γράφει : Πέτρος Λεωτσάκος
Σε διαιτησία καταλήγει η κόντρα που ξέσπασε μεταξύ Alpha και Eurobank μετά την οριστική ρήξη στην προσπάθεια συγχώνευσης των δύο τραπεζών. Το προανήγγειλε ο Ν Νανόπουλος ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank στην γενική συνέλευση στις 29 Ιουνίου.
Η Eurobank προσέφυγε στην διαιτησία με το βασικό επιχείρημα ότι η Alpha bank αθέτησε την συμφωνία συγχώνευσης.
Η Eurobank προσέφυγε στην διαιτησία με το βασικό επιχείρημα ότι η Alpha bank αθέτησε την συμφωνία συγχώνευσης.
Η Eurobank λοιπόν προσέφυγε στην διαιτησία και με την ρήτρα 50 εκατ δεν αποκλείεται να ζητήσει και αποζημίωση.
Τα 50 εκατ δεν αποτελούν αποζημίωση αλλά ένα πάγιο ποσό που συνοδεύει το αίτημα διαιτησίας.
Το αίτημα αποζημίωσης αποτελεί ξεχωριστή υπόθεση και θα διαφανεί προσεχώς αν η Eurobank θέλει να ζητήσει αποζημίωση.
Η προσφυγή μιας επιχειρηματικής διαφοράς στην διαιτησία απομακρύνει την πιθανότητα συμβιβασμού και προφανώς αυξάνει την κόντρα μεταξύ των αντιδίκων δηλαδή μεταξύ Alpha και Eurobank.
H Eurobank είχε κάθε έννομο δικαίωμα να προχωρήσει όπως θεωρούσε ότι έπρεπε να κινηθεί αλλά από την άλλη οι επιχειρηματικές διαφορές που καταλήγουν στην διαιτησία αυξάνουν την πόλωση.
Ο θεσμός στην Ελλάδα δεν είναι διαδεδομένος όπως στο εξωτερικό.
Στην Ελλάδα η κουλτούρα είναι οι διαφορές να επιλύονται σε επίπεδο κορυφής.
H Eurobank με την προσφυγή σε διαιτησία θέλει να καταδείξει ότι η υπαναχώρηση της Alpha από το deal ζημίωσε την τράπεζα και τους μετόχους της.
Θα επικαλεστεί ότι η Alpha γνώριζε το ύψος του haircut δηλαδή της ζημίας που θα προκύψει από τα ομόλογα ενώ θα επαναλάβει ίσως το βασικό επιχείρημα ότι για το ύψος των συνεργειών κοντά στα 700 με 800 εκατ η Alpha το είχε αποδεχθεί καθώς η μελέτη που υπήρξε πραγματοποιήθηκε με στελέχη και των 2 τραπεζών από τον οίκο McKinsey.
Από την πλευρά της η Alpha θα επικαλεστεί το βασικό επιχείρημα ότι λόγω του PSI+ και της Blackrock οι 2 τράπεζες θα χρειαστούν για να ανακεφαλαιοποιηθούν 8,5 με 9 δις ευρώ άρα το deal δεν μπορούσε να στηρίξει το σχέδιο της αυτονομίας και αυτοτέλειας.
Το σχήμα AlphaEurobank θα κατέληγε να είναι απόλυτα εξαρτώμενο από τα κεφάλαια του ΤΧΣ ενώ θα αμφισβητήσει και την κλίμακα των συνεργειών όπως είχε αρχικώς εκτιμηθεί.
Όμως η ουσία παραμένει άπαξ και οι δύο τράπεζες δεν φαίνεται να θέλουν να συμβιβαστούν.
Τι σημαίνει διαιτησία
Η διαιτησία αποτελεί τη βασικότερη ίσως εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών σε σχέση με τη δικαστηριακή οδό με βάση άρθρο που δημοσιεύτηκε σε νομικό περιοδικό.
Θεμέλιο λίθο της διαιτησίας αποτελεί η βούληση των μερών να υπάγουν τις όποιες διαφορές προκύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση όχι στα δικαστήρια, αλλά στους διαιτητές, οι οποίοι θα εκδώσουν μία απόφαση νομικά δεσμευτική για τα μέρη. Το κατά πόσο οι διαιτητές είναι δικαστές, σύμφωνα με τη νομική έννοια του όρου, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Στο σημείο αυτό αρκεί να αναφέρουμε ότι η σύγχρονη τάση είναι αντίθετη προς αυτή τη θέση (πρβλ. Nordsee κατά Reederei, ΔΕΚ, αριθμ. υποθ. 102/81 σε συνδ. Άρθρο 234 (πρ. 177) ΕΚ ).
Η διαιτησία αποτελεί θεσμό γνωστό από την εποχή των Ρωμαίων. Σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δίκαιο τα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εισάγουν στη συμφωνία τους ένα διπλό όρο (com-promissum), ο οποίος θα προέβλεπε ότι εάν ένα μέρος δεν τιμούσε τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος ένα είδος ποινικής ρήτρας. Σε αυτή την περίπτωση τα ρωμαϊκά δικαστήρια δε θα εκτελούσαν τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, αλλά θα επέβαλλαν τη καταβολή της ποινικής ρήτρας. Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει, αλλά όχι η βασική ιδέα της διαιτησίας που έγκειται στη συμφωνία αντισυμβαλλομένων μερών να φέρουν μία διαφορά τους προς επίλυση μπροστά σε ένα τρίτο μέρος κοινής αποδοχής.
Σε διεθνές επίπεδο τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι όλο και περισσότερες συμφωνίες περιέχουν ρήτρες διαιτησίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στα σημαντικά πλεονεκτήματα που εμφανίζει η διαιτησία, με κυριότερα την ελαστικότητα και την εμπιστευτικότητα των διαδικασιών, την επιλογή διαιτητή από τα μέρη και την ταχύτητα της διαδικασίας. Εξάλλου, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο (με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων – 1958, για την Ελλάδα βλπ. ν.δ. 4220/1961) οι διαιτητικές αποφάσεις έχουν άμεση εκτελεστότητα (Άρθρο 3 της ανωτ. Σύμβασης). Στον αντίποδα βρίσκονται το κόστος, οι περιορισμοί των εξουσιών των διαιτητών, η έλλειψη δεσμευτικότητας της διαιτητικής απόφασης για μη συμβληθέντα μέρη και η έλλειψη νομολογιακής ισχύς παρελθόντων διαιτητικών αποφάσεων.
Είναι γεγονός ότι τόσο τα πλεονεκτήματα, όσο και τα μειονεκτήματα, δεν είναι απόλυτα, αλλά τίθενται υπό αμφισβήτηση, καθώς κάθε διαιτησία εμφανίζει ξεχωριστές ιδιαιτερότητες και κατά συνέπεια ξεχωριστές ανάγκες.
Επίσης, σε διαιτησία δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που είναι δυνατόν να ανακύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση. Κατά κύριο λόγο σε διαιτησία είναι δυνατόν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εάν τα μέρη που συμφωνούν να τις υπαγάγουν, «έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς» ( Άρθρο 867 ΚΠολΔ). Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε διαιτησία διαφορές δημοσίου δικαίου, όπως τα ζητήματα ποινικού δικαίου. Παραδείγματα ζητημάτων μη δυνάμενα να υπαχθούν σε διαιτησία αποτελούν οι διαφορές οικογενειακού δικαίου, πτωχευτικού δίκαιου και τα ζητήματα της κατοχύρωσης σημάτων και ευρεσιτεχνιών. Όριο στο τι δύναται να αποτελέσει και τι όχι αντικείμενο διαιτησίας αποτελεί η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Βέβαια, η σύγχρονη τάση, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, είναι να δίνεται η δυνατότητα στα μέρη να υπαγάγουν σε διαιτησία όλο και περισσότερα θέματα, τα οποία παλαιότερα βρίσκονταν στο απυρόβλητο της δημόσιας τάξης.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της διαιτησίας είναι ότι «η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα» (Άρθρο 895, παρ. 1 ΚΠολΔ). Το γεγονός αυτό αφενός εξασφαλίζει ταχύτητα στην έκδοση διαιτητικής απόφασης με ισχύ εκτελεστού τίτλου, αφετέρου δεν είναι απόλυτο, δεδομένου ότι δίνεται η δυνατότητα ολικής ή μερικής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με δικαστική απόφαση, αλλά για συγκεκριμένους και περιορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο, ενώ η άσκηση της αγωγής ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
Επιπρόσθετα, είναι δυνατόν τα μέρη να υπαγάγουν μία διαφορά σε διαιτησία είτε σε κάποιο μόνιμο διαιτητικό δικαστήριο, όπως αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 902 ΚΠολΔ, είτε να συστήσουν ένα ad hoc διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Όσον αφορά στην Ελλάδα, στις εμπορικές διαιτησίες, οι οποίες δεν ενέχουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ (Άρθρα 867 επ.), ενώ για τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες ισχύει ο Νόμος 2735/1999 (ετέθη σε εφαρμογή στις 18 Αυγούστου 1999) με τον οποίο η Ελλάδα υιοθέτησε τον πρότυπο νόμο της UNCITRAL σχετικά με τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία. Ακόμη, είναι δυνατόν μία διαιτησία να λάβει χώρα σύμφωνα με τους κανονισμούς μόνιμων διαιτητικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν συσταθεί από οργανισμούς, όπως το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (ICC).
Συνοψίζοντας, ο θεσμός της διαιτησίας εμφανίζει τόσο ενδιαφέρον, όσο και ευελιξία, υπό τη προϋπόθεση ότι τα μέρη – και σύμφωνα με τις υποδείξεις των δικηγόρων τους – κάνουν σωστή χρήση, η οποία αποτελεί συνάρτηση τόσο των αναγκών τους, όσο και της επίδικης διαφοράς. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν απαντάται ευρεία χρήση του θεσμού, κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει τόσο στην έλλειψη εξοικείωσης με το θεσμό, όσο και στη νοοτροπία αγοράς. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια ο θεσμός πιθανότατα θα γνωρίσει και στην Ελλάδα την άνθιση που επιβάλλει η διεθνής εμπορική πραγματικότητα.
www.bankingnews.gr
Τα 50 εκατ δεν αποτελούν αποζημίωση αλλά ένα πάγιο ποσό που συνοδεύει το αίτημα διαιτησίας.
Το αίτημα αποζημίωσης αποτελεί ξεχωριστή υπόθεση και θα διαφανεί προσεχώς αν η Eurobank θέλει να ζητήσει αποζημίωση.
Η προσφυγή μιας επιχειρηματικής διαφοράς στην διαιτησία απομακρύνει την πιθανότητα συμβιβασμού και προφανώς αυξάνει την κόντρα μεταξύ των αντιδίκων δηλαδή μεταξύ Alpha και Eurobank.
H Eurobank είχε κάθε έννομο δικαίωμα να προχωρήσει όπως θεωρούσε ότι έπρεπε να κινηθεί αλλά από την άλλη οι επιχειρηματικές διαφορές που καταλήγουν στην διαιτησία αυξάνουν την πόλωση.
Ο θεσμός στην Ελλάδα δεν είναι διαδεδομένος όπως στο εξωτερικό.
Στην Ελλάδα η κουλτούρα είναι οι διαφορές να επιλύονται σε επίπεδο κορυφής.
H Eurobank με την προσφυγή σε διαιτησία θέλει να καταδείξει ότι η υπαναχώρηση της Alpha από το deal ζημίωσε την τράπεζα και τους μετόχους της.
Θα επικαλεστεί ότι η Alpha γνώριζε το ύψος του haircut δηλαδή της ζημίας που θα προκύψει από τα ομόλογα ενώ θα επαναλάβει ίσως το βασικό επιχείρημα ότι για το ύψος των συνεργειών κοντά στα 700 με 800 εκατ η Alpha το είχε αποδεχθεί καθώς η μελέτη που υπήρξε πραγματοποιήθηκε με στελέχη και των 2 τραπεζών από τον οίκο McKinsey.
Από την πλευρά της η Alpha θα επικαλεστεί το βασικό επιχείρημα ότι λόγω του PSI+ και της Blackrock οι 2 τράπεζες θα χρειαστούν για να ανακεφαλαιοποιηθούν 8,5 με 9 δις ευρώ άρα το deal δεν μπορούσε να στηρίξει το σχέδιο της αυτονομίας και αυτοτέλειας.
Το σχήμα AlphaEurobank θα κατέληγε να είναι απόλυτα εξαρτώμενο από τα κεφάλαια του ΤΧΣ ενώ θα αμφισβητήσει και την κλίμακα των συνεργειών όπως είχε αρχικώς εκτιμηθεί.
Όμως η ουσία παραμένει άπαξ και οι δύο τράπεζες δεν φαίνεται να θέλουν να συμβιβαστούν.
Τι σημαίνει διαιτησία
Η διαιτησία αποτελεί τη βασικότερη ίσως εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών σε σχέση με τη δικαστηριακή οδό με βάση άρθρο που δημοσιεύτηκε σε νομικό περιοδικό.
Θεμέλιο λίθο της διαιτησίας αποτελεί η βούληση των μερών να υπάγουν τις όποιες διαφορές προκύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση όχι στα δικαστήρια, αλλά στους διαιτητές, οι οποίοι θα εκδώσουν μία απόφαση νομικά δεσμευτική για τα μέρη. Το κατά πόσο οι διαιτητές είναι δικαστές, σύμφωνα με τη νομική έννοια του όρου, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Στο σημείο αυτό αρκεί να αναφέρουμε ότι η σύγχρονη τάση είναι αντίθετη προς αυτή τη θέση (πρβλ. Nordsee κατά Reederei, ΔΕΚ, αριθμ. υποθ. 102/81 σε συνδ. Άρθρο 234 (πρ. 177) ΕΚ ).
Η διαιτησία αποτελεί θεσμό γνωστό από την εποχή των Ρωμαίων. Σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δίκαιο τα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εισάγουν στη συμφωνία τους ένα διπλό όρο (com-promissum), ο οποίος θα προέβλεπε ότι εάν ένα μέρος δεν τιμούσε τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος ένα είδος ποινικής ρήτρας. Σε αυτή την περίπτωση τα ρωμαϊκά δικαστήρια δε θα εκτελούσαν τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, αλλά θα επέβαλλαν τη καταβολή της ποινικής ρήτρας. Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει, αλλά όχι η βασική ιδέα της διαιτησίας που έγκειται στη συμφωνία αντισυμβαλλομένων μερών να φέρουν μία διαφορά τους προς επίλυση μπροστά σε ένα τρίτο μέρος κοινής αποδοχής.
Σε διεθνές επίπεδο τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι όλο και περισσότερες συμφωνίες περιέχουν ρήτρες διαιτησίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στα σημαντικά πλεονεκτήματα που εμφανίζει η διαιτησία, με κυριότερα την ελαστικότητα και την εμπιστευτικότητα των διαδικασιών, την επιλογή διαιτητή από τα μέρη και την ταχύτητα της διαδικασίας. Εξάλλου, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο (με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων – 1958, για την Ελλάδα βλπ. ν.δ. 4220/1961) οι διαιτητικές αποφάσεις έχουν άμεση εκτελεστότητα (Άρθρο 3 της ανωτ. Σύμβασης). Στον αντίποδα βρίσκονται το κόστος, οι περιορισμοί των εξουσιών των διαιτητών, η έλλειψη δεσμευτικότητας της διαιτητικής απόφασης για μη συμβληθέντα μέρη και η έλλειψη νομολογιακής ισχύς παρελθόντων διαιτητικών αποφάσεων.
Είναι γεγονός ότι τόσο τα πλεονεκτήματα, όσο και τα μειονεκτήματα, δεν είναι απόλυτα, αλλά τίθενται υπό αμφισβήτηση, καθώς κάθε διαιτησία εμφανίζει ξεχωριστές ιδιαιτερότητες και κατά συνέπεια ξεχωριστές ανάγκες.
Επίσης, σε διαιτησία δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που είναι δυνατόν να ανακύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση. Κατά κύριο λόγο σε διαιτησία είναι δυνατόν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εάν τα μέρη που συμφωνούν να τις υπαγάγουν, «έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς» ( Άρθρο 867 ΚΠολΔ). Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε διαιτησία διαφορές δημοσίου δικαίου, όπως τα ζητήματα ποινικού δικαίου. Παραδείγματα ζητημάτων μη δυνάμενα να υπαχθούν σε διαιτησία αποτελούν οι διαφορές οικογενειακού δικαίου, πτωχευτικού δίκαιου και τα ζητήματα της κατοχύρωσης σημάτων και ευρεσιτεχνιών. Όριο στο τι δύναται να αποτελέσει και τι όχι αντικείμενο διαιτησίας αποτελεί η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Βέβαια, η σύγχρονη τάση, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, είναι να δίνεται η δυνατότητα στα μέρη να υπαγάγουν σε διαιτησία όλο και περισσότερα θέματα, τα οποία παλαιότερα βρίσκονταν στο απυρόβλητο της δημόσιας τάξης.
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της διαιτησίας είναι ότι «η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα» (Άρθρο 895, παρ. 1 ΚΠολΔ). Το γεγονός αυτό αφενός εξασφαλίζει ταχύτητα στην έκδοση διαιτητικής απόφασης με ισχύ εκτελεστού τίτλου, αφετέρου δεν είναι απόλυτο, δεδομένου ότι δίνεται η δυνατότητα ολικής ή μερικής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με δικαστική απόφαση, αλλά για συγκεκριμένους και περιορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο, ενώ η άσκηση της αγωγής ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.
Επιπρόσθετα, είναι δυνατόν τα μέρη να υπαγάγουν μία διαφορά σε διαιτησία είτε σε κάποιο μόνιμο διαιτητικό δικαστήριο, όπως αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 902 ΚΠολΔ, είτε να συστήσουν ένα ad hoc διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Όσον αφορά στην Ελλάδα, στις εμπορικές διαιτησίες, οι οποίες δεν ενέχουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ (Άρθρα 867 επ.), ενώ για τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες ισχύει ο Νόμος 2735/1999 (ετέθη σε εφαρμογή στις 18 Αυγούστου 1999) με τον οποίο η Ελλάδα υιοθέτησε τον πρότυπο νόμο της UNCITRAL σχετικά με τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία. Ακόμη, είναι δυνατόν μία διαιτησία να λάβει χώρα σύμφωνα με τους κανονισμούς μόνιμων διαιτητικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν συσταθεί από οργανισμούς, όπως το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (ICC).
Συνοψίζοντας, ο θεσμός της διαιτησίας εμφανίζει τόσο ενδιαφέρον, όσο και ευελιξία, υπό τη προϋπόθεση ότι τα μέρη – και σύμφωνα με τις υποδείξεις των δικηγόρων τους – κάνουν σωστή χρήση, η οποία αποτελεί συνάρτηση τόσο των αναγκών τους, όσο και της επίδικης διαφοράς. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν απαντάται ευρεία χρήση του θεσμού, κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει τόσο στην έλλειψη εξοικείωσης με το θεσμό, όσο και στη νοοτροπία αγοράς. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια ο θεσμός πιθανότατα θα γνωρίσει και στην Ελλάδα την άνθιση που επιβάλλει η διεθνής εμπορική πραγματικότητα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών