Τελευταία Νέα
Διεθνή

Έριξε ταφόπλακα στην Pax Americana το Ιράν, στροφή των Αράβων – Η Κίνα ο μεγάλος κερδισμένος

Έριξε ταφόπλακα στην Pax Americana το Ιράν, στροφή των Αράβων – Η Κίνα ο μεγάλος κερδισμένος
Η «Pax Americana» κλονίζεται – Το Ιράν επιστρέφει, τα αραβικά κράτη αναζητούν νέες ισορροπίες
Μετά το τέλος των εχθροπραξιών, η αμερικανική κυριαρχία στην περιοχή πιθανότατα θα αποδυναμωθεί, το Ιράν θα επιχειρήσει να επαναβεβαιώσει τον ρόλο του, οι αραβικές μοναρχίες θα επανεξετάσουν τους υπολογισμούς ασφαλείας τους και η Κίνα θα αποκτήσει μια νέα ευκαιρία για να διευρύνει την επιρροή της.
Αυτό υποστηρίζει ο Mohsen Milani, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο University of South Florida, σε ανάλυσή του στο think tank Chatham House.
Όπως επισημαίνει, οι περιφερειακές τάξεις πραγμάτων σπάνια καταρρέουν μέσα σε μία νύχτα. Συνήθως φθείρονται σταδιακά.
Ο πόλεμος που επέλεξαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν μπορεί τελικά να μείνει στην ιστορία όχι μόνο για το αποτέλεσμά του, αλλά κυρίως επειδή αμφισβήτησε τα θεμέλια της λεγόμενης «αμερικανικής ειρήνης» στον Περσικό Κόλπο – μιας τάξης πραγμάτων που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και στηρίχθηκε στην αμερικανική υπεροχή.
Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες τους, η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν έχουν καταφέρει μέχρι στιγμής να πετύχουν τους βασικούς στρατηγικούς στόχους τους: την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και την καταστροφή των πυραυλικών και πυρηνικών δυνατοτήτων του.
Το Ιράν, αντί να παραδοθεί –όπως απαιτούσε ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump–, αντιστάθηκε, διεύρυνε τον πόλεμο στην περιοχή, μετέτρεψε τα Στενά του Hormuz, τον σημαντικότερο ενεργειακό κόμβο στον κόσμο, σε στρατηγικό όπλο και απέδειξε ότι η γεωγραφία μπορεί, σε κάποιο βαθμό, να αντισταθμίσει τη στρατιωτική αδυναμία.

Έξι μήνες πολέμου αλλάζουν τον χάρτη του Κόλπου

Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η σύγκρουση φαίνεται να επιταχύνει τη διαμόρφωση μιας πιο ανταγωνιστικής τάξης πραγμάτων στον Περσικό Κόλπο.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η αμερικανική υπεροχή αμφισβητείται περισσότερο, η Κίνα είναι έτοιμη να διευρύνει την επιρροή της, το Ιράν επαναβεβαιώνει τη θέση του ως κεντρική περιφερειακή δύναμη, ενώ οι αραβικές μοναρχίες ενισχύουν τη στρατηγική «εξισορρόπησης».
Παράλληλα, το Πακιστάν, η Τουρκία και το Ισραήλ αναμένεται να επιχειρήσουν να αυξήσουν την επιρροή τους.

Hormuz: Ο στρατηγικός «λαιμός» του Περσικού Κόλπου

Τα Στενά του Hormuz αποτελούν εδώ και πέντε αιώνες τον στρατηγικό άξονα του Περσικού Κόλπου.
Το 1507 η Πορτογαλία κατέλαβε το Hormuz και το μετέτρεψε σε κέντρο του συστήματος «Cartaz», ενός μηχανισμού που υποχρέωνε τα πλοία να αγοράζουν άδεια διέλευσης.
Η εκδίωξη των Πορτογάλων από το Ιράν το 1622, με τη βοήθεια της Βρετανίας, άνοιξε τον δρόμο για τη βρετανική κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο.
Η «Pax Americana» έφτασε στο απόγειό της μετά την απελευθέρωση του Κουβέιτ το 1991 και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Η τάξη αυτή στηριζόταν σε τρεις πυλώνες: την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, τη συνεργασία της Ουάσιγκτον με τις έξι αραβικές μοναρχίες και το εμπόριο πετρελαίου που βασιζόταν στο δολάριο.
Ο σημερινός πόλεμος ενδέχεται να σηματοδοτεί την αρχή της ανατροπής αυτής της ισορροπίας.

Από το 1979 στον σημερινό πόλεμο

Μετά την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη το 1979, ΗΠΑ και Ιράν εισήλθαν σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο.
Η Τεχεράνη επιδίωκε να αποδυναμώσει την περιφερειακή τάξη υπό αμερικανική ηγεσία, ενώ η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να περιορίσει το Ιράν.
Ωστόσο, και οι δύο πλευρές απέφευγαν μια άμεση πολεμική σύγκρουση.
Από τον Jimmy Carter έως τον Joe Biden, όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το κόστος ενός πολέμου με το Ιράν θα ήταν μεγαλύτερο από τα οφέλη.
Φέτος, όμως, ενώ Ουάσιγκτον και Τεχεράνη εξακολουθούσαν να διαπραγματεύονται για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ο Donald Trump εξαπέλυσε στις 28 Φεβρουαρίου αιφνιδιαστική επίθεση.
Με την ενθάρρυνση του Ισραήλ και θεωρώντας ότι οι συνεχείς βομβαρδισμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γρήγορη νίκη –και ενδεχομένως σε αλλαγή καθεστώτος με χαμηλό κόστος–, ο Trump επέλεξε τον πόλεμο.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υποτίμησαν την ανθεκτικότητα του ιρανικού κράτους, τη συνοχή των ελίτ και των θεσμών του, καθώς και το κύμα εθνικισμού που θα μπορούσε να προκαλέσει μια ξένη επίθεση.

Πώς το Ιράν ανέτρεψε τα δεδομένα του πολέμου

Η αρχική επίθεση, σε συνδυασμό με την αεροπορική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, έπεισε την Ουάσιγκτον ότι η νίκη βρισκόταν κοντά.
Ο Donald Trump απαίτησε από το Ιράν να παραδοθεί και απείλησε ότι θα το «γύριζε στη λίθινη εποχή».
Η Τεχεράνη, όμως, αντιμετώπισε τον πόλεμο ως υπαρξιακή σύγκρουση.
Έκλεισε τα Στενά του Hormuz και εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων και ενεργειακών υποδομών στα κράτη του Κόλπου.
Η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι το Ιράν δεν θα μπορούσε να κρατήσει για μεγάλο διάστημα κλειστά τα Στενά, καθώς κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε και την ίδια την ιρανική οικονομία.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η Ουάσιγκτον δεν έλαβε υπόψη μια κρίσιμη παράμετρο: οι πόλεμοι που αποκτούν υπαρξιακό χαρακτήρα ωθούν τα κράτη σε ενέργειες τις οποίες υπό κανονικές συνθήκες θα απέφευγαν.
Η στάση της Τεχεράνης έχει συγκριθεί με την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962.
Όπως η Ουάσιγκτον δεν μπορούσε να αποδεχθεί την παρουσία σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων κοντά στη Φλόριντα, έτσι και το Ιράν δεν μπορούσε να αποδεχθεί τη μετατροπή των Στενών του Hormuz σε δίαυλο μεταφοράς αμερικανικών όπλων.
Από την οπτική της Τεχεράνης, η διακοπή αυτής της κυκλοφορίας αποτελούσε πράξη αυτοάμυνας.
Κλείνοντας τα Στενά και χτυπώντας ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου, το Ιράν μετέφερε το πεδίο της σύγκρουσης στην ίδια την παγκόσμια οικονομία.
Χρησιμοποίησε πυραύλους, drones, θαλάσσιες νάρκες, ταχύπλοα «mosquito» και επιλεκτικές επιθέσεις σε πλοία, με στόχο να διαταράξει τις αγορές ενέργειας.
Η αποτυχημένη προσπάθεια του Winston Churchill να διασχίσει τα Δαρδανέλλια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέδειξε ότι ακόμη και μια τεράστια ναυτική υπεροχή δεν εγγυάται τον έλεγχο ενός στενού περάσματος που διαθέτει ισχυρή άμυνα.
Το Hormuz ενδέχεται να εξελιχθεί σε μια ανάλογη περίπτωση.

Ο οικονομικός πόλεμος περνά στην παγκόσμια αγορά

Δεκαετίες κυρώσεων είχαν διδάξει την Τεχεράνη ότι, σε αντίθεση με τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, μια σύγκρουση με το Ιράν θα έπρεπε να επιφέρει βαρύ οικονομικό κόστος στις ΗΠΑ και στην παγκόσμια οικονομία.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου απέδειξε ότι το Hormuz μπορεί να αποτελεί για το Ιράν ισχυρότερο στρατηγικό μοχλό πίεσης ακόμη και από το πυραυλικό του οπλοστάσιο.
Σε συνδυασμό με την πίεση στη ναυσιπλοΐα μέσω Bab el-Mandeb και της Ερυθράς Θάλασσας από τις δυνάμεις των Ansar Allah, στενού συμμάχου του Ιράν, η Τεχεράνη αποκτά δυνητικά τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση σε δύο από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου.
Μάλιστα, η πρόσφατη κατάληψη του στρατηγικού λιμανιού Mocha από τους Ansar Allah και στη συνέχεια η προέλασή τους προς το Dhabab και η κατάληψη του νησιού Mayyun –γνωστού και ως Perim– στα Στενά του Bab el-Mandeb, ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους κατά μήκος αυτού του κρίσιμου ναυτιλιακού διαδρόμου.
Την ίδια στιγμή, επιθέσεις με drones από το Ιράκ ανάγκασαν τη Σαουδική Αραβία να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία του αγωγού East-West, μιας κρίσιμης εναλλακτικής οδού μεταφοράς πετρελαίου που επιτρέπει την παράκαμψη των Στενών του Hormuz.
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι ο συντονισμός Ιράν και Ansar Allah για την αξιοποίηση της στρατηγικής γεωγραφίας, τη διατάραξη εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών και την αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου διευρύνεται.

Η αποτυχία της εκεχειρίας και η συμφωνία του Ισλαμαμπάντ

Μετά από 40 ημέρες πολέμου, ο Donald Trump ανακοίνωσε στις 8 Απριλίου ότι είχε επιτευχθεί νίκη και έκανε γνωστή μια εκεχειρία διάρκειας δύο εβδομάδων.
Η εκεχειρία κατέρρευσε γρήγορα.
Η Ουάσιγκτον επέβαλε θαλάσσιο αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια, ενώ το Ιράν ενέτεινε τις πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων.
Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν έως ότου το Πακιστάν, στις 14 Ιουνίου, μεσολάβησε για την επίτευξη του 14 σημείων «Συμφώνου του Ισλαμαμπάντ».
Το σύμφωνο, το οποίο οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν, Donald Trump και Masoud Pezeshkian, υπέγραψαν εξ αποστάσεως στις 17 Ιουνίου, προέβλεπε περίοδο 60 ημερών διαπραγματεύσεων για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η Τεχεράνη θεωρούσε το σύμφωνο νίκη, καθώς προέβλεπε την επανέναρξη των εξαγωγών πετρελαίου και τη μερική χαλάρωση των κυρώσεων.
Αντίθετα, ορισμένοι παρατηρητές στην Ουάσιγκτον το θεωρούσαν στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ.
Το σύμφωνο φέρεται να κατέρρευσε λόγω των διαφωνιών για το Hormuz και τον Λίβανο.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία παρείχε υπερβολικά πολλά στην Τεχεράνη και στην πράξη την ακύρωσε.
Το Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελούσε μέρος της συμφωνίας, συνέχισε τις επιθέσεις εναντίον της Hezbollah, παρότι το σύμφωνο προέβλεπε τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων «σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου».

Νέα τάξη πραγμάτων στον Περσικό Κόλπο

Το Ισραήλ –που ήταν αποφασισμένο να επαναλάβει τον πόλεμο– και οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στην Ουάσιγκτον υποστήριζαν ότι η συμφωνία είχε διασώσει το Ιράν.
Υπό πίεση, ο Donald Trump εγκατέλειψε τη συμφωνία.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποκαταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz, όπως ίσχυε πριν από τον πόλεμο.
Όταν το Ομάν, με τη στήριξη της Ουάσιγκτον, άρχισε χωρίς διαβούλευση με την Τεχεράνη να κατευθύνει πλοία μέσα από τα χωρικά του ύδατα, το Ιράν επανέλαβε τις επιθέσεις σε εμπορικά πλοία.
Καθώς ο πόλεμος παρατεινόταν, το Ιράν υιοθέτησε ολοένα πιο προληπτική στάση, με την εξέλιξη αυτή να οδηγεί τελικά σε αιφνιδιαστικές και φονικές πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων στο Κουβέιτ και την Ιορδανία.
Πλέον, δεν φαίνεται καμία από τις δύο πλευρές έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο.
Ωστόσο, και οι δύο πιθανότατα θα επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς δεν υπάρχει στρατιωτική λύση ούτε για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ούτε για το ζήτημα των Στενών του Hormuz.
Η μακροπρόθεσμη σημασία του πολέμου δεν περιορίζεται στην έκβαση στο πεδίο της μάχης.
Αφορά κυρίως την αναδιάταξη των περιφερειακών σχέσεων.
Η προπολεμική τάξη πραγμάτων στον Περσικό Κόλπο δύσκολα θα επανέλθει στην προηγούμενη μορφή της.

Η Ουάσιγκτον αλλάζει την αρχιτεκτονική ασφαλείας

Η Ουάσιγκτον πιθανότατα θα επανασχεδιάσει την αρχιτεκτονική ασφαλείας της στον Περσικό Κόλπο.
Το μοντέλο που βασιζόταν σε προωθημένη ανάπτυξη στρατευμάτων, μεγάλες στρατιωτικές βάσεις και συμβατική στρατιωτική υπεροχή αποδείχθηκε πιο ευάλωτο από όσο αναμενόταν.
Περισσότερες από 12 αμερικανικές βάσεις υπέστησαν σημαντικές ζημιές.
Το Ιράν απέδειξε ότι σχετικά φθηνές ασύμμετρες δυνατότητες μπορούν να διαπεράσουν προηγμένα συστήματα αεράμυνας και να προκαλέσουν ζημιές δυσανάλογες προς το κόστος τους.
Ως εκ τούτου, η Ουάσιγκτον πιθανότατα θα κινηθεί προς μικρότερο αριθμό βάσεων, λιγότερο εμφανείς εγκαταστάσεις, διασπορά των δυνάμεων, δυνατότητες ακριβούς πλήγματος, αντιπυραυλική άμυνα και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, διατηρώντας παράλληλα τη συμβατική στρατιωτική της υπεροχή.
Η Βρετανία και η Γαλλία αναμένεται επίσης να ενισχύσουν τη στρατιωτική συνεργασία και τις πωλήσεις όπλων προς τις μοναρχίες του Κόλπου, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τον αμερικανικό ρόλο ασφαλείας.

Τα αραβικά κράτη δεν θα εμπιστεύονται πλέον απόλυτα τις ΗΠΑ

Οι αραβικές μοναρχίες θα επανεξετάσουν επίσης την αρχιτεκτονική ασφαλείας τους, αν και παραμένει ασαφές τι θα μπορούσε να αντικαταστήσει το σημερινό σύστημα.
Η ιρανική επίθεση του 2019 στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις Abqaiq και Khurais της Σαουδικής Αραβίας, η οποία προσωρινά μείωσε στο μισό την παραγωγή πετρελαίου της χώρας, είχε ήδη αναδείξει τα όρια της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.
Ο σημερινός πόλεμος ενίσχυσε αυτό το μάθημα:
Η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας, αν και παραμένει απαραίτητη, δεν μπορεί να προστατεύσει απόλυτα τα κράτη του Κόλπου.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι αραβικές μοναρχίες θα απομακρυνθούν στρατηγικά από την Ουάσιγκτον.
Θα παραμείνουν ενταγμένες στο αμερικανικό σύστημα ασφαλείας, αλλά μέσω στρατηγικών και οικονομικών συνεργασιών θα αναζητήσουν μεγαλύτερη ευελιξία και εναλλακτικές επιλογές.
Η οικονομική εξάρτηση, βέβαια, περιορίζει τα περιθώρια αυτής της εξισορρόπησης.
Τα κρατικά επενδυτικά ταμεία των χωρών αυτών διαθέτουν περισσότερα από 5 τρισ. δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία, μεγάλο μέρος των οποίων είναι επενδεδυμένο σε δολαριακά assets και δυτικές αγορές.
Παράλληλα, οι κυβερνώσες οικογένειες διαθέτουν τεράστιες ιδιωτικές περιουσίες στη Δύση.
Το πάγωμα των ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία απέδειξε ότι αυτές οι επενδύσεις δημιουργούν πλούτο, αλλά ταυτόχρονα και ευπάθειες.

Ο Περσικός Κόλπος κινείται προς το «multi-alignment»

Η νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώνεται στον Περσικό Κόλπο πιθανότατα θα χαρακτηρίζεται από multi-alignment, δηλαδή από πολλαπλές και παράλληλες συμμαχίες.
Τα αραβικά κράτη θα αποκτήσουν μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών, όμως την ίδια στιγμή θα καταστεί δυσκολότερο για την Ουάσιγκτον να διαμορφώνει μόνη της τις εξελίξεις στην περιοχή.
Οι διαφορετικές προτεραιότητες των αραβικών κρατών καθιστούν, πάντως, απίθανη μια ενιαία στάση απέναντι στις ΗΠΑ ή το Ιράν.
Για τη Σαουδική Αραβία, της οποίας το πρόγραμμα Vision 2030 εξαρτάται από την περιφερειακή σταθερότητα, η ελεγχόμενη συνύπαρξη με το Ιράν έχει καταστεί στρατηγική αναγκαιότητα.
Η αδυναμία των ΗΠΑ να επιτύχουν αποφασιστική νίκη, σε συνδυασμό με τις ιρανικές επιθέσεις στη Σαουδική Αραβία, ενίσχυσε τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας.
Οι αμφιβολίες αυτές εντάθηκαν όταν ο Donald Trump συνέδεσε την υλοποίηση μιας πυρηνικής συμφωνίας ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας με την ένταξη του Ριάντ στις Συμφωνίες του Abraham.
Η Σαουδική Αραβία υπέγραψε επίσης με το Πακιστάν και την Τουρκία τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, σε μια κίνηση που δείχνει την αναζήτηση πρόσθετων εταίρων ασφαλείας.
Η πυρηνική ισχύς του Πακιστάν καθιστά τη χώρα κεντρικό μέλος αυτής της συμφωνίας.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές εάν η συμφωνία –οι όροι της οποίας δεν έχουν δημοσιοποιηθεί– μπορεί να οδηγήσει σε αποτελεσματικό σύστημα περιφερειακής ασφάλειας.

Η διαφορετική στρατηγική των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ακολουθούν διαφορετική στρατηγική:
Εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στον τομέα της ασφάλειας με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και πιθανώς την Ινδία.
Το Abu Dhabi, το οποίο έχει ήδη αποχωρήσει από τον OPEC, ενδέχεται να δει τις διαφορές του με τη Σαουδική Αραβία να διευρύνονται.
Την ίδια στιγμή, η ευπάθεια των ΗΑΕ απέναντι σε μια ιρανική αντίδραση ενισχύει την προτίμηση του Abu Dhabi για διατήρηση διαχειριζόμενων αλλά προσεκτικών σχέσεων με την Τεχεράνη.
Η έκβαση του πολέμου θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της σχέσης.
Το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ, τα οποία είναι περισσότερο εκτεθειμένα από άλλες μοναρχίες του Κόλπου σε μια μελλοντική σύγκρουση με το Ιράν, πιθανότατα θα συνεχίσουν να βρίσκονται κοντά στην Ουάσιγκτον και το Ριάντ.
Αντίθετα, το Κατάρ και το Ομάν αναμένεται να ενισχύσουν την επικοινωνία και τη συνεργασία τους με την Τεχεράνη.
Ούτε το Πακιστάν, ούτε το Ισραήλ, ούτε η Τουρκία αναμένεται να εξελιχθούν σε μεγάλη εξωτερική δύναμη στον Περσικό Κόλπο.
Υπάρχει, όμως, μία δύναμη που φαίνεται να διαθέτει τις μεγαλύτερες δυνατότητες να επωφεληθεί από τη νέα πραγματικότητα: η Κίνα.

Η Κίνα βλέπει «χρυσή ευκαιρία»

Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος των αραβικών μοναρχιών και η χώρα που διατηρεί στενότερες σχέσεις ασφαλείας με την Τεχεράνη από οποιοδήποτε άλλο κράτος του Κόλπου.
Ως εκ τούτου, το Πεκίνο διαθέτει μια μοναδική θέση για να διευρύνει την επιρροή του μέσω του εμπορίου και της τεχνολογίας, χωρίς να αναλάβει το τεράστιο κόστος διατήρησης της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Με την πάροδο του χρόνου, η προστασία αυτών των συμφερόντων ενδέχεται να ωθήσει την Κίνα σε μεγαλύτερο ρόλο στον τομέα της ασφάλειας στην περιοχή.
Η εκδίωξη της Πορτογαλίας από το Hormuz από το Ιράν το 1622 άνοιξε τον δρόμο για τη βρετανική κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο.
Σήμερα, η αμφισβήτηση της «Pax Americana» από το Ιράν μπορεί να επιταχύνει την ανάδειξη της Κίνας σε μία από τις βασικές εξωτερικές δυνάμεις του Περσικού Κόλπου.

Θα βγει το Ιράν ισχυρότερο από τον πόλεμο;

Εάν ο πόλεμος τερματιστεί μέσω διαπραγματεύσεων, το Ιράν πιθανότατα θα εξέλθει με αυξημένη περιφερειακή επιρροή.
Η Τεχεράνη θα επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει τον «Άξονα της Αντίστασης» και παράλληλα να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με τα κράτη του Κόλπου.
Το Ιράν πιθανότατα θα ενισχύσει τους Ansar Allah, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος στην Αραβική Χερσόνησο, να ασκήσει πίεση στη Σαουδική Αραβία και να επεκτείνει τη θαλάσσια επιρροή του έως το Bab el-Mandeb.
Παράλληλα, η Τεχεράνη αναμένεται να επιχειρήσει τη δημιουργία ενός περιφερειακού πλαισίου ασφαλείας, βελτιώνοντας τις σχέσεις της με τη Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Κατάρ και παρακολουθώντας στενά τη στάση των υπόλοιπων μοναρχιών του Κόλπου.
Το Ιράν θα προσπαθήσει επίσης να θεσμοθετήσει το πλεονέκτημα που απέκτησε κατά τη διάρκεια του πολέμου στα Στενά του Hormuz.
Στόχος θα ήταν να αποκτήσει, από κοινού με το Ομάν, κεντρικό ρόλο στη διαχείριση των Στενών και στον καθορισμό του κόστους διέλευσης.
Έχοντας μετατρέψει το Hormuz σε σύμβολο αντίστασης, το Ιράν δύσκολα θα αποδεχθεί απλώς την επιστροφή στην προπολεμική κατάσταση.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την Τεχεράνη θα είναι να αποφύγει την υπερβολή στις διαπραγματεύσεις για το Hormuz και να μην απαιτήσει περισσότερα από όσα μπορούν να αποδεχθούν τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου και η διεθνής κοινότητα.
Η ισορροπία αυτή είναι κρίσιμη.
Αρκετές μοναρχίες του Κόλπου επενδύουν ήδη σε αγωγούς προς την Ερυθρά Θάλασσα και σε άλλες εναλλακτικές εξαγωγικές διαδρομές, προκειμένου να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα Στενά του Hormuz.

Το μεγάλο γεωπολιτικό συμπέρασμα

Οι αραβικές μοναρχίες επανεξετάζουν τα αμυντικά τους μοντέλα.
Θα πρέπει να αποδεχθούν ότι η ασφάλεια που είναι απαραίτητη για την οικονομική τους ανάπτυξη δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της απομόνωσης του Ιράν ή μέσω της συμμετοχής στην οικονομική του ασφυξία.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν θα πρέπει να αποδεχθεί ότι η δική του ασφάλεια εξαρτάται από μια ειρηνική συνύπαρξη με τους Άραβες γείτονές του, μια συνύπαρξη που θα στηρίζεται και στην οικονομική συνεργασία.
Το μέλλον της περιοχής θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη μπορούν να καταλήξουν σε μια στρατηγική κατανόηση για τη νέα τάξη πραγμάτων που διαμορφώνεται στον Περσικό Κόλπο.
Γιατί μόνο όταν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρεθούν σε ειρήνη στον Περσικό Κόλπο, θα μπορέσει και αυτή η κρίσιμη και βαθιά δοκιμαζόμενη περιοχή να βρει τη δική της ισορροπία.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης