γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Σε έναν καταστροφικό φαύλο κύκλο αύξησης των επιτοκίων, τόσο στις καταθέσεις όσο και τα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες έχουν μπει τους τελευταίους μήνες οι τράπεζες.
Παρά το γεγονός ότι το «ακριβό χρήμα» τσακίζει τους ισολογισμούς τους, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αναγκάζονται να μπουν σε έναν «πόλεμο αποδόσεων» στις προθεσμιακές καταθέσεις, προσφέροντας ονομαστικά επιτόκια που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν το 4,5%.
Και αυτό, παρά τα συνεχόμενα «καμπανάκια» που έχει χτυπήσει η Τράπεζα της Ελλάδος, ζητώντας πιεστικά αποκλιμάκωση των επιτοκίων, τα οποία θεωρεί «μη βιώσιμα».
Μάλιστα, ενώ και οι ίδιοι οι τραπεζίτες σε φάσεις είχαν επιδιώξει να ρίξουν συντεταγμένα τα επιτόκια των καταθέσεων, οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό, καθώς η ανάγκη για «ζεστό χρήμα» είναι πολύ μεγάλη.
Την ίδια στιγμή, το τελευταίο διάστημα μια σειρά από τράπεζες έχουν προχωρήσει σε σιωπηρές αυξήσεις επιτοκίων στα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Παρά το ότι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει μείνει αμετάβλητο εδώ και αρκετούς μήνες στο 1% και το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor κινείται στα αντίστοιχα επίπεδα, οι αυξήσεις των επιτοκίων στο «πλαστικό χρήμα» αλλά και στην καταναλωτική πίστη ξεπερνούν συνολικά τη μία μονάδα.
Και το γεγονός αυτό συντελεί στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου επισφαλειών, καθώς –όσο αυξάνουν τα επιτόκια, τόσο οι δανειολήπτες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ανεβάζοντας κατά συνέπεια τα χρέη που βρίσκονται «στο κόκκινο».
Γιατί ανεβαίνουν τα επιτόκια των καταθέσεων
Η αδυναμία πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά, η «αιμορραγία» καταθέσεων τόσο προς το εξωτερικό όσο και για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών αλλά και ο έμμεσος ανταγωνισμός από τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου είναι οι τρεις βασικοί λόγοι που οδηγούν στην εκτίναξη των επιτοκίων στις καταθέσεις.
Αναλυτικότερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις –και αυτές για ποσά που δεν καλύπτουν παρά ένα ψήγμα των αναγκών- οι ελληνικές τράπεζες είναι αποκλεισμένες από τη διατραπεζική αγορά. Ουσιαστικά τους τελευταίους μήνες βασίζουν τη ρευστότητα τους αποκλειστικά και μόνο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην οποία οφείλουν περί τα 90 δις. ευρώ. Έτσι, αναγκάζονται να στραφούν στην εσωτερική αγορά, προσφέροντας υψηλά επιτόκια προκειμένου να δελεάσουν τους πελάτες τους.
Την ίδια στιγμή όμως και η «δεξαμενή» των εγχώριων καταθέσεων έχει αρχίσει να στερεύει. Τόσο επειδή η κρίση έχει οδηγήσει κάποιους στο να μεταφέρουν χρήματα στο εξωτερικό, όσο και επειδή –για να καλύψουν τρέχουσες ανάγκες- επιχειρήσεις και νοικοκυριά αναγκάζονται να «τρώνε από τα έτοιμα», αναλώνοντας ποσά που έχουν σε καταθέσεις. Έτσι, καθώς πολλές τράπεζες ανταγωνίζονται για μια διαρκώς συρρικνούμενη πίτα, είναι λογικό τα επιτόκια να αυξάνονται.
Παράλληλα, το γαϊτανάκι των υψηλών αποδόσεων συντηρεί η ύπαρξη ενός ακόμη «παίκτη» στην αγορά, του Ελληνικού δημοσίου. Οι εκδόσεις εντόκων γραμματίων τρίμηνης ή και εξάμηνης διάρκειας είναι ευθέως ανταγωνιστικές προς τις προθεσμιακές, προσφέροντας μάλιστα ιδιαίτερα υψηλές και αφορολόγητες αποδόσεις. Μέσα στο 2010 υπήρξαν εξάμηνες εκδόσεις με αφορολόγητο επιτόκιο άνω του 4,8% και τρίμηνες με αφορολόγητη απόδοση 4,5%. Αυτό σημαίνει ότι, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, οι τράπεζες θα πρέπει να προσφέρουν ονομαστικά επιτόκια της τάξης του 5%.
Πώς εξηγείται η άνοδος των επιτοκίων στην καταναλωτική πίστη
Το γεγονός ότι οι τράπεζες αγοράζουν ακριβά τη ρευστότητα τους έχει άμεση συνέπεια και στα κόστη δανεισμού προς τους πελάτες τους. Και οι πρώτοι που «πληρώνουν» τη στρέβλωση αυτή είναι εκείνοι που διαθέτουν χρέη σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, τα επιτόκια των οποίων «καλπάζουν»
Ο λόγος για τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μεταφέρουν πρώτα εκεί τα αυξημένα κόστη δανεισμού είναι η απουσία οποιαδήποτε εξασφάλισης έναντι του δανειολήπτη. Με άλλα λόγια, αν κάποιος πελάτης τους δεν μπορεί ή δεν θέλει να πληρώσει τις δόσεις τους, οι τράπεζες ουσιαστικά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για να διεκδικήσουν τα χρήματα τους. Με δεδομένη μάλιστα την αναστολή των πλειστηριασμών, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θεωρούν «χαμένα» τα χρήματα των επισφαλειών. Έτσι, μεταφέρουν το αυξημένο κόστος –και ρίσκο- στην πηγή, ανεβάζοντας εξ’ αρχής τα επιτόκια, ώστε σε αυτά να συμπεριλάβουν και τη «χασούρα» από τις επισφάλειες.
Μάλιστα, με δεδομένο ότι τα «κόκκινα δάνεια» στην καταναλωτική πίστη έχουν εκτιναχθεί τους τελευταίους μήνες, είναι αντίστοιχα λογικό από την πλευρά των τραπεζών να ανεβάσουν και τα επιτόκια. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τράπεζες στις οποίες οι επισφάλειες στις πιστωτικές κάρτες ξεπερνούν το 20% ενώ κατά μέσο όρο ένα ποσοστό κοντά στο 15% των οφειλών σε καταναλωτική πίστη θεωρείται επισφαλές.
Την ίδια στιγμή πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και οι ίδιες οι τράπεζες δεν θέλουν να διαθέσουν την όποια ρευστότητα τους προκειμένου να χρηματοδοτήσουν μη εξασφαλισμένες χορηγήσεις. Έτσι, ανεβάζοντας τα επιτόκια δανεισμού ουσιαστικά αποθαρρύνουν τους υποψήφιους νέους πελάτες από τα «απλά» καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Αντί αυτών τους προτείνουν άλλα προϊόντα, με σαφώς χαμηλότερα επιτόκια, αλλά υπό την προϋπόθεση της προσημείωσης περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι και αυτές εξασφαλισμένες.
Γιώργος Θεοδώρου
www.bankingnews.gr
Και αυτό, παρά τα συνεχόμενα «καμπανάκια» που έχει χτυπήσει η Τράπεζα της Ελλάδος, ζητώντας πιεστικά αποκλιμάκωση των επιτοκίων, τα οποία θεωρεί «μη βιώσιμα».
Μάλιστα, ενώ και οι ίδιοι οι τραπεζίτες σε φάσεις είχαν επιδιώξει να ρίξουν συντεταγμένα τα επιτόκια των καταθέσεων, οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό, καθώς η ανάγκη για «ζεστό χρήμα» είναι πολύ μεγάλη.
Την ίδια στιγμή, το τελευταίο διάστημα μια σειρά από τράπεζες έχουν προχωρήσει σε σιωπηρές αυξήσεις επιτοκίων στα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Παρά το ότι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει μείνει αμετάβλητο εδώ και αρκετούς μήνες στο 1% και το διατραπεζικό επιτόκιο Euribor κινείται στα αντίστοιχα επίπεδα, οι αυξήσεις των επιτοκίων στο «πλαστικό χρήμα» αλλά και στην καταναλωτική πίστη ξεπερνούν συνολικά τη μία μονάδα.
Και το γεγονός αυτό συντελεί στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου επισφαλειών, καθώς –όσο αυξάνουν τα επιτόκια, τόσο οι δανειολήπτες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ανεβάζοντας κατά συνέπεια τα χρέη που βρίσκονται «στο κόκκινο».
Γιατί ανεβαίνουν τα επιτόκια των καταθέσεων
Η αδυναμία πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά, η «αιμορραγία» καταθέσεων τόσο προς το εξωτερικό όσο και για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών αλλά και ο έμμεσος ανταγωνισμός από τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου είναι οι τρεις βασικοί λόγοι που οδηγούν στην εκτίναξη των επιτοκίων στις καταθέσεις.
Αναλυτικότερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις –και αυτές για ποσά που δεν καλύπτουν παρά ένα ψήγμα των αναγκών- οι ελληνικές τράπεζες είναι αποκλεισμένες από τη διατραπεζική αγορά. Ουσιαστικά τους τελευταίους μήνες βασίζουν τη ρευστότητα τους αποκλειστικά και μόνο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην οποία οφείλουν περί τα 90 δις. ευρώ. Έτσι, αναγκάζονται να στραφούν στην εσωτερική αγορά, προσφέροντας υψηλά επιτόκια προκειμένου να δελεάσουν τους πελάτες τους.
Την ίδια στιγμή όμως και η «δεξαμενή» των εγχώριων καταθέσεων έχει αρχίσει να στερεύει. Τόσο επειδή η κρίση έχει οδηγήσει κάποιους στο να μεταφέρουν χρήματα στο εξωτερικό, όσο και επειδή –για να καλύψουν τρέχουσες ανάγκες- επιχειρήσεις και νοικοκυριά αναγκάζονται να «τρώνε από τα έτοιμα», αναλώνοντας ποσά που έχουν σε καταθέσεις. Έτσι, καθώς πολλές τράπεζες ανταγωνίζονται για μια διαρκώς συρρικνούμενη πίτα, είναι λογικό τα επιτόκια να αυξάνονται.
Παράλληλα, το γαϊτανάκι των υψηλών αποδόσεων συντηρεί η ύπαρξη ενός ακόμη «παίκτη» στην αγορά, του Ελληνικού δημοσίου. Οι εκδόσεις εντόκων γραμματίων τρίμηνης ή και εξάμηνης διάρκειας είναι ευθέως ανταγωνιστικές προς τις προθεσμιακές, προσφέροντας μάλιστα ιδιαίτερα υψηλές και αφορολόγητες αποδόσεις. Μέσα στο 2010 υπήρξαν εξάμηνες εκδόσεις με αφορολόγητο επιτόκιο άνω του 4,8% και τρίμηνες με αφορολόγητη απόδοση 4,5%. Αυτό σημαίνει ότι, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, οι τράπεζες θα πρέπει να προσφέρουν ονομαστικά επιτόκια της τάξης του 5%.
Πώς εξηγείται η άνοδος των επιτοκίων στην καταναλωτική πίστη
Το γεγονός ότι οι τράπεζες αγοράζουν ακριβά τη ρευστότητα τους έχει άμεση συνέπεια και στα κόστη δανεισμού προς τους πελάτες τους. Και οι πρώτοι που «πληρώνουν» τη στρέβλωση αυτή είναι εκείνοι που διαθέτουν χρέη σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, τα επιτόκια των οποίων «καλπάζουν»
Ο λόγος για τον οποίο τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μεταφέρουν πρώτα εκεί τα αυξημένα κόστη δανεισμού είναι η απουσία οποιαδήποτε εξασφάλισης έναντι του δανειολήπτη. Με άλλα λόγια, αν κάποιος πελάτης τους δεν μπορεί ή δεν θέλει να πληρώσει τις δόσεις τους, οι τράπεζες ουσιαστικά δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για να διεκδικήσουν τα χρήματα τους. Με δεδομένη μάλιστα την αναστολή των πλειστηριασμών, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θεωρούν «χαμένα» τα χρήματα των επισφαλειών. Έτσι, μεταφέρουν το αυξημένο κόστος –και ρίσκο- στην πηγή, ανεβάζοντας εξ’ αρχής τα επιτόκια, ώστε σε αυτά να συμπεριλάβουν και τη «χασούρα» από τις επισφάλειες.
Μάλιστα, με δεδομένο ότι τα «κόκκινα δάνεια» στην καταναλωτική πίστη έχουν εκτιναχθεί τους τελευταίους μήνες, είναι αντίστοιχα λογικό από την πλευρά των τραπεζών να ανεβάσουν και τα επιτόκια. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τράπεζες στις οποίες οι επισφάλειες στις πιστωτικές κάρτες ξεπερνούν το 20% ενώ κατά μέσο όρο ένα ποσοστό κοντά στο 15% των οφειλών σε καταναλωτική πίστη θεωρείται επισφαλές.
Την ίδια στιγμή πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι και οι ίδιες οι τράπεζες δεν θέλουν να διαθέσουν την όποια ρευστότητα τους προκειμένου να χρηματοδοτήσουν μη εξασφαλισμένες χορηγήσεις. Έτσι, ανεβάζοντας τα επιτόκια δανεισμού ουσιαστικά αποθαρρύνουν τους υποψήφιους νέους πελάτες από τα «απλά» καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες. Αντί αυτών τους προτείνουν άλλα προϊόντα, με σαφώς χαμηλότερα επιτόκια, αλλά υπό την προϋπόθεση της προσημείωσης περιουσιακών στοιχείων, ώστε να είναι και αυτές εξασφαλισμένες.
Γιώργος Θεοδώρου
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών