Οι πρόσφατες μετρήσεις παρουσιάζουν μια ΝΔ που παραμένει πρώτη, αλλά ταυτόχρονα καταγράφουν ρευστότητα, αναποφάσιστους και σημαντική διάθεση μετακίνησης σε τμήματα του εκλογικού σώματος.
Υπάρχει ένα στοιχείο που αρχίζει να απασχολεί σοβαρά όσους παρακολουθούν τις μετρήσεις και, κυρίως, εκείνους που στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι άλλο η δημοσκοπική καταγραφή και άλλο η συμπεριφορά μπροστά στην κάλπη.
Πρόκειται για το λεγόμενο «βουβό ρεύμα»: ψηφοφόρους που δεν έχουν αποφασίσει ή δεν αισθάνονται την ανάγκη να αποκαλύψουν την τελική τους επιλογή, ακόμη και όταν συμμετέχουν στις έρευνες.
Δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί θα στραφούν εναντίον της Νέας Δημοκρατίας.
Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων της οποίας η τελική συμπεριφορά δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το πολιτικό σκηνικό πιο ρευστό από όσο δείχνουν οι στατικές φωτογραφίες των δημοσκοπήσεων.
Το 2023 το «σιωπηλό» ρεύμα λειτούργησε διαφορετικά
Η σύγκριση με το 2023 έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τότε, ένα μέρος των ψηφοφόρων που δεν εξέφραζε με ιδιαίτερη ένταση τις προθέσεις του τελικά επέλεξε τη Νέα Δημοκρατία.
Η πολιτική συγκυρία ήταν διαφορετική και το βασικό δίλημμα για αρκετούς πολίτες συνδεόταν με τη σταθερότητα και με το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία μέσω ενός νέου μοντέλου προοδευτικής διακυβέρνησης.
Σήμερα, όμως, το πολιτικό περιβάλλον δεν είναι το ίδιο.
Η κυβέρνηση βρίσκεται μετά από δύο θητείες, η φθορά του χρόνου είναι αντικειμενικά διαφορετική παράμετρος και η ψήφος δεν διεξάγεται πλέον πάνω στο ίδιο δίλημμα που κυριάρχησε στις εκλογές του 2023.
Από την «ασφάλεια» στην απαίτηση για μήνυμα
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να εξακολουθεί να θεωρεί τη Νέα Δημοκρατία ισχυρότερο κυβερνητικό πόλο, αλλά ταυτόχρονα να μη θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να την επιβραβεύσει για τρίτη φορά.
Η πολιτική ψυχολογία της κάλπης μπορεί, επομένως, να μετακινηθεί από την επιλογή «ποιος εγγυάται σταθερότητα» στην επιλογή «πώς θα στείλω μήνυμα δυσαρέσκειας».
Και οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι η διάσταση αυτή υπάρχει.
Σε δημοσκόπηση της Interview, το 28% δήλωσε ότι στόχος της ψήφου του θα ήταν η διαμαρτυρία προς το πολιτικό σύστημα συνολικά, ενώ 18% απάντησε ότι θα ψήφιζε με στόχο να περιορίσει τη δύναμη της κυβέρνησης.
Ο Σαμαράς ως πιθανός υποδοχέας της διαμαρτυρίας
Σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προοπτική δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά τελικά προχωρήσει, θα επιχειρήσει να απευθυνθεί σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Κεντροδεξιάς που αισθάνεται ότι έχει απομακρυνθεί από τη σημερινή ΝΔ.
Ο ίδιος ο Σαμαράς έχει διατυπώσει εδώ και καιρό τις διαφωνίες του με επιλογές της κυβέρνησης σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, κοινωνικής πολιτικής, ακρίβειας και στήριξης της μεσαίας τάξης.
Και αυτό δημιουργεί έναν διαφορετικό τύπο πολιτικής πρότασης: όχι μια αντισυστημική επιλογή από τα άκρα, αλλά μια προσπάθεια συγκρότησης εναλλακτικού πόλου μέσα από την ευρύτερη παράδοση της Κεντροδεξιάς.
Οι μετρήσεις καταγράφουν ήδη ενδιαφέρον για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, χωρίς βεβαίως αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε πραγματική εκλογική μετακίνηση.
Σε πρόσφατες έρευνες, πάντως, εμφανίζεται αξιοσημείωτη δυνητική ψήφος για ένα κόμμα υπό τον Σαμαρά.
Το Μαξίμου δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένους τους «απομακρυσμένους»
Η λογική ότι οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι της θα επιστρέψουν τελικά από συνήθεια, φόβος ή επειδή «δεν υπάρχει άλλη λύση» δεν αποτελεί ασφαλή υπόθεση.
Άλλο ο ψηφοφόρος που δηλώνει προσωρινά δυσαρεστημένος και άλλο εκείνος που έχει ξεκινήσει να αναζητά πολιτική διέξοδο εκτός του κυβερνητικού κόμματος .
Αυτό το δεύτερο κομμάτι είναι που μπορεί να γίνει κρίσιμο εάν παραμείνει ενεργό μέχρι την κάλπη.
Γιατί ένα «βουβό» ρεύμα δεν χρειάζεται να δηλώνει καθημερινά την οργή του.
Μπορεί απλώς να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκφράσει στην κάλπη.
Η πραγματική μάχη θα δοθεί σε όσους δεν μιλούν
Γι' αυτό και οι δημοσκοπήσεις, όσο χρήσιμες κι αν είναι, δεν μπορούν από μόνες τους να λύσουν τον γρίφο.
Οι πρόσφατες μετρήσεις παρουσιάζουν μια ΝΔ που παραμένει πρώτη, αλλά ταυτόχρονα καταγράφουν ρευστότητα, αναποφασιστούς και σημαντική διάθεση μετακίνησης σε τμήματα του εκλογικού σώματος.
Υπάρχει και δεύτερη παράμετρος.
Οι νέοι, οι οποίοι δεν στηρίζουν ΝΔ και το κυριότερο δεν εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις.
Είτε κλείνουν το τηλέφωνο, είτε δεν ανοίγουν τη σύνδεση σύνδεσης των δημοσκοπήσεων, είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που δεν μπορεί να μετρηθεί.
Και δείχνουν να πηγαίνουν σε πιο αντισυστημικές λύσεις.
Σωτήρης Πίκουλας
www.bankingnews.gr
Πρόκειται για το λεγόμενο «βουβό ρεύμα»: ψηφοφόρους που δεν έχουν αποφασίσει ή δεν αισθάνονται την ανάγκη να αποκαλύψουν την τελική τους επιλογή, ακόμη και όταν συμμετέχουν στις έρευνες.
Δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί θα στραφούν εναντίον της Νέας Δημοκρατίας.
Σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων της οποίας η τελική συμπεριφορά δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το πολιτικό σκηνικό πιο ρευστό από όσο δείχνουν οι στατικές φωτογραφίες των δημοσκοπήσεων.
Το 2023 το «σιωπηλό» ρεύμα λειτούργησε διαφορετικά
Η σύγκριση με το 2023 έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Τότε, ένα μέρος των ψηφοφόρων που δεν εξέφραζε με ιδιαίτερη ένταση τις προθέσεις του τελικά επέλεξε τη Νέα Δημοκρατία.
Η πολιτική συγκυρία ήταν διαφορετική και το βασικό δίλημμα για αρκετούς πολίτες συνδεόταν με τη σταθερότητα και με το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα στην εξουσία μέσω ενός νέου μοντέλου προοδευτικής διακυβέρνησης.
Σήμερα, όμως, το πολιτικό περιβάλλον δεν είναι το ίδιο.
Η κυβέρνηση βρίσκεται μετά από δύο θητείες, η φθορά του χρόνου είναι αντικειμενικά διαφορετική παράμετρος και η ψήφος δεν διεξάγεται πλέον πάνω στο ίδιο δίλημμα που κυριάρχησε στις εκλογές του 2023.
Από την «ασφάλεια» στην απαίτηση για μήνυμα
Ένας ψηφοφόρος μπορεί να εξακολουθεί να θεωρεί τη Νέα Δημοκρατία ισχυρότερο κυβερνητικό πόλο, αλλά ταυτόχρονα να μη θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να την επιβραβεύσει για τρίτη φορά.
Η πολιτική ψυχολογία της κάλπης μπορεί, επομένως, να μετακινηθεί από την επιλογή «ποιος εγγυάται σταθερότητα» στην επιλογή «πώς θα στείλω μήνυμα δυσαρέσκειας».
Και οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι η διάσταση αυτή υπάρχει.
Σε δημοσκόπηση της Interview, το 28% δήλωσε ότι στόχος της ψήφου του θα ήταν η διαμαρτυρία προς το πολιτικό σύστημα συνολικά, ενώ 18% απάντησε ότι θα ψήφιζε με στόχο να περιορίσει τη δύναμη της κυβέρνησης.
Ο Σαμαράς ως πιθανός υποδοχέας της διαμαρτυρίας
Σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προοπτική δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά τελικά προχωρήσει, θα επιχειρήσει να απευθυνθεί σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι της Κεντροδεξιάς που αισθάνεται ότι έχει απομακρυνθεί από τη σημερινή ΝΔ.
Ο ίδιος ο Σαμαράς έχει διατυπώσει εδώ και καιρό τις διαφωνίες του με επιλογές της κυβέρνησης σε ζητήματα εθνικής πολιτικής, κοινωνικής πολιτικής, ακρίβειας και στήριξης της μεσαίας τάξης.
Και αυτό δημιουργεί έναν διαφορετικό τύπο πολιτικής πρότασης: όχι μια αντισυστημική επιλογή από τα άκρα, αλλά μια προσπάθεια συγκρότησης εναλλακτικού πόλου μέσα από την ευρύτερη παράδοση της Κεντροδεξιάς.
Οι μετρήσεις καταγράφουν ήδη ενδιαφέρον για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, χωρίς βεβαίως αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε πραγματική εκλογική μετακίνηση.
Σε πρόσφατες έρευνες, πάντως, εμφανίζεται αξιοσημείωτη δυνητική ψήφος για ένα κόμμα υπό τον Σαμαρά.
Το Μαξίμου δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένους τους «απομακρυσμένους»
Η λογική ότι οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι της θα επιστρέψουν τελικά από συνήθεια, φόβος ή επειδή «δεν υπάρχει άλλη λύση» δεν αποτελεί ασφαλή υπόθεση.
Άλλο ο ψηφοφόρος που δηλώνει προσωρινά δυσαρεστημένος και άλλο εκείνος που έχει ξεκινήσει να αναζητά πολιτική διέξοδο εκτός του κυβερνητικού κόμματος .
Αυτό το δεύτερο κομμάτι είναι που μπορεί να γίνει κρίσιμο εάν παραμείνει ενεργό μέχρι την κάλπη.
Γιατί ένα «βουβό» ρεύμα δεν χρειάζεται να δηλώνει καθημερινά την οργή του.
Μπορεί απλώς να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκφράσει στην κάλπη.
Η πραγματική μάχη θα δοθεί σε όσους δεν μιλούν
Γι' αυτό και οι δημοσκοπήσεις, όσο χρήσιμες κι αν είναι, δεν μπορούν από μόνες τους να λύσουν τον γρίφο.
Οι πρόσφατες μετρήσεις παρουσιάζουν μια ΝΔ που παραμένει πρώτη, αλλά ταυτόχρονα καταγράφουν ρευστότητα, αναποφασιστούς και σημαντική διάθεση μετακίνησης σε τμήματα του εκλογικού σώματος.
Υπάρχει και δεύτερη παράμετρος.
Οι νέοι, οι οποίοι δεν στηρίζουν ΝΔ και το κυριότερο δεν εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις.
Είτε κλείνουν το τηλέφωνο, είτε δεν ανοίγουν τη σύνδεση σύνδεσης των δημοσκοπήσεων, είναι ένας αστάθμητος παράγοντας που δεν μπορεί να μετρηθεί.
Και δείχνουν να πηγαίνουν σε πιο αντισυστημικές λύσεις.
Σωτήρης Πίκουλας
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών