Τελευταία Νέα
Άμυνα – Διπλωματία

Κρυμμένη βόμβα Rubio στην Αθήνα: Η Ελλάδα γίνεται το… ευάλωτο οχυρό των ΗΠΑ ενώ ο Trump «αγκαλιάζει» Τουρκία και Erdogan

Κρυμμένη βόμβα Rubio στην Αθήνα: Η Ελλάδα γίνεται το… ευάλωτο οχυρό των ΗΠΑ ενώ ο Trump «αγκαλιάζει» Τουρκία και Erdogan
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο χρήσιμη είναι η Ελλάδα για την Ουάσιγκτον, αλλά πόσο ανεξάρτητη παραμένει όταν τα αμερικανικά συμφέροντα συγκρούονται με τα ελληνικά
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Marco Rubio στην πρόσφατη επίσκεψή του χαρακτήρισε την Ελλάδα «αναντικατάστατο σύμμαχο» του ΝΑΤΟ και ανακοίνωσε νέες εξοπλιστικές συμφωνίες δισεκατομμυρίων ενώ υποσχέθηκε ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν ελληνοτουρκική σύγκρουση.
Πίσω όμως από τις διπλωματικές φιλοφρονήσεις αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: η ολοένα μεγαλύτερη στρατιωτική, ενεργειακή και γεωπολιτική εξάρτηση της Αθήνας από μια υπερδύναμη που εξακολουθεί να θεωρεί την Τουρκία αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο χρήσιμη είναι η Ελλάδα για την Ουάσιγκτον, αλλά πόσο ανεξάρτητη παραμένει όταν τα αμερικανικά συμφέροντα συγκρούονται με τα ελληνικά.
Η επίσκεψη του Rubio στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου, παρουσιάστηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ακόμη μία ιστορική επιβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χαρακτήρισε την Ελλάδα «αναντικατάστατο εταίρο» του ΝΑΤΟ και πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, ανακοινώθηκαν αμερικανικές στρατιωτικές πωλήσεις ύψους 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενισχυμένη συνεργασία στην ανταλλαγή αντιτρομοκρατικών πληροφοριών και περαιτέρω εμβάθυνση των ενεργειακών σχέσεων.
Οι ανακοινώσεις προκάλεσαν ικανοποίηση στην Αθήνα.
Ωστόσο, πίσω από την εικόνα μιας ισχυρής στρατηγικής συνεργασίας διαμορφώνεται ένα ουσιώδες ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά στον δημόσιο διάλογο: Η Ελλάδα ενισχύεται πραγματικά ως αυτόνομος γεωπολιτικός παράγοντας ή μετατρέπεται σταδιακά σε έναν ολοένα πιο εξαρτημένο κρίκο της αμερικανικής στρατηγικής, χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για τα εθνικά της συμφέροντα;
Διότι οι στρατηγικές σχέσεις δεν αξιολογούνται από τις φιλοφρονήσεις των αξιωματούχων, αλλά από τις πραγματικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει κάθε πλευρά και από το κόστος που είναι διατεθειμένη να καταβάλει όταν προκύψει κρίση.

rubio_c.jpg
Η υπόσχεση - κρυμμένη βόμβα του Rubio αποκάλυψε το πραγματικό πρόβλημα


Ιδιαίτερη σημασία είχε η διαβεβαίωση του Marco Rubio ότι μια στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι «αδιανόητη» και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μπορούσαν να επιτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι οι δύο χώρες είναι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ και ότι μια μεταξύ τους σύγκρουση θα έβλαπτε όχι μόνο τις ίδιες, αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η διαβεβαίωση ακούγεται καθησυχαστική.
Ωστόσο, αποκαλύπτει και τα όρια της αμερικανικής πολιτικής.
Εάν η συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας στην ίδια στρατιωτική συμμαχία αποτελούσε από μόνη της εγγύηση ειρήνης, δεν θα υπήρχε ανάγκη δημόσιας παρέμβασης της Ουάσιγκτον.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η αμερικανική δήλωση αποσκοπεί στην αποτροπή μιας σύγκρουσης, όχι στην αναγνώριση συγκεκριμένων ελληνικών θέσεων για την υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ ή τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Η Ουάσιγκτον υπόσχεται ότι δεν θα επιτρέψει πόλεμο, αλλά δεν δεσμεύεται ότι θα υποστηρίξει την Αθήνα απέναντι σε κάθε τουρκική αμφισβήτηση.
Αυτή είναι η κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στη συμμαχική συνεργασία και στην πραγματική εγγύηση εθνικής ασφάλειας.
rubio_gerapetritis.jpg

Η Ελλάδα πληρώνει δισεκατομμύρια – Ποιος εξασφαλίζει τα ελληνικά συμφέροντα;


Η νέα συμφωνία για αμερικανικά οπλικά συστήματα ύψους 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού.
Η προμήθεια μαχητικών F-35, η αναβάθμιση των F-16 σε διαμόρφωση Viper και η απόκτηση προηγμένων πυραυλικών συστημάτων ενισχύουν αναμφίβολα σημαντικές επιχειρησιακές δυνατότητες της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές συνεπάγονται και μακροχρόνιες οικονομικές, τεχνολογικές και επιχειρησιακές δεσμεύσεις.
Η συντήρηση, η υποστήριξη, οι αναβαθμίσεις και η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες παραμένουν σε σημαντικό βαθμό συνδεδεμένες με αμερικανικούς προμηθευτές.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους της σημερινής ελληνικής στρατηγικής.
Η απόκτηση σύγχρονων αμερικανικών εξοπλισμών αποτελεί θεμιτή και αναγκαία επιλογή όταν ανταποκρίνεται στις αμυντικές ανάγκες.
Όταν, όμως, συνοδεύεται από υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή, δημιουργεί περιορισμούς στην ελευθερία των μελλοντικών αποφάσεων.
Το ζήτημα δεν είναι να αμφισβητηθεί η ανάγκη ισχυρών ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Είναι να εξεταστεί εάν οι τεράστιες δαπάνες δημιουργούν και αντίστοιχη ελληνική στρατηγική αυτονομία.
Μια χώρα που αγοράζει προηγμένα οπλικά συστήματα αλλά εξαρτάται ολοένα περισσότερο από αποφάσεις τρίτων για τη μακροχρόνια υποστήριξή τους δεν έχει απαραίτητα λύσει το πρόβλημα της ασφάλειάς της.
Μπορεί απλώς να έχει μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος του σε διαφορετικό επίπεδο.

rubio_b.webp
Σούδα και Αλεξανδρούπολη: Στρατηγικά πλεονεκτήματα ή παραχώρηση γεωπολιτικής ισχύος;


Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα αποτελεί κεντρικό άξονα της διμερούς συνεργασίας.
Η Σούδα προσφέρει σημαντικές δυνατότητες ναυτικής και αεροπορικής υποστήριξης στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Αλεξανδρούπολη έχει αποκτήσει ιδιαίτερη αξία για τις μεταφορές στρατιωτικού υλικού και την πρόσβαση στη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η σημασία αυτών των εγκαταστάσεων αναγνωρίστηκε ρητά και από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτη στις κοινές δηλώσεις με τον Marco Rubio.
Όμως η γεωγραφική αξία της Ελλάδας δημιουργεί ένα θεμελιώδες ερώτημα διαπραγματευτικής ισχύος.
Τι ακριβώς αποκομίζει η Αθήνα από τη διευρυνόμενη χρησιμοποίηση των ελληνικών υποδομών για την υποστήριξη αμερικανικών στρατιωτικών σχεδιασμών;
Ενισχύεται η ελληνική αποτρεπτική ικανότητα;
Ασφαλώς μπορεί να ενισχυθεί.
Αποκτά, όμως, η Ελλάδα αντίστοιχες δεσμεύσεις για την προστασία της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της έναντι της Τουρκίας;
Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει αυτομάτως από τις υφιστάμενες συμφωνίες.
Η παρουσία αμερικανικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή υπεράσπισης των ελληνικών εθνικών θέσεων.
Επιπλέον, η αυξανόμενη στρατιωτική σημασία των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων ενδέχεται να καταστήσει την Ελλάδα περισσότερο εκτεθειμένη στις αντιπαραθέσεις της Ουάσιγκτον με άλλες μεγάλες δυνάμεις όπως το Ιράν.
Η συμμετοχή σε μια συμμαχία έχει οφέλη αλλά και κινδύνους.
Η εθνική στρατηγική οφείλει να τους σταθμίζει, όχι να θεωρεί εκ προοιμίου ότι κάθε αμερικανική επέκταση στην ελληνική επικράτεια αποτελεί αυτομάτως εθνικό κέρδος.
suda_3.jpg

Η μεγάλη αντίφαση: Ο Trump αγκαλιάζει τον Erdogan

Την ίδια στιγμή που η Ουάσιγκτον αναβαθμίζει τη στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα, η κυβέρνηση Donald Trump εξακολουθεί να επιδιώκει στενή συνεννόηση με τον Τούρκο πρόεδρο Recep Tayyip Erdogan.
Η αμερικανική συζήτηση για πιθανή άρση των κυρώσεων CAATSA και για την προοπτική επανόδου της Τουρκίας σε προηγμένα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα παραμένει ιδιαίτερα σημαντική στους σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως αντικαταστάτη της Τουρκίας.
Η Τουρκία διαθέτει γεωγραφική πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, σημαντική στρατιωτική ισχύ και δυνατότητα παρέμβασης σε κρίσιμα μέτωπα της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και του Καυκάσου.
Επομένως, η ενίσχυση των δεσμών με την Ελλάδα δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της Τουρκίας.
Αντιθέτως, η αμερικανική στρατηγική επιδιώκει να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις και με τις δύο χώρες.
Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η πολιτική αυτή είναι κατανοητή: εξυπηρετεί την ευελιξία της αμερικανικής παρουσίας στην περιοχή.
Από ελληνική οπτική, όμως, δημιουργεί μια ουσιαστική αντίφαση.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την Τουρκία ως βασική πηγή απειλής για την εθνική της ασφάλεια, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες την αντιμετωπίζουν ως δύσκολο αλλά αναγκαίο σύμμαχο.
Η αντίθεση αυτή δεν μπορεί να εξαφανιστεί με κοινές δηλώσεις περί φιλίας.
trump_erdogan_5.jpg

Το ηλεκτρικό καλώδιο και τα όρια των αμερικανικών διαβεβαιώσεων


Η διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας Ελλάδας–Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της αμερικανικής υποστήριξης.
Ο Marco Rubio εξέφρασε θετική στάση απέναντι στο έργο και αναφέρθηκε στη δυνατότητα διπλωματικής συνδρομής για την προώθησή του.
Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε τη σημασία των απευθείας, διακριτικών συνομιλιών για τη διαχείριση των διαφορών.
Το έργο δεν είναι απλώς μια επένδυση σε ενεργειακές υποδομές.
Συνδέεται με τα κυριαρχικά δικαιώματα, τις θαλάσσιες ζώνες και την περιφερειακή ενεργειακή αρχιτεκτονική.
Η Τουρκία αμφισβητεί δραστηριότητες σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές, επικαλούμενη τις δικές της θέσεις περί θαλάσσιας δικαιοδοσίας και τη συμφωνία της με τη Λιβύη.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το διακύβευμα είναι ευρύτερο από την κατασκευή ενός καλωδίου: αφορά τη δυνατότητα άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η αμερικανική πολιτική υποστήριξη μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.
Δεν αποτελεί όμως από μόνη της εγγύηση ότι η Τουρκία θα εγκαταλείψει τις αντιρρήσεις της ή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν οποιοδήποτε κόστος για την ολοκλήρωση του έργου.
Εδώ αναδεικνύεται η παγίδα της υπερβολικής εξάρτησης: η Αθήνα μπορεί να θεωρεί την αμερικανική στήριξη στρατηγική εξασφάλιση, ενώ η Ουάσιγκτον να την αντιμετωπίζει ως ένα από τα πολλά εργαλεία περιφερειακής διαπραγμάτευσης.
cable.jpg

Το ΝΑΤΟ δεν είναι μηχανισμός επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών

Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά τις προσδοκίες που καλλιεργούνται γύρω από τον ρόλο του ΝΑΤΟ.
Η Συμμαχία διαθέτει μηχανισμούς αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, συμπεριλαμβανομένου του μηχανισμού αποκλιμάκωσης που δημιουργήθηκε το 2020.
Ωστόσο, το ΝΑΤΟ δεν αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο για την επίλυση ζητημάτων υφαλοκρηπίδας, ΑΟΖ ή κυριαρχίας.
Ούτε το άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης παρέχει έναν απλό και αυτόματο μηχανισμό στρατιωτικής προστασίας όταν δύο κράτη-μέλη βρεθούν αντιμέτωπα.
Η προτεραιότητα της Συμμαχίας είναι η αποφυγή μιας εσωτερικής σύγκρουσης που θα αποδυνάμωνε τη συνοχή της.
Αυτό σημαίνει ότι η διαχείριση μιας ελληνοτουρκικής κρίσης από τους συμμάχους μπορεί να αποσκοπεί πρωτίστως στην ταχεία αποκλιμάκωση και όχι υποχρεωτικά στη δικαίωση των ελληνικών θέσεων.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν μπορεί να υποκαθιστά τη δική της εθνική στρατηγική με την προσδοκία ότι το ΝΑΤΟ θα επιλύσει τις διαφορές της με την Τουρκία.
nato_21.jpg

Η Ελλάδα χρειάζεται συμμαχίες, όχι μονομερή πρόσδεση


Η εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα στρατιωτικά, τεχνολογικά και διπλωματικά πλεονεκτήματα.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια τη συνεργασία, αλλά στην πιθανή μετατροπή της σε μονοδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Μια αποτελεσματική ελληνική στρατηγική θα έπρεπε να αξιοποιεί την αμερικανική σχέση, χωρίς να υποβαθμίζει τη σημασία της ευρωπαϊκής άμυνας, των συνεργασιών με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και της ανεξάρτητης διπλωματικής πρωτοβουλίας.
Η στρατηγική αυτονομία δεν συνεπάγεται απομάκρυνση από τη Δύση.
Σημαίνει δυνατότητα διαμόρφωσης εθνικών επιλογών ακόμη και όταν αυτές δεν συμπίπτουν πλήρως με τις προτεραιότητες των ισχυρότερων συμμάχων.
Η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον να μετατραπεί σε πεδίο εφαρμογής στρατηγικών που αποφασίζονται αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον, ούτε να θεωρεί ότι κάθε αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας αποτελεί επαρκές αντάλλαγμα για τη δική της γεωπολιτική χρησιμότητα.

Η πραγματική δοκιμασία θα έρθει στην επόμενη ελληνοτουρκική κρίση


Η ουσία της σημερινής αμερικανοελληνικής προσέγγισης θα κριθεί όταν εμφανιστεί μια σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.
Τότε θα διαπιστωθεί εάν οι αμερικανικές διαβεβαιώσεις διαθέτουν ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο ή εάν η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει μια εξισορρόπηση που θα διατηρεί την Τουρκία εντός της δυτικής στρατηγικής αρχιτεκτονικής, ακόμη και αν αυτή δεν ικανοποιεί τις ελληνικές επιδιώξεις.
Η γεωγραφία εξηγεί γιατί η Ελλάδα είναι σημαντική για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υιοθετήσουν τις ελληνικές θέσεις σε κάθε κρίσιμο ζήτημα.
Η Ουάσιγκτον θέλει μια ισχυρή Ελλάδα που θα εξυπηρετεί τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Αυτό δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με μια Ελλάδα που θα διαθέτει πλήρη ανεξαρτησία επιλογών από την αμερικανική στρατηγική.
Αυτή είναι η θεμελιώδης αντίφαση που οφείλει να αντιμετωπίσει η ελληνική εξωτερική πολιτική.
Διότι η αξία ενός συμμάχου δεν μετριέται μόνο από τα εξοπλιστικά προγράμματα που αγοράζει, τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις που παραχωρεί ή την προθυμία του να συμμετέχει στους σχεδιασμούς μιας υπερδύναμης.
Μετριέται και από την ικανότητά του να διαπραγματεύεται, να διεκδικεί ανταλλάγματα και να διατηρεί την ελευθερία των αποφάσεών του.
Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος για την Ελλάδα θα ήταν να συγχέει τη σημασία της για τις ΗΠΑ με την άνευ όρων υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ελλάδα.
Και το πραγματικό ερώτημα, μετά την επίσκεψη του Marco Rubio, παραμένει αμείλικτο: όταν η Ουάσιγκτον χρειαστεί να επιλέξει ανάμεσα στη διατήρηση της Τουρκίας στη δυτική σφαίρα επιρροής και στην πλήρη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων, ποια προτεραιότητα θα υπερισχύσει;
Μέχρι να δοθεί πειστική απάντηση, η Αθήνα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει ισχυρές συμμαχίες — αλλά κανέναν λόγο να θεωρεί την εξάρτηση συνώνυμο της ασφάλειας.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης