Τελευταία Νέα
Κοινωνία

Ποια κρίση τελείωσε; – Σε κίνδυνο φτώχειας βρέθηκε το 26,3% των Ελλήνων το 2022

Ποια κρίση τελείωσε; – Σε κίνδυνο φτώχειας βρέθηκε το 26,3% των Ελλήνων το 2022
Σε κίνδυνο φτώχειας παραμένει ένα μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων
Σχετικά Άρθρα
Θλιβερά είναι τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας στην ελληνική κοινωνία.
Ειδικότερα, η Στατιστική Υπηρεσία υπολογίζει πως ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, σύμφωνα με τον αναθεωρημένο ορισμό ανέρχεται στο 26,3% του πληθυσμού της χώρας (2.722.000 άτομα), παρουσιάζοντας ωστόσο μείωση κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2021 (28,3%), σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη 2030», αναφορικά με την καταπολέμηση της φτώχειας, έχει τεθεί ως στόχος «να μειωθούν κατά 15 εκατομμύρια τα άτομα που βρίσκονται ή που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, εκ των οποίων τα 5 εκατομμύρια να είναι παιδιά», έως το 2030.
Με βάση τον ισχύοντα έως το 2020 ορισμό του παραπάνω δείκτη, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 29,1% (3.006.300 άτομα) του πληθυσμού της χώρας, παρουσιάζοντας μείωση κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2021. Επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευρώπη 2020» αναφορικά με την καταπολέμηση της φτώχειας, ο στόχος ήταν «να μειωθούν κατά 20 εκατομμύρια τα άτομα που βρίσκονται ή που κινδυνεύουν να βρεθούν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό» έως το 2020.
Όπως αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ, η μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στη μείωση του ποσοστού του πληθυσμού σε χαμηλή ένταση εργασίας σε 9,5% το 2022 από 12,1% το 2021, και του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας σε 18,8% το 2022 από 19,6% το 2021. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (28,1%).
Στο ποσό των 5.712 ευρώ ετησίως ανέρχεται το κατώφλι της φτώχειας για μονοπρόσωπο νοικοκυριό της χώρας και σε 11.995 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Και ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 9.520 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμήθηκε σε 18.563 ευρώ.
Πέρυσι (εισοδήματα 2021), το 18,8% του συνολικού πληθυσμού ήταν σε κίνδυνο φτώχειας, σημειώνοντας μείωση κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το 14,6% των νοικοκυριών δήλωσε ότι το εισόδημά του αυξήθηκε κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες, το 15% των νοικοκυριών δήλωσε ότι μειώθηκε και το 70,4% των νοικοκυριών ότι παρέμεινε το ίδιο. Το 26,1% δήλωσε ότι ο κύριος λόγος αύξησης ή μείωσης του εισοδήματος ήταν η πανδημία COVID-19, εκ των οποίων το 6,1% δήλωσε ότι αυξήθηκε το εισόδημά του και το 20% ότι μειώθηκε.

Από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, προκύπτουν επίσης τα εξής:

Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 742.235 σε σύνολο 4.049.102 νοικοκυριών, και τα μέλη τους σε 1.945.199 στο σύνολο των 10.399.329 ατόμων του εκτιμώμενου πληθυσμού της χώρας που διαβιεί σε ιδιωτικά νοικοκυριά.
Σε πέντε περιφέρειες (Κρήτη, Αττική, Νότιο Αιγαίο, Ήπειρος και Θεσσαλία) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ στις υπόλοιπες οκτώ περιφέρειες (Ιόνια Νησιά, Βόρειο Αιγαίο, Δυτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Δυτική Μακεδονία, Στερεά Ελλάδα, Κεντρική Μακεδονία και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.
Ο κίνδυνος φτώχειας εκτιμάται σε 25,9% για όσους έχουν ολοκληρώσει προσχολική, πρωτοβάθμια και το πρώτο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε 18% για όσους έχουν ολοκληρώσει το δεύτερο στάδιο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σε 7,2% για όσους έχουν ολοκληρώσει το πρώτο και το δεύτερο στάδιο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας πριν από όλες τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (δηλαδή μη συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών επιδομάτων και των συντάξεων στο συνολικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών) ανέρχεται σε 46,1%, ενώ όταν περιλαμβάνονται μόνο οι συντάξεις και όχι τα κοινωνικά επιδόματα μειώνεται στο 23,6%. Αναφορικά με τα κοινωνικά επιδόματα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν παροχές κοινωνικής βοήθειας (όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης κλπ), οικογενειακά επιδόματα (όπως επιδόματα τέκνων), καθώς και επιδόματα ή βοηθήματα ανεργίας, ασθένειας, αναπηρίας ή ανικανότητας ή και εκπαιδευτικές παροχές. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 18,8%, και ως εκ τούτου διαπιστώνεται ότι τα κοινωνικά επιδόματα συμβάλλουν στη μείωση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες ενώ, εν συνεχεία, οι συντάξεις κατά 22,5 ποσοστιαίες μονάδες. Το σύνολο των κοινωνικών μεταβιβάσεων μειώνει το ποσοστό του κινδύνου φτώχειας κατά 27,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας είναι υψηλότερο για τις γυναίκες (19,4%) σε σχέση με τους άνδρες (18,2%). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους άνδρες και για τις γυναίκες μειώθηκε κατά 0,4 και 1,2 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα, το 2022 σε σχέση με το 2021.
Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών εκτιμάται σε 17,6% για τις γυναίκες και σε 13,6% για τους άνδρες. Ο κίνδυνος φτώχειας για άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών εκτιμάται σε 16,8%, ενώ για άτομα ηλικίας κάτω των 75 ετών σε 19,1%. Ο κίνδυνος φτώχειας για τις γυναίκες άνω των 75 ετών εκτιμάται σε 19,5%, ενώ για τους άνδρες της αντίστοιχης ηλικιακής ομάδας εκτιμάται σε 13%.
Ο κίνδυνος φτώχειας των νοικοκυριών με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί ανέρχεται σε 37,7%, ενώ των νοικοκυριών με τρεις ή περισσότερους ενήλικες με εξαρτώμενα παιδιά ανέρχεται σε 21,7% και των νοικοκυριών με δύο ενήλικες και 2 εξαρτώμενα παιδιά σε 18,9%.
Οι εργαζόμενοι 18 ετών και άνω αντιμετωπίζουν χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας σε σύγκριση με τους ανέργους και τους οικονομικά μη ενεργούς (νοικοκυρές κλπ). Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους εργαζομένους 18 ετών και άνω ανέρχεται σε 10,6%, σημειώνοντας μείωση κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2021. Μείωση κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες παρουσίασε το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τις εργαζόμενες γυναίκες 18 ετών και άνω, ενώ μειώθηκε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες το αντίστοιχο ποσοστό για τους εργαζόμενους άνδρες, με τα αντίστοιχα ποσοστά να διαμορφώνονται σε 7,7% και 12,7%.
Για τους ανέργους, ο κίνδυνος φτώχειας είναι σημαντικά μεγαλύτερος και ανέρχεται σε 43,6%, παρουσιάζοντας σημαντική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών (51,8% και 37% αντίστοιχα). Ο κίνδυνος φτώχειας για όσους είναι οικονομικά μη ενεργοί (μη συμπεριλαμβανομένων των συνταξιούχων) αυξήθηκε κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2021 και ανήλθε σε 29,1%. Ο κίνδυνος φτώχειας για τους εργαζομένους με πλήρη απασχόληση ανέρχεται σε 9,9%, ενώ για τους εργαζομένους με μερική απασχόληση ανέρχεται σε 18,4%.
Στην περίπτωση των νοικοκυριών που διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία, ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 18,8%, ενώ για τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία ο κίνδυνος φτώχειας ανέρχεται σε 19%. Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών που η κατοικία τους είναι ιδιόκτητη ανέρχεται σε 23,6%, ενώ για τα άτομα της ίδιας ομάδας ηλικιών που η κατοικία τους είναι ενοικιασμένη, ο κίνδυνος ανέρχεται σε 19,9%. Ο κίνδυνος φτώχειας ατόμων ηλικίας 18-64 ετών που η κατοικία τους είναι ιδιόκτητη ανέρχεται σε 19%, ενώ για τα άτομα της ίδιας ηλικιακής ομάδας που η κατοικία τους είναι ενοικιασμένη, ο κίνδυνος εκτιμάται σε 18,8%.

Το σχόλιο της ΝΔ 

«Η ΕΛΣΤΑΤ ανακοίνωσε σήμερα τα στοιχεία για τον κίνδυνο φτώχειας, καθώς και τους δείκτες που αφορούν στην οικονομική ανισότητα, για το 2022 με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το έτος 2021.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό μειώθηκε κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες και βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών.
Ενώ, το βάθος κινδύνου φτώχειας μειώθηκε ακόμη περισσότερο, κατά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες, και βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2010.
Αυτό σημαίνει ότι μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας που κατατάσσονται κάτω από το όριο της φτώχειας συγκλίνει προς το όριο και έχει αυξημένη πιθανότητα να το ξεπεράσει στο αμέσως προσεχές μέλλον.
Παράλληλα, οι δείκτες οικονομικής ανισότητας S80/S20 και Gini με έτος αναφοράς το 2021 έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με το προηγούμενο έτος (έτος αναφοράς 2020). Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι δείκτες ανισότητας μειώνονται λόγω της αύξησης του μεριδίου εισοδήματος του τεταρτημόριου με το χαμηλότερο εισόδημα, δηλαδή των οικονομικά ασθενέστερων συμπολιτών μας. Σημειώνεται δε ότι η εξέλιξη αυτή αναφέρεται στο διάστημα που προηγήθηκε της αύξησης του κατώτατου μισθού σωρευτικά κατά 20%, η οποία έλαβε χώρα το διάστημα 2022-2023 και δεν καλύπτεται από το έτος αναφοράς 2021.
Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα με έτος αναφοράς το 2021 αυξήθηκε σημαντικά και ανήλθε σε υψηλό δεκαετίας.
Αξίζει δε να τονιστεί ότι κατά το έτος αναφοράς 2020 η μείωση του μέσου ισοδυνάμου ατομικού διαθέσιμου εισοδήματος ήταν μόλις 0,9%, ενώ η αύξησή του κατά το έτος αναφοράς 2021 ήταν της τάξης του 8,8%. Κατά συνέπεια, η επίδραση της ύφεσης (9%) που καταγράφηκε το 2020 επί του μέσου διαθέσιμου ατομικού εισοδήματος, εξαιτίας του εξωγενούς σοκ του κορονοϊού, εκμηδενίστηκε, ενώ παράλληλα κατά το έτος αναφοράς 2021 το μέσο διαθέσιμο ατομικό εισόδημα αυξήθηκε με ρυθμό μεγαλύτερο από τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (8,4%).
Η εξέλιξη αυτή είναι το αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης με κύριους άξονες τις μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, της αύξησης των συντάξεων, της ενίσχυσης της απασχόλησης και της σημαντικής οικονομικής στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων.
Συνεχίζουμε να υλοποιούμε πολιτικές οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής, θέτοντας ως στόχους για την επόμενη τετραετία τη σημαντική αύξηση των μισθών – κατώτατου και μέσου – και την περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης, επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο ακόμα μεγαλύτερη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η πολιτική της Κυβέρνησης παράγει υψηλή και συμπεριληπτική ανάπτυξη, και αυτή θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια».

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης