Οικονομία

Κομισιόν: Καλύτερη και ταχύτερη η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας - Στο 4,3% η ανάπτυξη το 2021, στο 6% το 2022

Κομισιόν: Καλύτερη και ταχύτερη η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας - Στο 4,3% η ανάπτυξη το 2021, στο 6% το 2022
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένει υψηλή

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης νωρίτερα από το αναμενόμενο, παρά της μεταγενέστερης του προγραμματισμένου επανέναρξης της οικονομικής δραστηριότητας.
Αυτό αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην 11η Έκθεση Αξιολόγησης των θεσμών, στην οποία επαναλαμβάνει τις εκτιμήσεις ότι το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 4,3% το 2021 και κατά 6,0% το 2022, λαμβάνοντας υπόψη την επενδυτική ώθηση από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και σε αντιδιαστολή με την πανηγυρική αναθεώρηση της κυβέρνησης στο 5,9%.
Η έκθεση παραπέμπει στις φθινοπωρινές προβλέψεις της Κομισιόν οι οποίες θα δημοσιοποιηθούν το Νοέμβριο.
Σε γενικές γραμμές είναι μια έκθεση χωρίς ιδιαίτερες επισημάνσεις καθώς δεν συνδέεται με αποφάσεις για νέες εκταμιεύσεις κερδών από τα ελληνικά ομόλογα.

Image
Παραμένει η αβεβαιότητα

Αφού εξαίρει τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένης και της απάντησης στις καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν τη χώρα τον Αύγουστο, η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις προοπτικές παραμένει υψηλή ιδίως σε σχέση με την πρόσφατη έξαρση των κρουσμάτων COVID-19 το καλοκαίρι λόγω της εξάπλωσης των νέων μεταλλάξεων.
Η έκθεση αναδεικνύει τους κινδύνους που οδηγούν σε αύξηση του δημοσιονομικού κόστους και σε νέες επιβαρύνσεις στο έλλειμμα, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση που ο εμβολιασμός δεν φτάσει στα προσδοκώμενα επίπεδα οπότε θα υπάρξει περαιτέρω παράταση των μέτρων στήριξης ή τι θα γίνει με τις εκκρεμείς δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά των συνταξιούχων.

Ικανοποιητικές οι μεταρρυθμίσες

Η έκθεση διαπιστώνει ικανοποιητικούς ρυθμούς στο πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων σε διάφορους τομείς όπως στο σκέλος των ιδιωτικοποιήσεων, με ιδιαίτερες αναφορές στο έργο του Ελληνικού και τη ΔΕΠΑ υποδομών, στην πρόοδο στην ΑΑΔΕ αλλά χτυπά καμπανάκι για την περιορισμένη πρόοδο στην εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς ιδιώτες.
Στο τέλος Ιουλίου το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών ανέρχονταν σε 900 εκατ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον συνολικό στόχο που είχε τεθεί κατά περίπου 500 εκατ. ευρώ.
«Αυτή η σημαντική απόκλιση εγείρει ανησυχίες, ιδίως λόγω της εκτεταμένης επανεκτίμησης του στόχου εκκαθάρισης που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της 10ης έκθεσης.
Παράλληλα, καλεί τις ελληνικές αρχές να επιταχύνουν και να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά και να αποτρέψουν τη συσσώρευση νέων.
Αναφορικά με τις εκκρεμείς συντάξεις, σημειώνεται ότι ο στόχος για ουσιαστική εκκαθάριση τους έως τον Ιούνιο του 2021 δεν έχει εκπληρωθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου, το ύψος των εκκρεμών συντάξεων ανέρχονταν στα 564 εκατ. ευρώ δηλαδή 274 εκατ. ευρώ πάνω από το στόχο που είχε τεθεί.

Οι τιτλοποιήσεις έχουν πλήξει την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών

Οι ανάγκες των προβλέψεων και οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων έχουν μειώσει την κερδοφορία των τραπεζών.
Ως αποτέλεσμα αυτού, οι τράπεζες συνέχισαν να καταγράφουν ζημίες στο πρώτο τρίμηνο του 2021.
Ωστόσο τα καθαρά έσοδα αυξήθηκαν.
Ειδικότερα, εφάπαξ τα έσοδα από συναλλαγές που συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο κρατικών ομολόγων βοήθησαν, ενώ τα καθαρά έσοδα από τόκους ήταν ανθεκτικά ως αποτέλεσμα του χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης λόγω της άφθονης ρευστότητας που εξασφαλίζουν οι αυξανόμενες καταθέσεις και η χρηματοδότηση του Ευρωσυστήματος.
Στην περίπτωση δύο συστημικών τραπεζών, τα αποτελέσματα ενισχύθηκαν επίσης από το χαμηλότερο κόστος κινδύνου, καθώς αρχίζουν να αποκομίζουν τα οφέλη τους από την απομόχλευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ταυτόχρονα, το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε από ορισμένα μη επαναλαμβανόμενα κόστη αναδιάρθρωσης.
Εξαιρουμένων αυτών, το λειτουργικό κόστος μειώθηκε, αντικατοπτρίζοντας τις προσπάθειες μείωσης του προσωπικού και των υποκαταστημάτων τους.
Τα καθαρά περιθώρια τόκων αναμένεται να παραμείνουν χαμηλά, ενώ τα μεγέθη για το δεύτερο εξάμηνο του 2021 θα επηρεαστούν από:
(i) την ικανότητα των τραπεζών να μειώσουν περαιτέρω τις ανάγκες τους,
(ii) την οικονομική δραστηριότητα, η οποία θα επηρεάσει τη ζήτηση για νέα δάνεια, και
(iii) τη δυνατότητα των τραπεζών να βρουν εναλλακτικές πηγές εσόδων.
Περαιτέρω η μείωση του κόστους και η εκμετάλλευση της ψηφιακής μετάβασης θα είναι άλλες βασικές προκλήσεις το επόμενο διάστημα.

Σταθερή η κεφαλαιακή θέση

Η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2021 παρέμεινε σε γενικές γραμμές επαρκής παρά τις απώλειες που καταγράφηκαν λόγω της πανδημίας, την εκκαθάριση των ισολογισμών και τη σταδιακή κατάργηση των μεταβατικών προληπτικών προσαρμογών.
Ο μέσος όρος των δεικτών κοινών ιδίων κεφαλαίων Tier 1 και του συνολικού κεφαλαίου διαμορφώθηκε σε ενοποιημένη βάση στο 13,6% και το 15,6% των σταθμισμένων περιουσιακών στοιχείων, αντίστοιχα.
Αυτό συνεπάγεται μείωση σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και σε σύγκριση με το τέλος του 2019 (16,2% και 17,3% αντίστοιχα), καθώς οι τράπεζες έχουν προβλέψει εμπροσθοβαρώς τον αντίκτυπο της πανδημίας και τις επικείμενες τιτλοποιήσεις.

Οριακή επιδείνωση του δείκτη NPEs

Η οριακή επιδείνωση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων το πρώτο τρίμηνο του 2021 αναμένεται να αντιστραφεί τα επόμενα τρίμηνα λόγω των περαιτέρω τιτλοποιήσεωμ στο πλαίσιο του Ηρακλή.
Μετά από τη συνεχή βελτίωση το 2020, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε τον Μάρτιο του 2021, στο 30,3%.
Ο λόγος αυτής της μικρής αύξησης είναι η αύξηση των αθετήσεων πληρωμών κατά το 1ο τρίμηνο του έτους, ειδικά στα εταιρικά και καταναλωτικά δάνεια, με τρεις από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να καταγράφουν καθαρές εισροές μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ωστόσο, η μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να συνεχιστεί από το 2ο τρίμηνο του έτους, καθώς τρεις ακόμη συναλλαγές ολοκληρώθηκαν επίσημα από τα τέλη Ιουνίου 2021 στο πλαίσιο του Ηρακλή, φτάνοντας σε ένα συνολικό χαρτοφυλάκιο τιτλοποιημένων μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους περίπου 17 δισ. ευρώ.
Οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες σχεδιάζουν να διαθέσουν επιπλέον 24 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το τέλος του 2021, κάνοντας χρήση της πρόσφατης επέκτασης του καθεστώτος.
Στόχος τους είναι να επιτύχουν μονοψήφιο λόγο μη εξυπηρετούμενων δανείων το αργότερο το 2022.

Σταϊκούρας: Η θετική αξιολόγηση «είναι καρπός της σκληρής και συστηματικής δουλειάς»

«Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα την 11η Έκθεση Αξιολόγησης των θεσμών, στο πλαίσιο του καθεστώτος Ενισχυμένης Εποπτείας, στο οποίο εισήλθε η χώρα το καλοκαίρι του 2018.
Πρόκειται για την 8η διαδοχική θετική Έκθεση Αξιολόγησης κατά την περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία και για την 6η Έκθεση που – παρά τις μεγάλες δυσκολίες τις οποίες έχει προκαλέσει, σε παγκόσμιο επίπεδο, η πρωτόγνωρη δοκιμασία του κορωνοϊού – ολοκληρώνεται επιτυχώς» αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, σχολιάζοντας την 11η αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας από την Κομισιόν.
Ο κ. Σταϊκούρας επισημαίνει ότι «ότι αποτέλεσμα αυτό είναι καρπός, και ταυτοχρόνως επιστέγασμα, της σκληρής και συστηματικής δουλειάς, καθώς και της εξαιρετικής συνεργασίας των μελών της Κυβέρνησης, υπό την καθοδήγηση του Πρωθυπουργού».
Σύμφωνα με τον υπουργό η Έκθεση διαπιστώνει ότι η οικονομία εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης ταχύτερα του αναμενομένου, παρόλο που η επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας έγινε αργότερα απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί κατά την προηγούμενη Έκθεση Αξιολόγησης.

Αναλυτικά η δήλωση

Ο κ. Σταϊκούρας κάνει ειδικές αναφορές στην αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης της απασχόλησης και τόνωσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων, καθώς και στα μέτρα ανακούφισης και ενίσχυσης των πληγέντων από τις πρόσφατες μεγάλες πυρκαγιές.
Αναγνωρίζει ότι η Κυβέρνηση συνέχισε, με καλό ρυθμό, την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε μια σειρά από τομείς, όπως είναι οι αποκρατικοποιήσεις – όπου επικροτεί τη σημαντική πρόοδο στο εμβληματικό έργο του Ελληνικού, στην Εγνατία Οδό και στη ΔΕΠΑ Υποδομών –, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τη Φορολογική Διοίκηση, η βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος και η Ψηφιακή Διακυβέρνηση.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον κομβικό ρόλο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας “Ελλάδα 2.0”, ώστε να βγει η χώρα μας από την υγειονομική κρίση πιο δυνατή και να αυξηθούν οι ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις.
Επιβεβαιώνει ότι η επίπτωση της πανδημίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα είναι περιορισμένη, χάρη στα μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση – με “αιχμή” την παράταση του προγράμματος “Ηρακλής”, τον νόμο για τη ρύθμιση οφειλών και την παροχή 2ης ευκαιρίας και τα προγράμματα “Γέφυρα” –, καθώς και στα μέτρα που εφαρμόζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τονίζει ότι τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, καθώς συνεχίζονται οι επιτυχημένες εκδόσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.
Πιστοποιεί τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, καταγράφοντας βελτίωση στο βασικό σενάριο, σε σύγκριση με τη 10η Έκθεση Ενισχυμένης Εποπτείας.
Όλα τα παραπάνω συνιστούν ακόμα μία αναγνώριση της μεθοδικής προσπάθειας όλων μας – πολιτών και Πολιτείας – στο πεδίο της οικονομίας, υπό αντίξοες – διεθνώς – συνθήκες.
Προσπάθεια η οποία συνεχίζεται χωρίς εφησυχασμό, χωρίς να παραβλέπουμε ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικές προκλήσεις και δυσκολίες.
Προκλήσεις και δυσκολίες τις οποίες όμως θα αντιμετωπίσουμε με σχέδιο, ενότητα, υπευθυνότητα, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και στις προοπτικές της χώρας, προκειμένου να καταστήσουμε την Ελλάδα ολόπλευρα πιο ισχυρή και την οικονομία της πιο δυναμική, παραγωγική, εξωστρεφή και κοινωνικά δίκαιη».

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης