γράφει : ΜΑΡΙΝΑ ΦΟΥΝΤΑ
Οξύτατο πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν οι ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρίες. Οι περισσότερες και ιδιαίτερα από την 15η θεση και κάτω δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στα κόστη λειτουργίας των γραφείων τους, παρά το «λίπος» που είχαν συσσωρεύσει κυρίως τη διετία 2006-2007.
Όπως άλλωστε έδειξαν και τα πρώτα στοιχεία του 2012, οι 10 μεγαλύτερες χρηματιστηριακές ελέγχουν σχεδόν το 72% της αγοράς και κυρίως πραγματοποιούν και τα πακέτα των εισηγμένων, ενώ και οι αποκρατικοποιήσεις θα περάσουν από τις μεγάλες χρηματιστηριακές.
Το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει 74 αχεπευ. Ακόη και οι συγχωνεύσεις-εξαγορές που επιχειρήθηκαν το 2011 δεν είχαν θετική κατάληξη αφού όταν ενώνονται ζημιογόνες εταιρίες το αποτέλεσμα παραμένει αρνητικό.
Οι περισσότερες από τις μικρές χρηματιστηριακές διατηρούνται εν ζωή είτε με πολύ λίγους ιδιώτες πελάτες, είτε διότι οι βασικοί μέτοχοι δεν επιθυμούν να τις κλείσουν και συχνά χρηματοδοτούν τη δραστηριότητά τους. Υπενθυμίζονται και τα πολύ χαμηλά επίπεδα στα οποία έχουν διαμορφωθεί οι προμήθειες των ΑΧΕΠΕΥ.
Ο στόχος των ελληνικών χρηματιστριακών είναι είναι κοινός: να μειωθούν τα κόστη καθώς οι ιδιωτικές χρηματιστηριακές κρατούν μόνο τη διαβίβαση εντολών και μεταφέρουν το κοστοβόρο κομμάτι υπηρεσιών, όπως είναι το ταμείο τίτλων και η εκκαθάριση, στις μεγάλες χρηματιστηριακές που είναι θυγατρικές τραπεζών. Την επίσπευση των συμμαχιών προωθούν κυρίως οι μικρές οικογενειακές χρηματιστηριακές που συζητούν με θυγατρικές τραπεζών και προσφέρουν ένα χαρτοφυλάκιο πελατών αξίας από 5 έως 30 εκατ. ευρώ.
Μάλιστα έχει παρατηρηθεί σε αρκετές χρηματιστηριακές εταιρείες καθυστέρηση στην καταβολή της μισθοδοσίας, ενώ ένα μέτρο που έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται είναι οι απολύσεις προσωπικού σε θέσεις όπως το Ταμείο Τίτλων ή του Αποθετηρίου ή ακόμη και στο dealing room όπου η ηλεκτρονικοποίηση επιτρέπει στις εταιρείες να διατηρούν τον χαμηλότερο δυνατό αριθμό εργαζομένων. Υπολογίζεται ότι το 40% των εργαζομένων που είχαν ξεπεράσει τις 5.500 το 1999 στις χρηματιστηριακές εταιρείες έχει απολυθεί την τελευταία δεκαετία, εξαιτίας του αναιμικού τζίρου της αγοράς και του μεγάλου αριθμού των εταιρειών του κλάδου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2001 οι χρηματιστηριακές εταιρείες ανέρχονταν σε 89 και σήμερα μετά από 9 χρόνια ο αριθμός έχει μειωθεί ελάχιστα στις 74 χρηματιστηριακές. Σημαντικά μερίδια αγοράς κατέχουν τα remote members (μέλη εξ αποστάσεως) όπως είναι η Citigroup Global Market, η Cheuvreux, η UBS και η Merrill Lynch.
Σύμφωνα με τα μηνιαία στοιχεία του Χ.Α. εντοπίζει κανείς το πόσο πολύ έχουν πέσει αναδουλειές στον κλάδο. Από το νούμερο 60 μέχρι και το νούμερο 74 στην κατάσταση των χρηματιστηριακών εταιρειών τα μερίδια αγοράς κινούνται κάτω και από το 0,1%. Θυμίζουμε ότι στη φούσκα του 1999 οι κωδικοί των επενδυτών ξεπερνούσαν το 1,5 εκατομμύριο. Στα παραπάνω να προσθέσουμε και τον μεγάλο αριθμό μετοχών που δεν παρουσιάζουν καθόλου εμπορευσιμότητα και ουσιαστικά πρόκειται για εταιρίες με μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ανέστης Ντόκας
www.bankingnews.gr
Το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει 74 αχεπευ. Ακόη και οι συγχωνεύσεις-εξαγορές που επιχειρήθηκαν το 2011 δεν είχαν θετική κατάληξη αφού όταν ενώνονται ζημιογόνες εταιρίες το αποτέλεσμα παραμένει αρνητικό.
Οι περισσότερες από τις μικρές χρηματιστηριακές διατηρούνται εν ζωή είτε με πολύ λίγους ιδιώτες πελάτες, είτε διότι οι βασικοί μέτοχοι δεν επιθυμούν να τις κλείσουν και συχνά χρηματοδοτούν τη δραστηριότητά τους. Υπενθυμίζονται και τα πολύ χαμηλά επίπεδα στα οποία έχουν διαμορφωθεί οι προμήθειες των ΑΧΕΠΕΥ.
Ο στόχος των ελληνικών χρηματιστριακών είναι είναι κοινός: να μειωθούν τα κόστη καθώς οι ιδιωτικές χρηματιστηριακές κρατούν μόνο τη διαβίβαση εντολών και μεταφέρουν το κοστοβόρο κομμάτι υπηρεσιών, όπως είναι το ταμείο τίτλων και η εκκαθάριση, στις μεγάλες χρηματιστηριακές που είναι θυγατρικές τραπεζών. Την επίσπευση των συμμαχιών προωθούν κυρίως οι μικρές οικογενειακές χρηματιστηριακές που συζητούν με θυγατρικές τραπεζών και προσφέρουν ένα χαρτοφυλάκιο πελατών αξίας από 5 έως 30 εκατ. ευρώ.
Μάλιστα έχει παρατηρηθεί σε αρκετές χρηματιστηριακές εταιρείες καθυστέρηση στην καταβολή της μισθοδοσίας, ενώ ένα μέτρο που έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται είναι οι απολύσεις προσωπικού σε θέσεις όπως το Ταμείο Τίτλων ή του Αποθετηρίου ή ακόμη και στο dealing room όπου η ηλεκτρονικοποίηση επιτρέπει στις εταιρείες να διατηρούν τον χαμηλότερο δυνατό αριθμό εργαζομένων. Υπολογίζεται ότι το 40% των εργαζομένων που είχαν ξεπεράσει τις 5.500 το 1999 στις χρηματιστηριακές εταιρείες έχει απολυθεί την τελευταία δεκαετία, εξαιτίας του αναιμικού τζίρου της αγοράς και του μεγάλου αριθμού των εταιρειών του κλάδου. Είναι αξιοσημείωτο ότι το 2001 οι χρηματιστηριακές εταιρείες ανέρχονταν σε 89 και σήμερα μετά από 9 χρόνια ο αριθμός έχει μειωθεί ελάχιστα στις 74 χρηματιστηριακές. Σημαντικά μερίδια αγοράς κατέχουν τα remote members (μέλη εξ αποστάσεως) όπως είναι η Citigroup Global Market, η Cheuvreux, η UBS και η Merrill Lynch.
Σύμφωνα με τα μηνιαία στοιχεία του Χ.Α. εντοπίζει κανείς το πόσο πολύ έχουν πέσει αναδουλειές στον κλάδο. Από το νούμερο 60 μέχρι και το νούμερο 74 στην κατάσταση των χρηματιστηριακών εταιρειών τα μερίδια αγοράς κινούνται κάτω και από το 0,1%. Θυμίζουμε ότι στη φούσκα του 1999 οι κωδικοί των επενδυτών ξεπερνούσαν το 1,5 εκατομμύριο. Στα παραπάνω να προσθέσουμε και τον μεγάλο αριθμό μετοχών που δεν παρουσιάζουν καθόλου εμπορευσιμότητα και ουσιαστικά πρόκειται για εταιρίες με μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ανέστης Ντόκας
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών