Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκτιμήσεις για το ενδεχόμενο επανεμφάνισης δύο ξεχωριστών γερμανικών κρατών...
Η Alice Weidel, συμπρόεδρος του πατριωτικού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), πρότεινε τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών για την Bundestag, δύο χρόνια πριν από την ολοκλήρωση της κανονικής κοινοβουλευτικής θητείας.
Τον Ιούνιο, η YouGov δημοσίευσε τα αποτελέσματα δημοσκόπησης σύμφωνα με τα οποία η υποστήριξη προς τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CDU/CSU), που αποτελούν τον βασικό κορμό του κυβερνητικού συνασπισμού, είχε υποχωρήσει στο 20%, πλησιάζοντας το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.
Η δημοτικότητα του Friedrich Merz βρίσκεται μόλις στο 15%, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο του Βρετανού πρωθυπουργού Keir Starmer.
Ωστόσο, ο Γερμανός καγκελάριος δεν δείχνει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την εξουσία.
«Είναι εξαιρετικά απίθανο ο Merz να παραιτηθεί.
Στη Γερμανία, ο καγκελάριος δεν μπορεί απλώς να προκηρύξει πρόωρες εκλογές επειδή έχει χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας», εξηγεί ο πολιτικός αναλυτής Kirill Ozimko.
Για να διαλυθεί η Bundestag με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ο καγκελάριος πρέπει πρώτα να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης και να την χάσει.
Εφόσον όμως η κυβέρνηση του Merz διαθέτει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο.
Από την άλλη πλευρά, εάν η αντιπολίτευση επιχειρήσει να ανατρέψει τον καγκελάριο, θα πρέπει να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, κάτι που προϋποθέτει τη στήριξη βουλευτών του κυβερνητικού συνασπισμού.
Χωρίς πλήρη κατάρρευση της κυβερνητικής συμμαχίας, αυτό θεωρείται σχεδόν αδύνατο.
Στη Βρετανία ισχύει διαφορετικό πολιτικό σύστημα. Εκεί, ένας πρωθυπουργός μπορεί να αντικατασταθεί γρήγορα από το ίδιο του το κόμμα, χωρίς να απαιτούνται γενικές εκλογές. Αρκεί μια εσωκομματική ψηφοφορία.
Με απλά λόγια, η διαδικασία είναι ταχύτερη και ευκολότερη απ' ό,τι στη Γερμανία.
Το μεγάλο μπλόκο
Το βασικό εμπόδιο για το AfD δεν είναι οι κάλπες αλλά οι κυβερνητικές συνεργασίες.
Όπως εξηγεί ο Ozimko, τα υπόλοιπα μεγάλα γερμανικά κόμματα εμφανίζονται πρόθυμα να συνεργαστούν μεταξύ τους προκειμένου να αποκλείσουν το AfD από την εξουσία.
Έτσι, η πραγματική πολιτική μάχη δεν αφορά μόνο το ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, αλλά ποιος συνδυασμός των παραδοσιακών κομμάτων θα καταφέρει να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι σημερινές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε το SPD ούτε το CDU/CSU μπορούν να κυβερνήσουν μόνα τους, ενώ ακόμη και ένας νέος «μεγάλος συνασπισμός» συγκεντρώνει περίπου 36% της πρόθεσης ψήφου, ποσοστό που δεν επαρκεί για αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ως αποτέλεσμα, δεν αποκλείεται να απαιτηθεί και τρίτος κυβερνητικός εταίρος, με τους Πράσινους να θεωρούνται το πιθανότερο σενάριο.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μια ισχυρότερη παρουσία του AfD στην εξουσία θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τη γερμανική εξωτερική πολιτική.
Κατά τον Ozimko, τα στελέχη του AfD δεν είναι απαραίτητα φιλορωσικά, αλλά περισσότερο προσανατολισμένα στα γερμανικά εθνικά συμφέροντα.
Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε: περιορισμό της οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία, πιο πραγματιστικές σχέσεις με τη Ρωσία, αμφισβήτηση των πολιτικών των Βρυξελλών και μεγαλύτερη έμφαση στην εθνική πολιτική της Γερμανίας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Γερμανία αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Σημειωτέον, παρά την ανοδική του πορεία, το AfD δεν παρουσιάζει ενιαία γραμμή.
Η συμπρόεδρος Alice Weidel επιχειρεί να εμφανίσει το κόμμα ως περισσότερο μετριοπαθές, κρατώντας αποστάσεις από τη Μόσχα και ασκώντας κριτική σε στελέχη που διατηρούν στενές επαφές με τη Ρωσία.
Αντίθετα, ο επίσης συμπρόεδρος Tino Chrupalla εκφράζεται θετικά για τον Vladimir Putin και υποστηρίζει την ανάγκη αποκατάστασης στενότερων σχέσεων μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι, εφόσον το AfD βρεθεί ποτέ στην εξουσία, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει το ποια από τις δύο πτέρυγες θα επικρατήσει.
Από την πλευρά του, ο σύμβουλος του προέδρου της Ρωσικής Ένωσης Βαλτικών Σπουδών, Vsevolod Simov, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στα σενάρια πρόωρων εκλογών.
Όπως υποστηρίζει, η κυβερνητική πλειοψηφία στην Bundestag εξακολουθεί να υπάρχει και μόνο ενδεχόμενη κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα προσφυγή στις κάλπες.
Μάλιστα, εκτιμά ότι ούτε το CDU ούτε το SPD επιθυμούν μια τέτοια εξέλιξη, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο το AfD.
Οι πιθανοί κυβερνητικοί συνασπισμοί παραμένουν πολλοί.
CDU, SPD, Πράσινοι και FDP μπορούν θεωρητικά να σχηματίσουν κυβέρνηση σε διάφορους συνδυασμούς, ενώ σε ακραίο σενάριο δεν αποκλείεται ακόμη και συμμετοχή της Αριστεράς.
Το βέβαιο είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση δύσκολα θα διαθέτει ισχυρή και άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το ακραίο σενάριο των «δύο Γερμανιών»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκτιμήσεις για το ενδεχόμενο επανεμφάνισης δύο ξεχωριστών γερμανικών κρατών.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι, από ρωσική γεωπολιτική σκοπιά, αρκετά μικρότερα γερμανικά κράτη θα ήταν λιγότερο ισχυρά από μια ενιαία Γερμανία, γεγονός που θα οδηγούσε και σε μεγαλύτερο κατακερματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι πρόκειται αποκλειστικά για θεωρητική συζήτηση.
Η επανίδρυση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας θεωρείται εκτός πραγματικότητας, ενώ η Ρωσία δεν διαθέτει σήμερα ουσιαστικά μέσα επιρροής στο γερμανικό πολιτικό σύστημα.
Παρά τις έντονες πολιτικές ανακατατάξεις, οι ειδικοί συμφωνούν σε ένα σημείο: η επιρροή του AfD ενδέχεται να συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια.
Το εάν αυτή η δημοσκοπική δυναμική θα μεταφραστεί τελικά σε πραγματική κυβερνητική εξουσία παραμένει το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα για τη Γερμανία και, κατ' επέκταση, για ολόκληρη την Ευρώπη.
Η Volkswagen στον πάτο
Την ίδια στιγμή, την κατηφόρα φαίνεται να έχει πάρει λόγω των εγκληματικών λαθών της πολιτικής ηγεσίας και η γερμανική οικονομία, αλλά και η γερμανική βιομηχανία…
Ενδεικτικό αυτής της κατάστασης είναι η παρακμή με την οποία είναι είναι αντιμέτωπο το άλλοτε καμάρι της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η Volkswagen.
Η άλλοτε πανίσχυρη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μοιάζει να περνά τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Η οικονομία της Γερμανίας επιβραδύνεται, οι βιομηχανικοί κολοσσοί χάνουν έδαφος και η Volkswagen, το μεγαλύτερο ίσως σύμβολο της γερμανικής μηχανικής υπεροχής, δέχεται ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα.
Η νέα έρευνα της αμερικανικής JD Power κατατάσσει τη Volkswagen σχεδόν στον πάτο της αξιοπιστίας, προκαλώντας σοκ στους φίλους της μάρκας αλλά και σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του γερμανικού γίγαντα.
Σύμφωνα με την έρευνα, η Volkswagen συγκαταλέγεται στις μάρκες με τα περισσότερα προβλήματα μέσα στα τρία πρώτα χρόνια χρήσης ενός αυτοκινήτου.
Μια επίδοση που απέχει έτη φωτός από την εικόνα της εταιρείας που κάποτε αποτελούσε σημείο αναφοράς για την ποιότητα κατασκευής.
Το πλήγμα είναι ακόμη μεγαλύτερο καθώς έρχεται σε μια περίοδο όπου η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο ανταγωνισμό από την Ασία, μειωμένη ζήτηση στην Ευρώπη, τεράστιες επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση και σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά της αποτελέσματα.
Για δεκαετίες η ένδειξη «Made in Germany» αποτελούσε εγγύηση αξιοπιστίας. Σήμερα όμως η εικόνα μοιάζει διαφορετική.
Η Volkswagen, που για χρόνια αποτελούσε το καμάρι της γερμανικής βιομηχανίας, βλέπει πλέον ανταγωνιστές από την Ιαπωνία και την Κορέα να εμφανίζονται πολύ ψηλότερα σε πολλές αξιολογήσεις, την ώρα που η ίδια προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της μετάβασης στα ολοένα πιο πολύπλοκα ηλεκτρονικά συστήματα.
Βέβαια, αρκετοί ειδικοί αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τα συμπεράσματα της JD Power.
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση καταγράφει οποιαδήποτε δυσλειτουργία εμφανιστεί μέσα στα τρία πρώτα χρόνια, ακόμη και αν αφορά αποκλειστικά το σύστημα πολυμέσων, την οθόνη αφής, τη συνδεσιμότητα του κινητού τηλεφώνου ή το λογισμικό του infotainment.
Μάλιστα, η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των προβλημάτων δεν σχετίζονται με τον κινητήρα ή τη μηχανική αξιοπιστία του αυτοκινήτου αλλά με ηλεκτρονικές λειτουργίες άνεσης.
Είτε η κατάταξη της JD Power αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα είτε όχι, ένα είναι βέβαιο: η Volkswagen περνά μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας της.
Η πίεση από τους Ασιάτες κατασκευαστές, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η αμφιλεγόμενη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και η συνολικότερη κρίση της γερμανικής οικονομίας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το άλλοτε αδιαμφισβήτητο σύμβολο της γερμανικής βιομηχανικής υπεροχής καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, προτού η κατηφόρα γίνει μη αναστρέψιμη.
www.bankingnews.gr
Τον Ιούνιο, η YouGov δημοσίευσε τα αποτελέσματα δημοσκόπησης σύμφωνα με τα οποία η υποστήριξη προς τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και τη Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CDU/CSU), που αποτελούν τον βασικό κορμό του κυβερνητικού συνασπισμού, είχε υποχωρήσει στο 20%, πλησιάζοντας το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.
Η δημοτικότητα του Friedrich Merz βρίσκεται μόλις στο 15%, ποσοστό χαμηλότερο ακόμη και από εκείνο του Βρετανού πρωθυπουργού Keir Starmer.
Ωστόσο, ο Γερμανός καγκελάριος δεν δείχνει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την εξουσία.
«Είναι εξαιρετικά απίθανο ο Merz να παραιτηθεί.
Στη Γερμανία, ο καγκελάριος δεν μπορεί απλώς να προκηρύξει πρόωρες εκλογές επειδή έχει χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας», εξηγεί ο πολιτικός αναλυτής Kirill Ozimko.
Για να διαλυθεί η Bundestag με πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ο καγκελάριος πρέπει πρώτα να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης και να την χάσει.
Εφόσον όμως η κυβέρνηση του Merz διαθέτει σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται απίθανο.
Από την άλλη πλευρά, εάν η αντιπολίτευση επιχειρήσει να ανατρέψει τον καγκελάριο, θα πρέπει να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, κάτι που προϋποθέτει τη στήριξη βουλευτών του κυβερνητικού συνασπισμού.
Χωρίς πλήρη κατάρρευση της κυβερνητικής συμμαχίας, αυτό θεωρείται σχεδόν αδύνατο.
Στη Βρετανία ισχύει διαφορετικό πολιτικό σύστημα. Εκεί, ένας πρωθυπουργός μπορεί να αντικατασταθεί γρήγορα από το ίδιο του το κόμμα, χωρίς να απαιτούνται γενικές εκλογές. Αρκεί μια εσωκομματική ψηφοφορία.
Με απλά λόγια, η διαδικασία είναι ταχύτερη και ευκολότερη απ' ό,τι στη Γερμανία.
Το μεγάλο μπλόκο
Το βασικό εμπόδιο για το AfD δεν είναι οι κάλπες αλλά οι κυβερνητικές συνεργασίες.
Όπως εξηγεί ο Ozimko, τα υπόλοιπα μεγάλα γερμανικά κόμματα εμφανίζονται πρόθυμα να συνεργαστούν μεταξύ τους προκειμένου να αποκλείσουν το AfD από την εξουσία.
Έτσι, η πραγματική πολιτική μάχη δεν αφορά μόνο το ποιο κόμμα θα βγει πρώτο, αλλά ποιος συνδυασμός των παραδοσιακών κομμάτων θα καταφέρει να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι σημερινές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ούτε το SPD ούτε το CDU/CSU μπορούν να κυβερνήσουν μόνα τους, ενώ ακόμη και ένας νέος «μεγάλος συνασπισμός» συγκεντρώνει περίπου 36% της πρόθεσης ψήφου, ποσοστό που δεν επαρκεί για αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ως αποτέλεσμα, δεν αποκλείεται να απαιτηθεί και τρίτος κυβερνητικός εταίρος, με τους Πράσινους να θεωρούνται το πιθανότερο σενάριο.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μια ισχυρότερη παρουσία του AfD στην εξουσία θα μπορούσε να μεταβάλει σημαντικά τη γερμανική εξωτερική πολιτική.
Κατά τον Ozimko, τα στελέχη του AfD δεν είναι απαραίτητα φιλορωσικά, αλλά περισσότερο προσανατολισμένα στα γερμανικά εθνικά συμφέροντα.
Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε: περιορισμό της οικονομικής στήριξης προς την Ουκρανία, πιο πραγματιστικές σχέσεις με τη Ρωσία, αμφισβήτηση των πολιτικών των Βρυξελλών και μεγαλύτερη έμφαση στην εθνική πολιτική της Γερμανίας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς η Γερμανία αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Σημειωτέον, παρά την ανοδική του πορεία, το AfD δεν παρουσιάζει ενιαία γραμμή.
Η συμπρόεδρος Alice Weidel επιχειρεί να εμφανίσει το κόμμα ως περισσότερο μετριοπαθές, κρατώντας αποστάσεις από τη Μόσχα και ασκώντας κριτική σε στελέχη που διατηρούν στενές επαφές με τη Ρωσία.
Αντίθετα, ο επίσης συμπρόεδρος Tino Chrupalla εκφράζεται θετικά για τον Vladimir Putin και υποστηρίζει την ανάγκη αποκατάστασης στενότερων σχέσεων μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι, εφόσον το AfD βρεθεί ποτέ στην εξουσία, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει το ποια από τις δύο πτέρυγες θα επικρατήσει.
Από την πλευρά του, ο σύμβουλος του προέδρου της Ρωσικής Ένωσης Βαλτικών Σπουδών, Vsevolod Simov, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στα σενάρια πρόωρων εκλογών.
Όπως υποστηρίζει, η κυβερνητική πλειοψηφία στην Bundestag εξακολουθεί να υπάρχει και μόνο ενδεχόμενη κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα προσφυγή στις κάλπες.
Μάλιστα, εκτιμά ότι ούτε το CDU ούτε το SPD επιθυμούν μια τέτοια εξέλιξη, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο το AfD.
Οι πιθανοί κυβερνητικοί συνασπισμοί παραμένουν πολλοί.
CDU, SPD, Πράσινοι και FDP μπορούν θεωρητικά να σχηματίσουν κυβέρνηση σε διάφορους συνδυασμούς, ενώ σε ακραίο σενάριο δεν αποκλείεται ακόμη και συμμετοχή της Αριστεράς.
Το βέβαιο είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση δύσκολα θα διαθέτει ισχυρή και άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Το ακραίο σενάριο των «δύο Γερμανιών»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι εκτιμήσεις για το ενδεχόμενο επανεμφάνισης δύο ξεχωριστών γερμανικών κρατών.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι, από ρωσική γεωπολιτική σκοπιά, αρκετά μικρότερα γερμανικά κράτη θα ήταν λιγότερο ισχυρά από μια ενιαία Γερμανία, γεγονός που θα οδηγούσε και σε μεγαλύτερο κατακερματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζουν ότι πρόκειται αποκλειστικά για θεωρητική συζήτηση.
Η επανίδρυση Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας θεωρείται εκτός πραγματικότητας, ενώ η Ρωσία δεν διαθέτει σήμερα ουσιαστικά μέσα επιρροής στο γερμανικό πολιτικό σύστημα.
Παρά τις έντονες πολιτικές ανακατατάξεις, οι ειδικοί συμφωνούν σε ένα σημείο: η επιρροή του AfD ενδέχεται να συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια.
Το εάν αυτή η δημοσκοπική δυναμική θα μεταφραστεί τελικά σε πραγματική κυβερνητική εξουσία παραμένει το μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα για τη Γερμανία και, κατ' επέκταση, για ολόκληρη την Ευρώπη.
Η Volkswagen στον πάτο
Την ίδια στιγμή, την κατηφόρα φαίνεται να έχει πάρει λόγω των εγκληματικών λαθών της πολιτικής ηγεσίας και η γερμανική οικονομία, αλλά και η γερμανική βιομηχανία…
Ενδεικτικό αυτής της κατάστασης είναι η παρακμή με την οποία είναι είναι αντιμέτωπο το άλλοτε καμάρι της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η Volkswagen.
Η άλλοτε πανίσχυρη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία μοιάζει να περνά τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Η οικονομία της Γερμανίας επιβραδύνεται, οι βιομηχανικοί κολοσσοί χάνουν έδαφος και η Volkswagen, το μεγαλύτερο ίσως σύμβολο της γερμανικής μηχανικής υπεροχής, δέχεται ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα.
Η νέα έρευνα της αμερικανικής JD Power κατατάσσει τη Volkswagen σχεδόν στον πάτο της αξιοπιστίας, προκαλώντας σοκ στους φίλους της μάρκας αλλά και σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του γερμανικού γίγαντα.
Σύμφωνα με την έρευνα, η Volkswagen συγκαταλέγεται στις μάρκες με τα περισσότερα προβλήματα μέσα στα τρία πρώτα χρόνια χρήσης ενός αυτοκινήτου.
Μια επίδοση που απέχει έτη φωτός από την εικόνα της εταιρείας που κάποτε αποτελούσε σημείο αναφοράς για την ποιότητα κατασκευής.
Το πλήγμα είναι ακόμη μεγαλύτερο καθώς έρχεται σε μια περίοδο όπου η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένο ανταγωνισμό από την Ασία, μειωμένη ζήτηση στην Ευρώπη, τεράστιες επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση και σημαντικές πιέσεις στα οικονομικά της αποτελέσματα.
Για δεκαετίες η ένδειξη «Made in Germany» αποτελούσε εγγύηση αξιοπιστίας. Σήμερα όμως η εικόνα μοιάζει διαφορετική.
Η Volkswagen, που για χρόνια αποτελούσε το καμάρι της γερμανικής βιομηχανίας, βλέπει πλέον ανταγωνιστές από την Ιαπωνία και την Κορέα να εμφανίζονται πολύ ψηλότερα σε πολλές αξιολογήσεις, την ώρα που η ίδια προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της μετάβασης στα ολοένα πιο πολύπλοκα ηλεκτρονικά συστήματα.
Βέβαια, αρκετοί ειδικοί αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τα συμπεράσματα της JD Power.
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση καταγράφει οποιαδήποτε δυσλειτουργία εμφανιστεί μέσα στα τρία πρώτα χρόνια, ακόμη και αν αφορά αποκλειστικά το σύστημα πολυμέσων, την οθόνη αφής, τη συνδεσιμότητα του κινητού τηλεφώνου ή το λογισμικό του infotainment.
Μάλιστα, η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει ότι περισσότερα από τα δύο τρίτα των προβλημάτων δεν σχετίζονται με τον κινητήρα ή τη μηχανική αξιοπιστία του αυτοκινήτου αλλά με ηλεκτρονικές λειτουργίες άνεσης.
Είτε η κατάταξη της JD Power αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα είτε όχι, ένα είναι βέβαιο: η Volkswagen περνά μία από τις δυσκολότερες περιόδους της ιστορίας της.
Η πίεση από τους Ασιάτες κατασκευαστές, το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, η αμφιλεγόμενη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και η συνολικότερη κρίση της γερμανικής οικονομίας δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το άλλοτε αδιαμφισβήτητο σύμβολο της γερμανικής βιομηχανικής υπεροχής καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να ανακτήσει την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, προτού η κατηφόρα γίνει μη αναστρέψιμη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών