γράφει : Αλεξάνδρα Τόμπρα
Τη δικιά του πρόταση για το σχέδιο επίλυσης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους διατυπώνει στην τελευταία έκθεση του το Ινστιτούτο Bruegel, η οποία ωστόσο δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί το τελευταίο διάστημα.
Στην 22σέλιδη έκθεση του με τίτλο "The Greek debt trap: an escape plan» (η παγίδα του ελληνικού χρέους: ένα σχέδιο απόδρασης), που παρουσιάζει το www.bankingnews.gr, υπάρχουν τέσσερις επιλογές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μείωση του ελληνικού χρέους, χωρίς να προκαλέσουν άμεσες απώλειες στις άλλες κυβερνήσεις της ευρωζώνης.
Αυτές είναι:
(α) Μείωση του επιτοκίου δανεισμού στις 50 μονάδες βάσης υψηλότερα από το 3μηνο Euribor,
(β) Ανταλλαγή ελληνικών ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ (ή οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες) στην τιμή κτήσης, η οποία υπολογίζεται στο 83% της ονομαστικής,
(γ) Επαναγορά του χρέους που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών με απόδοση πώλησης 7% (χρηματοδοτούμενη με δάνεια από τον EFSF/ESM)
(δ)Αποκρατικοποιήσεις με την αρωγή της ΕΕ ή της ΕΤΕπ
(ε) Συνδυασμός των παραπάνω
Το νέο βασικό σενάριο για την Ελλάδα περιλαμβάνει έτσι την διετή επιμήκυνση και μία ασθενέστερη οικονομία, ενώ υποδεικνύει περαιτέρω κατάρρευση της δυναμικής του ελληνικού χρέους, σε σχέση με την πρόβλεψη του Μαρτίου. Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, με τα σημερινά δεδομένα θα κορυφωθεί στο 192% του ΑΕΠ τη διετία 2014-2015 (έναντι πρόβλεψης για 170% το 2013), ενώ είναι απίθανο να πέσει στο 120% ως το 2020.
Μονόδρομος για την διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι ο συνδυασμός της μείωσης του κόστους δανεισμού στην Ευρωζώνη, της απεμπόλησης των κερδών που θα απέφεραν στην ΕΚΤ τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει, αλλά και της μεταφοράς του κόστους στήριξης της ελληνικής οικονομίας στον Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, υποστηρίζουν οι αναλυτές του Ινστιτούτου.
Παράλληλα, το Eurogroup θα πρέπει να επεκτείνει την εφαρμογή του προγράμματος για μία διετία, ως το 2016, προκειμένου να περιοριστεί ο οικονομικός αντίκτυπος από την περαιτέρω λιτότητα. Το επιπλέον δημοσιονομικό κόστος για την Ελλάδα, από μία επιμήκυνση, θα οδηγήσει σε ανάγκες επιπλέον χρηματοδότησης με 22 δισ. ευρώ ή 11% του ΑΕΠ, την τριετία 2013-2016.
Το ινστιτούτο θυμίζει ότι μετά το προηγούμενο «κούρεμα» χρέους την περασμένη Άνοιξη, το 70% του δημόσιου χρέους της Ελλάδας βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα και όχι ιδιωτών επενδυτών, έτσι «λίγα κέρδη μπορεί να αποφέρει η εμπλοκή των ιδιωτών» στη νέα αναδιάρθρωση.
Αν και έχουν ήδη μειωθεί τα επιτόκια στην Ευρωζώνη κατά περίπου 70 μονάδες βάσης, το Ινστιτούτο εκτιμά ότι θα προσφέρουν μέτρια μόνο ανακούφιση στην ροή χρήματος προς την Ελλάδα την τριετία 2013-2016, ενώ ελάχιστα θα επηρεάσουν μακροπρόθεσμα την εξέλιξη του δημόσιου χρέους της χώρας. Η EKT θα πρέπει να εγκαταλείψει κέρδη από τις θέσεις της σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους, σε συνδυασμό με μείωση των αποδόσεών τους, προκειμένου να βοηθήσει να «κλείσουν οι τρύπες» στα δημοσιονομικά.
Σε κάθε περίπτωση, εάν εφαρμοστούν αυτές οι κινήσεις και ενισχυθούν με μετάθεση του κόστους στήριξης του τραπεζικού τομέα (25% του ΑΕΠ) στον Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, αντί του προϋπολογισμού, τα ελλείμματα θα αντιμετωπιστούν και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα υποχωρήσει, καταλήγει η ανάλυση.
www.bankingnews.gr
Αυτές είναι:
(α) Μείωση του επιτοκίου δανεισμού στις 50 μονάδες βάσης υψηλότερα από το 3μηνο Euribor,
(β) Ανταλλαγή ελληνικών ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ (ή οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες) στην τιμή κτήσης, η οποία υπολογίζεται στο 83% της ονομαστικής,
(γ) Επαναγορά του χρέους που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών με απόδοση πώλησης 7% (χρηματοδοτούμενη με δάνεια από τον EFSF/ESM)
(δ)Αποκρατικοποιήσεις με την αρωγή της ΕΕ ή της ΕΤΕπ
(ε) Συνδυασμός των παραπάνω
Το νέο βασικό σενάριο για την Ελλάδα περιλαμβάνει έτσι την διετή επιμήκυνση και μία ασθενέστερη οικονομία, ενώ υποδεικνύει περαιτέρω κατάρρευση της δυναμικής του ελληνικού χρέους, σε σχέση με την πρόβλεψη του Μαρτίου. Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, με τα σημερινά δεδομένα θα κορυφωθεί στο 192% του ΑΕΠ τη διετία 2014-2015 (έναντι πρόβλεψης για 170% το 2013), ενώ είναι απίθανο να πέσει στο 120% ως το 2020.
Μονόδρομος για την διασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι ο συνδυασμός της μείωσης του κόστους δανεισμού στην Ευρωζώνη, της απεμπόλησης των κερδών που θα απέφεραν στην ΕΚΤ τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει, αλλά και της μεταφοράς του κόστους στήριξης της ελληνικής οικονομίας στον Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, υποστηρίζουν οι αναλυτές του Ινστιτούτου.
Παράλληλα, το Eurogroup θα πρέπει να επεκτείνει την εφαρμογή του προγράμματος για μία διετία, ως το 2016, προκειμένου να περιοριστεί ο οικονομικός αντίκτυπος από την περαιτέρω λιτότητα. Το επιπλέον δημοσιονομικό κόστος για την Ελλάδα, από μία επιμήκυνση, θα οδηγήσει σε ανάγκες επιπλέον χρηματοδότησης με 22 δισ. ευρώ ή 11% του ΑΕΠ, την τριετία 2013-2016.
Το ινστιτούτο θυμίζει ότι μετά το προηγούμενο «κούρεμα» χρέους την περασμένη Άνοιξη, το 70% του δημόσιου χρέους της Ελλάδας βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα και όχι ιδιωτών επενδυτών, έτσι «λίγα κέρδη μπορεί να αποφέρει η εμπλοκή των ιδιωτών» στη νέα αναδιάρθρωση.
Αν και έχουν ήδη μειωθεί τα επιτόκια στην Ευρωζώνη κατά περίπου 70 μονάδες βάσης, το Ινστιτούτο εκτιμά ότι θα προσφέρουν μέτρια μόνο ανακούφιση στην ροή χρήματος προς την Ελλάδα την τριετία 2013-2016, ενώ ελάχιστα θα επηρεάσουν μακροπρόθεσμα την εξέλιξη του δημόσιου χρέους της χώρας. Η EKT θα πρέπει να εγκαταλείψει κέρδη από τις θέσεις της σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους, σε συνδυασμό με μείωση των αποδόσεών τους, προκειμένου να βοηθήσει να «κλείσουν οι τρύπες» στα δημοσιονομικά.
Σε κάθε περίπτωση, εάν εφαρμοστούν αυτές οι κινήσεις και ενισχυθούν με μετάθεση του κόστους στήριξης του τραπεζικού τομέα (25% του ΑΕΠ) στον Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, αντί του προϋπολογισμού, τα ελλείμματα θα αντιμετωπιστούν και το δημόσιο χρέος της Ελλάδας θα υποχωρήσει, καταλήγει η ανάλυση.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών