Τελευταία Νέα
Οικονομία

Αντιπρόταση ΓΣΕΕ στην έκθεση Πισσαρίδη: Aποσάρθρωση της αγοράς εργασίας και υψηλό δημοσιονομικό ρίσκο στην ασφάλιση

tags :
Αντιπρόταση ΓΣΕΕ στην έκθεση Πισσαρίδη: Aποσάρθρωση της αγοράς εργασίας και υψηλό δημοσιονομικό ρίσκο στην ασφάλιση
Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ δημοσιοποίησε σε συνέντευξη που παραχώρησε την Δευτέρα την δική του έκθεση-απάντηση στην ομάδα Πισσαρίδη
Έκθεση ανεφάρμοστων ιδεών που δεν μπορεί να υλοποιηθεί αποτελεί για τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο η έκθεση Πισσαρίδη για την οικονομία, η οποία καταγράφει μείωση της απασχόλησης κατά 1,5% μεταξύ του 2019-20.
Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ δημοσιοποίησε σε συνέντευξη που παραχώρησε την Δευτέρα την δική του έκθεση-απάντηση στην ομάδα Πισσαρίδη.
Μοχλός της έκθεσης είναι η απασχόληση και η ασφάλιση, καθώς εκτιμάται ότι το μοντέλο της  ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας επέφερε επιπτώσεις στην κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης.
Ο μόνος κλάδος του ιδιωτικού τομέα στον οποίο ενισχύθηκε η απασχόληση από το 2012 και ύστερα είναι αυτός της εστίασης, της παροχής καταλύματος, του εμπορίου και της αποθήκευσης.
Το εμπειρικό αυτό δεδομένο δεν λαμβάνεται υπόψη στην Έκθεση Πισσαρίδη, η οποία από τη μια πλευρά ισχυρίζεται ότι στοχεύει στην ποιοτική αναβάθμιση της απασχόλησης και από την άλλη προωθεί παρεμβάσεις ελαστικοποίησης, που είναι πολύ πιθανό θα εγκλωβίσουν την οικονομία σε τεχνολογική υστέρηση και αδυναμία μετασχηματισμού.
Η έκθεση παρατηρεί ότι πριν από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%.
Τα δεδομένα αυτά περιγράφουν την εικόνα μιας αγοράς εργασίας όπου έχουν ανατραπεί θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα και έχει επιβληθεί μια de facto κατάργηση του οκταώρου και ρευστοποίηση του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας.
Η περαιτέρω ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας θα επιδεινώσει τις συνθήκες εργασίας και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων, και δεν μπορεί να αποτελεί παράμετρο της μετάβασης της οικονομίας σε ένα νέο διατηρήσιμο και δίκαιο υπόδειγμα ανάπτυξης.
Η Έκθεση Πισσαρίδη δεν εξετάζει πώς μπορεί να διασφαλιστεί αυτό, αντίθετα οι προτάσεις της οικοδομούν μια απορρυθμισμένη αγορά εργασίας με μεγαλύτερη ευελιξία αναφορικά με τον χρόνο εργασίας.
Επίσης, η πρόβλεψή της για αύξηση κατά 1% του ποσοστού απασχόλησης σε ετήσια βάση μέχρι το 2030 δεν διασφαλίζει τη συνοχή της αγοράς εργασίας και δεν δημιουργεί βιώσιμες προοπτικές απασχόλησης που θα ανακόψουν το brain drain, θα ενθαρρύνουν το brain gain και θα αυξήσουν το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
Οι προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη οδηγούν σε ένα υπόδειγμα ανάπτυξης με ανισότητες και αποκλεισμούς στην ευημερία, που δεν ευθυγραμμίζεται με την Ατζέντα 2030 του ΟΗΕ και ειδικότερα τον στόχο 8, ενώ έρχεται σε αντίθεση με τις κοινωνικές και εργασιακές αξίες του Παγκόσμιου Συμφώνου Απασχόλησης της ΔΟΕ.
Η μετάβαση σε ένα διατηρήσιμο και δίκαιο υπόδειγμα ανάπτυξης προϋποθέτει μια αγορά εργασίας που δεν θα παράγει αποκλεισμούς και ανισότητες και στην οποία δεν θα παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα. Για να συμβεί αυτό, προτείνονται τα εξής:
1. Επαναπροσδιορισμό του τρόπου αξιολόγησης της κατάστασης της αγοράς εργασίας με τρόπο τέτοιο ώστε η απασχόληση να βρεθεί στο επίκεντρο της μακροοικονομικής, της κοινωνικής και της αναπτυξιακής πολιτικής. Η αξιολόγηση πρέπει να είναι ευρύτερη της μέτρησης του ποσοστού ανεργίας και να συμπεριλαμβάνει δείκτες που αποτυπώνουν τη μεταβολή του όγκου, της κλαδικής διάρθρωσης και της ποιότητας της απασχόλησης. Η Ατζέντα 2030 του ΟΗΕ θέτει ακριβώς αυτή την ανάγκη προώθησης μιας βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς οικονομικής ανάπτυξης. Ενδεικτικά αναφέρουμε ως δείκτες αξιολόγησης:
- την αύξηση της παραγωγικής και της αξιοπρεπούς εργασίας,
- την ενίσχυση της μισθολογικής ισότητας μεταξύ γυναικών/ανδρών,
- την ενίσχυση των ίσων ευκαιριών απασχόλησης για όλους,
- τη μείωση της άτυπης απασχόλησης,
- το ποσοστό των νέων εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης και κατάρτισης,
- την προστασία θεμελιακών εργασιακών δικαιωμάτων και την προώθηση της ασφάλειας στους χώρους εργασίας

2. Επαναπροσδιορισμό του τρόπου άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής με άξονα την απασχόληση.

Η συμβατική δημοσιονομική διαχείριση γίνεται μέσα από εργαλεία μικρορύθμισης που στοχεύουν, μέσω ενός συστήματος κινήτρων και βελτίωσης του κέρδους, στην επενδυτική ενεργοποίηση του επιχειρηματικού τομέα. Η Έκθεση Πισσαρίδη είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της οπτικής. Η εμπειρία όμως μας δείχνει ότι η πολιτική αυτή αποτυγχάνει να οδηγήσει σε αύξηση της απασχόλησης ειδικά των χαμηλότερα αμειβόμενων εργαζομένων, ενώ συμβάλλει στη διόγκωση της αβεβαιότητας στην αγορά εργασίας και στην αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας. Η αποτυχία οφείλεται στο γεγονός ότι τέτοιες παρεμβάσεις λειτουργούν με τρόπο που βελτιώνει πρώτα τις προοπτικές απασχόλησης εκείνων που ο ιδιωτικός τομέας θεωρεί «πιο απασχολήσιμους» και τελευταία τις προοπτικές απασχόλησης εκείνων που θεωρούνται «λιγότερο απασχολήσιμοι» ή «καθόλου απασχολήσιμοι».
Η νέα προσέγγιση πρέπει να επικεντρώνει τη δημοσιονομική πολιτική στη θεσμοθέτηση ενός αυτόματου σταθεροποιητή ο οποίος θα έχει ως στόχο να μειώσει όχι το κενό ζήτησης στην οικονομία, αλλά το κενό της ζήτησης εργασίας, και μάλιστα με τρόπο που να καταλήγει σε μετρήσιμα κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα. Σχετικά με τη μορφή που μπορεί να έχει ένα τέτοιο πρόγραμμα δημοσιονομικής παρέμβασης υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές προτάσεις. Ανάμεσα σε αυτές υπογραμμίζουμε τη σημασία της πρότασης του «εργοδότη ύστατης καταφυγής». Οι κοινωνικές και αναπτυξιακές διαστάσεις του θεσμού αυτού είναι πολλές:
-    αύξηση του όγκου και της ποιότητας της απασχόλησης,
-    ενίσχυση    της    μακροοικονομικής    σταθερότητας    και    διασφάλιση    της σταθερότητας των τιμών,
-    βελτίωση της ποιότητας ζωής και ίσες ευκαιρίες,
-    συμβολή στην οικολογική διατηρησιμότητα και την πράσινη ανάπτυξη,
-    συμβολή στον παραγωγικό μετασχηματισμό και στην ανθεκτικότητα των χωρών σε οικονομικές διαταραχές.
Ο συνδυασμός προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης, βελτίωσης της ποιότητας της εργασίας και η δέσμευση στην ισότητα ευκαιριών και αμοιβών θα μπορούσαν να διασφαλίσουν συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας, που είναι θεμελιακή προϋπόθεση για ένα βιώσιμο υπόδειγμα ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς.
3. Επαναπροσδιορισμός του κατώτατου μισθού. Η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) αποτέλεσε διαχρονικά το θεσμικό μέσο ρύθμισης των όρων εργασίας με βάση τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των οργανώσεων εκπροσώπησης εργοδοτικών και εργατικών συμφερόντων. Η θεσμική και πολιτική σημασία της πηγάζει από τη νομική δεσμευτικότητά της, η οποία κάλυπτε όλες τις εργασιακές σχέσεις στον ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα για τους εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η ΕΓΣΣΕ στη χώρα μας είχε πάντοτε ιδιαίτερη βαρύτητα από πλευράς οικονομικού και θεσμικού περιεχομένου, καθώς διασφάλιζε τον κατώτατο μισθό και το κατώτατο ημερομίσθιο, διαμόρφωνε δηλαδή μια βάση οικονομικής ασφάλειας για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. Η ΕΓΣΣΕ είχε επανειλημμένα κριθεί ως πρότυπο καλής πρακτικής από έγκυρους ευρωπαϊκούς θεσμούς και διεθνείς οργανώσεις. Είναι συνεπώς θεμελιακής σημασίας για την οικοδόμηση ενός βιώσιμου και δίκαιου υποδείγματος ανάπτυξης ο επαναπροσδιορισμός του κατώτατου μισθού/ ημερομισθίου μέσω της ΕΓΣΣΕ και του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Επίσης, ο κατώτατος μισθός μόνο ως μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης μπορεί να είναι οργανικό συστατικό ενός βιώσιμου και δίκαιου υποδείγματος ανάπτυξης. Ένας αξιοπρεπής κατώτατος μισθός διαβίωσης θα μπορούσε να προκύψει από την προσαρμογή του κατώτατου μισθού στο 60% του διάμεσου μισθού. Το όριο του 60% του εθνικού διάμεσου εισοδήματος χρησιμοποιείται ευρέως στον ορισμό της σχετικής φτώχειας (at risk of poverty), ενώ το όριο του 50% είναι ένδειξη απόλυτης φτώχειας (absolute pover- ty). Βάσει αυτών των κριτηρίων, όπως παρατηρούμε στο Διάγραμμα 8, στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός είναι κάτω από το όριο της σχετικής και της απόλυτης φτώχειας.

Διάγραμμα 8: Κατώτατος μισθός ως ποσοστό (%) του μέσου και του διάμεσου μισθού (Ελλάδα, 2000-2019)
Image

Πηγή: ΟΟΣΑ (επεξεργασία: ΙΝΕ ΓΣΕΕ

Υψηλό δημοσιονομικό ρίσκο στην Επικουρική Ασφάλιση

Η Έκθεση Πισσαρίδη ισχυρίζεται ότι η αύξηση αυτή θα συμβεί ως αποτέλεσμα: α) ισχυρότερων κινήτρων προσφοράς εργασίας. Όμως, τα ισχυρότερα κίνητρα από μόνα τους δεν δημιουργούν υψηλότερες εισφορές, εκτός και αν η αύξηση της προσφοράς εργασίας ικανοποιηθεί από αύξηση της ζήτησης εργασίας. Το 1% αύξηση του ποσοστού απασχόλησης που προβλέπει η Έκθεση επαρκεί για να ικανοποιήσει την απαίτηση αυτή του νέου κεφαλαιοποιητικού συστήματος; Το τεράστιο κενό στη ζήτηση εργασίας που παρατηρείται διαχρονικά δεν αιτιολογεί την υπόθεση της αύξησης των εισφορών με τον τρόπο που υποθέτει η Έκθεση Πισσαρίδη. β) του καλύτερου ελέγχου που θα έχουν οι ασφαλισμένοι στις αποταμιεύσεις τους εξαιτίας και της προσδοκώμενης υψηλότερης σύνταξής τους. Η υπόθεση ότι οι ασφαλισμένοι με την ορθολογική συμπεριφορά τους θα προεξοφλήσουν με βεβαιότητα τη μελλοντική απόδοση της κεφαλαιοποιημένης αποταμίευσής τους και γι’ αυτό θα αυξήσουν άμεσα τις αποταμιεύσεις τους δεν χρήζει σοβαρού σχολιασμού, καθώς αποτελεί κυρίως αποτύπωση θεωρητικών πεποιθήσεων. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι οι διαχειριστές του κεφαλαιοποιημένου πυλώνα των αποταμιεύσεων με μεγάλη διασπορά ρίσκου θα επενδύουν τα χρήματα των ασφαλισμένων διασφαλίζοντας υψηλή ασφάλεια για τις συντάξεις τους. Οι υποθέσεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το εμπειρικό δεδομένο της αστάθειας και των μεγάλων διακυμάνσεων των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, συνεπώς και των μεγάλων κινδύνων που εγκυμονεί η κεφαλαιοποίηση της δημόσιας επικουρικής ασφάλισης.
Τα λανθασμένα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται στην Έκθεση Πισσαρίδη για την αιτιολόγηση της πρότασής τους περί κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης δεν σταματούν εδώ. Υποστηρίζεται ότι η μεταρρύθμιση αυτή θα έχει ευεργετική επίδραση και στις επενδύσεις, ειδικά εάν συνδυαστεί με στοχευμένα φορολογικά κίνητρα για τοποθετήσεις στην εγχώρια κεφαλαιαγορά.
Πρώτον, η επένδυση της αποταμίευσης αυτής αποκλειστικά στην εγχώρια κεφαλαιαγορά δεν ικανοποιεί την υπόθεση της μεγάλης διασποράς ρίσκου που θα διασφαλίσει την ασφάλεια των αποταμιεύσεων των ασφαλισμένων, όπως υποθέτει η Έκθεση Πισσαρίδη.
Δεύτερον, η επένδυση στην εγχώρια κεφαλαιαγορά μπορεί να μη διασφαλίζει τις προσδοκίες υψηλότερης σύνταξης που θα παρακινήσουν τους ασφαλισμένους να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους, όπως επίσης υποθέτει η Έκθεση Πισσαρίδη.
Τρίτον, αν οι αποδόσεις στις διεθνείς αγορές είναι υψηλότερες των φορολογικών κινήτρων, η εκροή της αποταμίευσης αυτής στο εξωτερικό θα υπονομεύσει στο σύνολό τους τις θετικές υποθέσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη που στηρίζουν την πρόβλεψή της για την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αν στο τελευταίο και πιο πιθανό ενδεχόμενο προσθέσουμε το χρηματοδοτικό κενό που θα δημιουργηθεί στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς μέρος των εισφορών των εργαζομένων θα κατευθύνεται προς τις μελλοντικές συντάξεις τους και όχι προς την κάλυψη των συντάξεων των σημερινών συνταξιούχων, τότε η προτεινόμενη μεταρρύθμιση της Έκθεσης Πισσαρίδη δημιουργεί υψηλό ρίσκο βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και υψηλό ρίσκο να βρεθούν οι εργαζόμενοι αντιμέτωποι με υψηλότερες εισφορές και φόρους και οι συνταξιούχοι με χαμηλότερες συντάξεις. Η πρόταση αυτή δημιουργεί αφενός υψηλό δημοσιονομικό ρίσκο σε μια χώρα με αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς και αφετέρου μεγάλο κοινωνικό κίνδυνο εξαιτίας της υπονόμευσης της αρχής της αλληλεγγύης των γενεών ακόμη και στην κύρια σύνταξη.
Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση πρέπει να γίνεται με ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο βάσει της διασφάλισης του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος, της ενίσχυσης της διαγενεακής αλληλεγγύης, της αναδιανεμητικότητας και της αναλογικότητας εισφορών- παροχών. Η έκθεση υποστηρίζει προτάσεις και παρεμβάσεις που διασφαλίζουν:
Την αναπτυξιακή διάσταση του συστήματος ασφάλισης. Ειδικά ως προς την κύρια ασφάλιση τη διαταξική, την ενδογενεακή και τη διαγενεακή κατανομή του κόστους και των παροχών με δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.
Την αξιολόγηση του ασφαλιστικού συστήματος ως αναπόσπαστο τμήμα της γενικότερης αναπτυξιακής στρατηγικής που θα αξιολογεί την εξέλιξη της σχέσης ανάμεσα στο ασφαλιστικό σύστημα, στο δημοσιονομικό σύστημα και τη δυναμική της οικονομικής μεγέθυνσης με κριτήριο το βιοτικό επίπεδο της παρούσας και της μελλοντικής γενεάς.
Την αύξηση των πόρων μέσω μιας σειράς παρεμβάσεων στο σκέλος των εργασιακών σχέσεων και της απασχόλησης, όπως η θεσμοθέτηση Προγραμμάτων Εγγυημένης Απασχόλησης, η αύξηση του κατώτατου μισθού στο επίπεδο του μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης και η ενίσχυση των ΣΣΕ.
Την ενίσχυση των συμβάσεων εργασίας πλήρους απασχόλησης και τον περιορισμό της μερικής και της εκ περιτροπής εργασίας.
Την άμεση εφαρμογή πολιτικών για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.
Την ουσιαστική αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας που στερούν από τα ταμεία σημαντικούς πόρους.

Αντώνης Βασιλόπουλος
antonpaper@yahoo.com

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης