γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Μπορεί πολλοί αναλυτές να διατείνονται τελευταία ότι τα δύσκολα στην κρίση της ευρωζώνης έχουν παρέλθει και ότι το κλίμα έχει βελτιωθεί πολύ, ορισμένες δηλώσεις αποκτούν ιδιαίτερα σημασία για τις εκτιμήσεις που αναφέρονται στο μέλλον του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και των χωρών.
Μόλις χτες, ο Ολλανδός πρωθυπουργός, Mark Rutte ζήτησε η επιλογή εξόδου μιας χώρας από το ευρώ να μπορεί να είναι εφικτή, δείχνοντας έτσι τις προθέσεις του πυρήνα της ευρωζώνης για τη διατήρηση του ευρώ ακόμη και αν μία χώρα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της συμμετοχής σε μία νομισματική Ένωση. Η πρόταση αυτή, δε, αποκτά ιδιαίτερο νόημα αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Υπουργός Οικονομικών του Rutte, ο J. Dijsselbloem, ανέλαβε την προεδρεία του Eurogroup, διαδεχόμενος τον φιλοευρωπαϊστή και συνετό J. C. Juncker.
Προφανώς, και η πρόταση αυτή δεν είχε άλλους αποδέκτες, από την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και οι Ευρωπαίοι, έχουν δηλώσει το τελευταίο διάστημα ότι επιθυμούν την Ελλάδα μέλος της ευρωζώνης, αποκλείοντας στην ουσία ένα αρνητικό σενάριο, η εισαγωγή έστω αυτής της εναλλακτικής επιλογής, θα είναι μια νέα πηγή αποσταθεροποίησης για το ευρώ. Η εμπιστοσύνη των αγορών, των επενδυτών και των φορολογούμενων θα κλονιστεί, και μόνο στην ιδέα ότι εάν δεν «βγαίνουν» τα νούμερα, τότε η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, με ότι αυτό συνεπάγεται, θα είναι εφικτή. Θα έχει τεθεί, με άλλα λόγια, η επιλογή της «αυτοκτονίας» στο τραπέζι, με τους εμπλεκόμενους να βλέπουν μπροστά τους τον κίνδυνο μιας ακραίας πολιτικής απόφασης.
Η αβεβαιότητα και οι αρνητικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν επιτείνονται αν αναλογιστεί κανείς και τις πιθανές επιπλοκές που θα δημιουργούσε μια τέτοια επιλογή στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα είναι πολύ πιθανόν ότι η απόφαση εξόδου από το ευρώ θα συνοδευόταν από προσφυγή στις κάλπες, καθώς η κυβέρνηση θα ζητούσε νομιμοποίηση για μια τόσο σημαντική επιλογή. Τα εκλογικά αποτελέσματα θα ήταν εξαιρετικά αβέβαια δημιουργώντας ασταθείς κυβερνήσεις. Την ίδια ώρα ακόμη και με την επιλογή εξόδου από το ευρώ, οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την μακροπρόθεσμη επιβίωση της ελληνικής οικονομίας. Η υποτίμηση που θα υπάρξει στο νόμισμα απλώς θα δώσει μια «περίοδο χάριτος», όπου οι μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να πραγματοποιηθούν σε πιο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες. Ακόμα λοιπόν και αν δεχθεί κανείς αυτή την υπόθεση, η περίοδος μετά την υποτίμηση είναι απλώς ένα μεταβατικό στάδιο όπου θα πρέπει να υλοποιηθούν όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα (και όχι την ανταγωνιστικότητα) της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο, αν όχι εντελώς απίθανο, ότι μια, κατά πάσα πιθανότητα, ασταθής κυβέρνηση οριακής αυτοδυναμίας ή συνεργασίας, θα κατάφερνε να προχωρήσει σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δυσκολεύεται να υλοποιήσει αυτή την στιγμή μια κυβέρνηση με σχετικά άνετη πλειοψηφία.
Υπό αυτές τις συνθήκες μάλλον θα οδηγούμασταν σε μια διαδικασία διαδοχικών υποτιμήσεων, οι οποίες όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ιστορική εμπειρία δεν θα επίλυαν τα δομικά προβλήματα της Ελλάδας. Μια τέτοια εξέλιξη, είναι σίγουρο ότι θα μειώσει την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα την «μόνιμη» έξοδο από τις αγορές, και την ανάγκη συνεχούς προσφυγής στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι αδικαιολόγητη και η αντίδραση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο ζητά όλο και πιο συχνά να υπάρξει σχέδιο απομείωσης του ελληνικού χρέους. Είναι άλλωστε γνωστό ότι στόχος του ΔΝΤ είναι να διαφυλάξει τα κεφάλαια που έχει χορηγήσει, γεγονός που θα είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί εάν η Ελλάδα βγει από την ευρωζώνη.
Είναι σχεδόν κοινή αίσθηση ότι μέχρι το Φθινόπωρο, οι εξελίξεις στην ευρωζώνη θα κυλήσουν σχετικά ήρεμα. Ωστόσο, το χρονικό σημείο εκείνο, όταν δηλαδή θα πραγματοποιηθούν οι γερμανικές εκλογές, θα είναι και η έναρξη μιας νέας σειράς γεγονότων, που μπορεί να ανατρέψουν σημαντικές ισορροπίες στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η ολλανδική πρόταση, σαφώς και είναι προάγγελος των προθέσεων του σκληρού πυρήνα, ακόμη και αν στους επόμενους μήνες δεν δούμε κάποια σημαντική εξέλιξη που να προωθείται η θεσμοθέτηση του.
www.bankingnews.gr
Προφανώς, και η πρόταση αυτή δεν είχε άλλους αποδέκτες, από την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και οι Ευρωπαίοι, έχουν δηλώσει το τελευταίο διάστημα ότι επιθυμούν την Ελλάδα μέλος της ευρωζώνης, αποκλείοντας στην ουσία ένα αρνητικό σενάριο, η εισαγωγή έστω αυτής της εναλλακτικής επιλογής, θα είναι μια νέα πηγή αποσταθεροποίησης για το ευρώ. Η εμπιστοσύνη των αγορών, των επενδυτών και των φορολογούμενων θα κλονιστεί, και μόνο στην ιδέα ότι εάν δεν «βγαίνουν» τα νούμερα, τότε η επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, με ότι αυτό συνεπάγεται, θα είναι εφικτή. Θα έχει τεθεί, με άλλα λόγια, η επιλογή της «αυτοκτονίας» στο τραπέζι, με τους εμπλεκόμενους να βλέπουν μπροστά τους τον κίνδυνο μιας ακραίας πολιτικής απόφασης.
Η αβεβαιότητα και οι αρνητικές επιπτώσεις που θα υπάρξουν επιτείνονται αν αναλογιστεί κανείς και τις πιθανές επιπλοκές που θα δημιουργούσε μια τέτοια επιλογή στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα είναι πολύ πιθανόν ότι η απόφαση εξόδου από το ευρώ θα συνοδευόταν από προσφυγή στις κάλπες, καθώς η κυβέρνηση θα ζητούσε νομιμοποίηση για μια τόσο σημαντική επιλογή. Τα εκλογικά αποτελέσματα θα ήταν εξαιρετικά αβέβαια δημιουργώντας ασταθείς κυβερνήσεις. Την ίδια ώρα ακόμη και με την επιλογή εξόδου από το ευρώ, οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για την μακροπρόθεσμη επιβίωση της ελληνικής οικονομίας. Η υποτίμηση που θα υπάρξει στο νόμισμα απλώς θα δώσει μια «περίοδο χάριτος», όπου οι μεταρρυθμίσεις θα μπορέσουν να πραγματοποιηθούν σε πιο ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες. Ακόμα λοιπόν και αν δεχθεί κανείς αυτή την υπόθεση, η περίοδος μετά την υποτίμηση είναι απλώς ένα μεταβατικό στάδιο όπου θα πρέπει να υλοποιηθούν όλες εκείνες οι μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα βελτιώσουν την παραγωγικότητα (και όχι την ανταγωνιστικότητα) της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό είναι εξαιρετικά αμφίβολο, αν όχι εντελώς απίθανο, ότι μια, κατά πάσα πιθανότητα, ασταθής κυβέρνηση οριακής αυτοδυναμίας ή συνεργασίας, θα κατάφερνε να προχωρήσει σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες δυσκολεύεται να υλοποιήσει αυτή την στιγμή μια κυβέρνηση με σχετικά άνετη πλειοψηφία.
Υπό αυτές τις συνθήκες μάλλον θα οδηγούμασταν σε μια διαδικασία διαδοχικών υποτιμήσεων, οι οποίες όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ιστορική εμπειρία δεν θα επίλυαν τα δομικά προβλήματα της Ελλάδας. Μια τέτοια εξέλιξη, είναι σίγουρο ότι θα μειώσει την αξιοπιστία της χώρας, με αποτέλεσμα την «μόνιμη» έξοδο από τις αγορές, και την ανάγκη συνεχούς προσφυγής στον Ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι αδικαιολόγητη και η αντίδραση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο ζητά όλο και πιο συχνά να υπάρξει σχέδιο απομείωσης του ελληνικού χρέους. Είναι άλλωστε γνωστό ότι στόχος του ΔΝΤ είναι να διαφυλάξει τα κεφάλαια που έχει χορηγήσει, γεγονός που θα είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί εάν η Ελλάδα βγει από την ευρωζώνη.
Είναι σχεδόν κοινή αίσθηση ότι μέχρι το Φθινόπωρο, οι εξελίξεις στην ευρωζώνη θα κυλήσουν σχετικά ήρεμα. Ωστόσο, το χρονικό σημείο εκείνο, όταν δηλαδή θα πραγματοποιηθούν οι γερμανικές εκλογές, θα είναι και η έναρξη μιας νέας σειράς γεγονότων, που μπορεί να ανατρέψουν σημαντικές ισορροπίες στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η ολλανδική πρόταση, σαφώς και είναι προάγγελος των προθέσεων του σκληρού πυρήνα, ακόμη και αν στους επόμενους μήνες δεν δούμε κάποια σημαντική εξέλιξη που να προωθείται η θεσμοθέτηση του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών