γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Υψηλά επιτόκια παρά τη θέλησή τους συνεχίζουν να δίνουν οι τράπεζες στις προθεσμιακές καταθέσεις, δημιουργώντας παράλληλα επενδυτικές ευκαιρίες σε όσους διαθέτουν την απαραίτητη ρευστότητα.
Ειδικά μετά τη χθεσινή δημοπρασία εντόκων γραμματίων του δημοσίου, το επιτόκιο της οποίας έκλεισε στο 4,9% για έξι μήνες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναγκάζονται να κρατήσουν υψηλά τον πήχη των αποδόσεων, προκειμένου να ανασχέσουν τη φυγή των καταθέσεων.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσπαθούν συστηματικά να «ρίξουν» τα επιτόκια στις προθεσμιακές καταθέσεις, σήμερα για ποσό 100.000 ευρώ μπορεί κανείς να αξιώσει απόδοση της τάξης του 4,6% με 4,7% για τρεις ή έξι μήνες. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το επιτόκιο αυτό δίνει μικρή τράπεζα, όμως κατά μέσο όρο μπορεί κανείς να βρει σχεδόν παντού αποδόσεις άνω του 4%.
Μάλιστα, όπως όλα δείχνουν, εν όψει και των νέων υποβαθμίσεων που έρχονται για την Ελλάδα, ακόμη και μέσα στον Ιανουάριο, πολύ δύσκολα θα μπορέσουν οι τράπεζες να αλλάξουν το χάρτη των αποδόσεων προς όφελος τους, μειώνοντας τα επιτόκια των προθεσμιακών.
Παράλληλα, όσο συνεχίζεται –έστω και με μειωμένους ρυθμούς- η αιμορραγία των καταθέσεων, είτε προς το εξωτερικό είτε (πλέον) για κάλυψη τρεχουσών αναγκών, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα συνεχίσουν να δίνουν «γη και ύδωρ», προκειμένου να δελεάζουν προς αυτά όσους έχουν ρευστότητα.
Ο... χάρτης των αποδόσεων
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, θέλοντας και μη, μικρές και μεγάλες τράπεζες διαθέτουν από το γκισέ τις κλασικές προθεσμιακές καταθέσεις με υψηλό επιτόκιο. Παράλληλα, το τελευταίο διάστημα έχουν κάνει την εμφάνιση τους νέα, δελεαστικά προϊόντα, με κοινό παρανομαστή τις υψηλές αποδόσεις για όσους επιλέξουν να εμπιστευθούν σε αυτές τις οικονομίες τους.
Ξεκινώντας από τα βασικά, ανάλογα με το ποσό, στις «παραδοσιακές» προθεσμιακές καταθέσεις, διάρκειας από 3 έως 12 μήνες, το επιτόκιο κυμαίνεται ανάμεσα στο 3,7% και 4,7% με 4,8% (για μεγάλα ποσά και πριν την αφαίρεση του φόρου του 10%). Κατά κανόνα, όσο μικρότερη η τράπεζα τόσο μεγαλύτερο το επιτόκιο, όμως πλέον στο «παιχνίδι» των υψηλών αποδόσεων έχουν μπει και μεγαλύτερου μεγέθους τράπεζες, οι οποίες αναζητούν ρευστότητα από το εσωτερικό, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους. Αυτό σημαίνει ότι με την κατάλληλη διαπραγμάτευση, και ειδικά αν πρόκειται για «φρέσκο χρήμα», μπορεί κανείς να βρει ιδιαίτερα δελεαστικά επιτόκια και από μεγαλύτερου μεγέθους χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Ενδιαφέρον και για κλιμακωτές καταθέσεις
Την ίδια στιγμή, νέα δεδομένα στις επιλογές των καταθετών δημιουργούν επίσης οι λεγόμενες κλιμακωτές καταθέσεις, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στις «παραδοσιακές» προθεσμιακές, είτε με «μπόνους» επιτόκια σε συγκεκριμένους μήνες, είτε με αύξηση της απόδοσης για όσο ο πελάτης μένει «πιστός».
Σε αυτή την περίπτωση, οι καταθέσεις προσφέρουν κλιμακωτή αύξηση του επιτοκίου κάθε μήνα, δίνοντας υψηλότερες αποδόσεις σε όσους μείνουν «πιστοί» στην τράπεζα για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως 24 μήνες. Μάλιστα –και προκειμένου να δελεάσουν τους υποψήφιους πελάτες- οι τράπεζες διαθέτουν προϊόντα-«κράχτες» στα οποία τα επιτόκια φτάνουν ακόμα και το 10% για ένα μήνα, συνήθως τον τελευταίο. Αυτό συμβαίνει όμως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ο πελάτης θα παραμείνει την τράπεζα, χωρίς να «σηκώσει» μέρος ή το σύνολο από τα χρήματά του.
Στην αντίπερα όχθη, ακόμα πιο υψηλές είναι οι αποδόσεις των εντόκων γραμματίων, καθώς αν κάποιος τα διακρατήσει μέχρι τη λήξη τους, απαλλάσσεται από τον φόρο του 10%. Αυτό σημαίνει ότι –με δεδομένο το επιτόκιο 4,9% της τελευταίας έκδοσης- θα έπρεπε να πάρει μεικτό επιτόκιο άνω του 5,5% από μια παραδοσιακή, εξάμηνη προθεσμιακή κατάθεση, ώστε να μείνει σε ανταγωνιστικό επίπεδο.
Στον αντίποδα όμως, οι μεγάλοι χαμένοι της υπόθεσης δεν είναι άλλοι από τους καταθέτες του ταμιευτηρίου, καθώς σε αυτή την κατηγορία λογαριασμών τα επιτόκια παραμένουν συμβολικά, αρκετά κάτω από το 1%.
Γιώργος Θεοδώρου
www.bankingnews.gr
Έτσι, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσπαθούν συστηματικά να «ρίξουν» τα επιτόκια στις προθεσμιακές καταθέσεις, σήμερα για ποσό 100.000 ευρώ μπορεί κανείς να αξιώσει απόδοση της τάξης του 4,6% με 4,7% για τρεις ή έξι μήνες. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το επιτόκιο αυτό δίνει μικρή τράπεζα, όμως κατά μέσο όρο μπορεί κανείς να βρει σχεδόν παντού αποδόσεις άνω του 4%.
Μάλιστα, όπως όλα δείχνουν, εν όψει και των νέων υποβαθμίσεων που έρχονται για την Ελλάδα, ακόμη και μέσα στον Ιανουάριο, πολύ δύσκολα θα μπορέσουν οι τράπεζες να αλλάξουν το χάρτη των αποδόσεων προς όφελος τους, μειώνοντας τα επιτόκια των προθεσμιακών.
Παράλληλα, όσο συνεχίζεται –έστω και με μειωμένους ρυθμούς- η αιμορραγία των καταθέσεων, είτε προς το εξωτερικό είτε (πλέον) για κάλυψη τρεχουσών αναγκών, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα συνεχίσουν να δίνουν «γη και ύδωρ», προκειμένου να δελεάζουν προς αυτά όσους έχουν ρευστότητα.
Ο... χάρτης των αποδόσεων
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, θέλοντας και μη, μικρές και μεγάλες τράπεζες διαθέτουν από το γκισέ τις κλασικές προθεσμιακές καταθέσεις με υψηλό επιτόκιο. Παράλληλα, το τελευταίο διάστημα έχουν κάνει την εμφάνιση τους νέα, δελεαστικά προϊόντα, με κοινό παρανομαστή τις υψηλές αποδόσεις για όσους επιλέξουν να εμπιστευθούν σε αυτές τις οικονομίες τους.
Ξεκινώντας από τα βασικά, ανάλογα με το ποσό, στις «παραδοσιακές» προθεσμιακές καταθέσεις, διάρκειας από 3 έως 12 μήνες, το επιτόκιο κυμαίνεται ανάμεσα στο 3,7% και 4,7% με 4,8% (για μεγάλα ποσά και πριν την αφαίρεση του φόρου του 10%). Κατά κανόνα, όσο μικρότερη η τράπεζα τόσο μεγαλύτερο το επιτόκιο, όμως πλέον στο «παιχνίδι» των υψηλών αποδόσεων έχουν μπει και μεγαλύτερου μεγέθους τράπεζες, οι οποίες αναζητούν ρευστότητα από το εσωτερικό, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητές τους. Αυτό σημαίνει ότι με την κατάλληλη διαπραγμάτευση, και ειδικά αν πρόκειται για «φρέσκο χρήμα», μπορεί κανείς να βρει ιδιαίτερα δελεαστικά επιτόκια και από μεγαλύτερου μεγέθους χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Ενδιαφέρον και για κλιμακωτές καταθέσεις
Την ίδια στιγμή, νέα δεδομένα στις επιλογές των καταθετών δημιουργούν επίσης οι λεγόμενες κλιμακωτές καταθέσεις, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στις «παραδοσιακές» προθεσμιακές, είτε με «μπόνους» επιτόκια σε συγκεκριμένους μήνες, είτε με αύξηση της απόδοσης για όσο ο πελάτης μένει «πιστός».
Σε αυτή την περίπτωση, οι καταθέσεις προσφέρουν κλιμακωτή αύξηση του επιτοκίου κάθε μήνα, δίνοντας υψηλότερες αποδόσεις σε όσους μείνουν «πιστοί» στην τράπεζα για μεγάλο χρονικό διάστημα, έως 24 μήνες. Μάλιστα –και προκειμένου να δελεάσουν τους υποψήφιους πελάτες- οι τράπεζες διαθέτουν προϊόντα-«κράχτες» στα οποία τα επιτόκια φτάνουν ακόμα και το 10% για ένα μήνα, συνήθως τον τελευταίο. Αυτό συμβαίνει όμως μόνο υπό την προϋπόθεση ότι ο πελάτης θα παραμείνει την τράπεζα, χωρίς να «σηκώσει» μέρος ή το σύνολο από τα χρήματά του.
Στην αντίπερα όχθη, ακόμα πιο υψηλές είναι οι αποδόσεις των εντόκων γραμματίων, καθώς αν κάποιος τα διακρατήσει μέχρι τη λήξη τους, απαλλάσσεται από τον φόρο του 10%. Αυτό σημαίνει ότι –με δεδομένο το επιτόκιο 4,9% της τελευταίας έκδοσης- θα έπρεπε να πάρει μεικτό επιτόκιο άνω του 5,5% από μια παραδοσιακή, εξάμηνη προθεσμιακή κατάθεση, ώστε να μείνει σε ανταγωνιστικό επίπεδο.
Στον αντίποδα όμως, οι μεγάλοι χαμένοι της υπόθεσης δεν είναι άλλοι από τους καταθέτες του ταμιευτηρίου, καθώς σε αυτή την κατηγορία λογαριασμών τα επιτόκια παραμένουν συμβολικά, αρκετά κάτω από το 1%.
Γιώργος Θεοδώρου
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών