομεία, η έκθεση αναγνωρίζει ότι τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα.
Στις περιφέρειες εξακολουθούν να καταγράφονται ελλείψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, άνιση κατανομή ειδικοτήτων και προβλήματα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.

Οι... δύο Ελλάδες και η ένταση των ανισοτήτων
Ο όρος οικονομία τύπου Κ (K-shaped economy) περιγράφει μια οικονομία στην οποία διαφορετικές κοινωνικές ομάδες ακολουθούν αντίθετες πορείες: οι ισχυρότεροι οικονομικά ωφελούνται δυσανάλογα από την ανάπτυξη, ενώ τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα βλέπουν περιορισμένα οφέλη ή ακόμη και επιδείνωση της θέσης τους.
Αυτό φαίνεται να ισχύει για την Ελλάδα: Η πρώτη ένδειξη προέρχεται από το χάσμα μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και πραγματικής σύγκλισης. Παρά τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κατατάσσοντας τη χώρα στις τελευταίες θέσεις της Ένωσης.
Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την εισοδηματική ανισότητα.
Ο δείκτης S80/S20, που συγκρίνει το εισόδημα του πλουσιότερου 20% με εκείνο του φτωχότερου 20%, διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο 5,17 το 2025, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (4,74).
Με απλά λόγια, το πλουσιότερο 20% των Ελλήνων διαθέτει πάνω από πέντε φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%.
Η Ελλάδα παραμένει σταθερά μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αύξηση των εισοδημάτων από μερίσματα και ακίνητη περιουσία, οι μισθοί πλήττονται από τον πληθωρισμό
Η αύξηση των δηλωθέντων εισοδημάτων στην Ελλάδα το φορολογικό έτος 2023 (δηλώσεις 2024) δεν οφείλεται στην άνοδο των μισθών.
Σημαντική συμβολή είχαν επίσης τα εισοδήματα από κεφάλαιο και περιουσία, ιδιαίτερα τα μερίσματα και τα εισοδήματα από ακίνητα.
Τα δηλωθέντα εισοδήματα από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα και λοιπές αποδόσεις κεφαλαίου αυξήθηκαν από 6,75 δισ. ευρώ το 2022 σε 8,72 δισ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση περίπου 1,97 δισ. ευρώ ή 29,2%.
Τα εισοδήματα αυτά δηλώθηκαν από 2.864.985 φορολογούμενους. Η αύξηση αυτή αντανακλά τόσο την υψηλή κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων τα προηγούμενα χρόνια όσο και τη διανομή μεγαλύτερων μερισμάτων προς μετόχους και εταίρους.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων συγκεντρώνεται σε σχετικά μικρό αριθμό φορολογουμένων με πολύ υψηλά εισοδήματα από κεφάλαιο.
Ανοδική πορεία παρουσίασαν και τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία.
Τα δηλωθέντα εισοδήματα από ενοίκια και λοιπές μορφές εκμετάλλευσης ακινήτων αυξήθηκαν από 7,86 δισ. ευρώ το 2022 σε 8,53 δισ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας αύξηση περίπου 670 εκατ. ευρώ ή 8,6%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την αύξηση των ενοικίων, την ενίσχυση της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά και τη μεγαλύτερη καταγραφή εισοδημάτων μέσω των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων της φορολογικής διοίκησης.
Συμπέρασμα: Όσοι εξαρτώνται από το μισθό τους βλέπουν τα πραγματικά εισοδήματά τους να μειώνονται εξαιτίας των πληθωριστικ'ων πιέσεων ενώ όσοι έχουν μετοχές και ακίνητα αυξάνουν τις προσόδους.
Μακροοικονομική σταθερότητα χωρίς ισχυρά θεμέλια
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προβάλλει συχνά την οικονομική ανάπτυξη, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, τις επενδύσεις και την ενισχυμένη εμπιστοσύνη των αγορών.
Ορισμένα από αυτά τα επιχειρήματα πράγματι επιβεβαιώνονται από την έκθεση: το δημόσιο χρέος μειώνεται, η δημοσιονομική θέση παραμένει σχετικά ισχυρή και η ανεργία έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2009.
Ωστόσο, τ0 σημείο αυτό ακριβώς εντοπίζεται και η βασική αντίφαση της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη.
Σε μικροοικονομικό επίπεδο, όμως, εξακολουθούν να καταγράφονται η χαμηλή παραγωγικότητα, το υψηλό κόστος στέγασης, η αδύναμη καινοτομία, οι πιέσεις στο σύστημα υγείας και οι έντονες περιφερειακές ανισότητες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η Αττική συγκεντρώνει τους κλάδους υψηλής παραγωγικότητας και το μεγαλύτερο μέρος των επιστημονικών επενδύσεων, ενώ οι ορεινές, νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές εξακολουθούν να εξαρτώνται από δραστηριότητες χαμηλής παραγωγικότητας, εποχικό τουρισμό και ανεπαρκείς υποδομές.
Η αναπτυξιακή πορεία της χώρας παραμένει άνιση, με το κέντρο να ενισχύεται και την περιφέρεια να υστερεί.
Άλυτα θεμελιώδη προβλήματα
Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αμφισβητεί ευθέως την αντίληψη ότι η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει σε μια σταθερή τροχιά διατηρήσιμης επιτυχίας.
Η χώρα αναπτύσσεται, αρκετοί δείκτες είναι βελτιωμένοι σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, τα θεμελιώδη προβλήματα παραμένουν άλυτα.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης είναι απλό αλλά δυσάρεστο: μια χώρα που δεν παράγει επαρκή αξία δεν μπορεί να εξασφαλίσει βιώσιμη ευημερία.
Οι επιδοτήσεις, οι ψηφιακές πλατφόρμες, η προσέλκυση τουριστών και η αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκούν από μόνες τους.
Χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας, όλα τα υπόλοιπα παραμένουν επιφανειακές παρεμβάσεις.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα ακόμη αφήγημα για οικονομική επιτυχία, αλλά μια οικονομία που δημιουργεί υψηλή προστιθέμενη αξία, προσφέρει αξιοπρεπείς αμοιβές, εξασφαλίζει προσιτή στέγαση και παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες υγείας χωρίς να εξαντλεί τις αποταμιεύσεις των πολιτών.
Μέχρι να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, οι αναφορές στο «ελληνικό θαύμα» θα μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή διαχείριση παρά με ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική και θα αναδεικνύουν τη βεβαιότητα που προσδίδουν οι αριθμοί ότι το πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει...
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών