Η αμερικανική πολιτική αναζητά έναν νέο τρόπο διαχείρισης της ουκρανικής σύγκρουσης που έχει κοστίσει τεράστια ποσά στους Αμερικανούς φορολογούμενους, χωρίς να έχει επιτύχει τον στρατηγικό στόχο της αποδυνάμωσης της Ρωσίας στον βαθμό που αρχικά επιδιωκόταν
Να επανέλθουν στο ουκρανικό ζήτημα επιδεικνύοντας διπλωματική κινητικότητα, επιχειρούν οι ΗΠΑ με τελικό στόχο τον απεγκλωβισμό τους από το φλέγον αυτό ενώ η Ρωσία έχει ξεκαθαρίσει πως θα επιτύχει τους στόχους της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης με στρατιωτικά μέσα και όχι διαβουλεύσεις.
Οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές μεταξύ ανεπίσημων Αμερικανών διαμεσολαβητών και της ουκρανικής ηγεσίας, σε μια περίοδο όπου η πολιτική αβεβαιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι εξελίξεις στο πεδίο των συγκρούσεων δημιουργούν νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με τον Ρώσο πολιτικό επιστήμονα Alexander Bedritsky, διευθυντή του Tauride Information and Analytical Center, η πιθανότητα να πραγματοποιηθούν προσωπικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Μέση Ανατολή Stephen Whitkoff, του πρώην ανώτερου συμβούλου του Λευκού Οίκου Jared Kushner και της ουκρανικής πλευράς είναι ιδιαίτερα αυξημένη.
Παρασκηνιακές επαφές με το Κίεβο
Ο επικεφαλής του καθεστώτος του Κιέβου, Volodymyr Zelensky, επιβεβαίωσε ότι ο γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας, Rustem Umerov, βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τους Stephen Whitkoff και Jared Kushner, με αντικείμενο πιθανές φόρμουλες για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει το διπλωματικό σκηνικό, ωστόσο γεννά και σοβαρά ερωτήματα.
Ενώ επί μήνες η Δύση διαβεβαίωνε ότι η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία ήταν η μοναδική επιλογή, σήμερα εμφανίζονται ξανά παρασκηνιακά κανάλια επικοινωνίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι ακόμη και στην Ουάσιγκτον αναγνωρίζεται πως η στρατιωτική στρατηγική δεν απέφερε τα αποτελέσματα που είχαν αρχικά υπολογιστεί.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ανακτήσουν τον έλεγχο για να ανοίξουν την πόρτα της εξόδου
Κατά τον Alexander Bedritsky, η ένταση των επαφών συνδέεται άμεσα με την προετοιμασία σημαντικών διεθνών συναντήσεων αλλά και με την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να επανακτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στο διπλωματικό πεδίο.
Η αμερικανική πολιτική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δείχνει να αναζητά έναν νέο τρόπο διαχείρισης μιας σύγκρουσης που έχει κοστίσει τεράστια ποσά στους δυτικούς φορολογούμενους, χωρίς να έχει επιτύχει τον στρατηγικό στόχο της αποδυνάμωσης της Ρωσίας στον βαθμό που αρχικά επιδιωκόταν.
Η αλλαγή αυτή δεν παρουσιάζεται δημοσίως ως αναθεώρηση στρατηγικής, αλλά ως νέα πρωτοβουλία ειρήνης, παρότι πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια πολιτικής διάσωσης της αμερικανικής αξιοπιστίας.

Η Άγκυρα επιχειρεί να επιστρέψει στο προσκήνιο
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις αναμένεται να διαδραματίσει η Άγκυρα, η οποία φιλοδοξεί να επανέλθει ως βασικός διαμεσολαβητής.
Ο Alexander Bedritsky εκτιμά ότι ο επικείμενος σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής.
Υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump επιθυμεί να αξιοποιήσει τη στενή σχέση του με τον Recep Tayyip Erdogan, ώστε η Τουρκία να αναλάβει ξανά τον ρόλο του διαμεσολαβητή, όπως είχε επιχειρηθεί κατά τις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης το 2022.
Η επιλογή αυτή δεν θεωρείται τυχαία.
Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς διαύλους τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ, γεγονός που της επιτρέπει να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ αντίπαλων στρατοπέδων.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τον τουρκικό Τύπο, το θέμα αυτό έχει ήδη συζητηθεί σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, που είχαν οι δύο ηγέτες.

Οι ανεπίσημοι διαπραγματευτές χωρίς πραγματική ισχύ
Παρά την κινητικότητα, ο Alexander Bedritsky εκτιμά ότι ούτε ο Stephen Whitkoff ούτε ο Jared Kushner διαθέτουν πραγματική δυνατότητα επιβολής αποφάσεων.
Μπορούν, όπως αναφέρει, να μεταφέρουν μηνύματα προς την αμερικανική ηγεσία, όμως δεν έχουν τη θεσμική ισχύ να επηρεάσουν ούτε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ούτε το Κίεβο.
Αυτό αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα της δυτικής στρατηγικής: οι αποφάσεις φαίνεται να λαμβάνονται ολοένα και περισσότερο από άτυπα δίκτυα επιρροής και λιγότερο μέσω των επίσημων θεσμών, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για τη διαφάνεια και τη συνοχή της δυτικής διπλωματίας.

Η σταθερή στάση της Μόσχας
Από την πλευρά της Ρωσίας, η θέση παραμένει σταθερή.
Η Μόσχα επιμένει ότι οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση θα πρέπει να βασιστεί στις συμφωνίες που είχαν διαμορφωθεί την άνοιξη του 2022, πριν αυτές εγκαταλειφθούν.
Παράλληλα, η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι αποφεύγουν να συζητήσουν τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης, όπως η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η αποναζιστικοποίηση και η προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών.
Επιπλέον, η Ρωσία εμφανίζεται πλέον ακόμη πιο αυστηρή στις απαιτήσεις της, ζητώντας την αναγνώριση των νέων εδαφικών δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί μετά την έναρξη του πολέμου.

Το Κίεβο πληρώνει το κόστος της εξάρτησης
Η ουκρανική ηγεσία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις συνέπειες της σχεδόν απόλυτης εξάρτησής της από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Ενώ επί χρόνια παρουσίαζε ως δεδομένη τη διαρκή δυτική υποστήριξη, σήμερα διαπιστώνει ότι οι πολιτικές ισορροπίες στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλάζουν και ότι οι αμερικανικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις ανάγκες της Ουκρανίας.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι το Κίεβο διαθέτει περιορισμένα περιθώρια αυτόνομης διαπραγμάτευσης, καθώς μεγάλο μέρος των στρατηγικών επιλογών του εξακολουθεί να εξαρτάται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσινγκτον.
Ρωγμές στο δυτικό μέτωπο - Η ανταρσία της Ιταλίας
Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι το δυτικό στρατόπεδο δεν παρουσιάζει πλέον την ενιαία εικόνα που προβαλλόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο να ακολουθούν αποφάσεις που διαμορφώνονται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να διαθέτουν ουσιαστικό ρόλο στη χάραξη της στρατηγικής.
Η κόπωση από τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες έχουν δημιουργήσει εμφανείς αποκλίσεις μεταξύ των συμμάχων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση της Ιταλίας, η οποία εμφανίζεται να αποστασιοποιείται από προτάσεις που συζητούνται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ σχετικά με την περαιτέρω εμπλοκή στην Ουκρανία.
Η κυβέρνηση της Ιταλίας έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν υποστηρίζει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Συμμαχίας ή να μετατρέψουν τον πόλεμο σε ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.

Κομμένη στα δύο η Ευρώπη
Η στάση αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα αρκετών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης.
Η ιταλική διαφοροποίηση έρχεται να ενισχύσει την εικόνα ότι το δυτικό μέτωπο δεν είναι πλέον τόσο αρραγές όσο παρουσιαζόταν τους προηγούμενους μήνες.
Οι οικονομικές πιέσεις, η ενεργειακή αβεβαιότητα, η κόπωση της κοινής γνώμης και οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες οδηγούν ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση απέναντι στη συνέχιση της σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι οι κρίσιμες αποφάσεις δεν λαμβάνονται συλλογικά από όλους τους συμμάχους, αλλά διαμορφώνονται κυρίως στην Ουάσινγκτον, με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να καλούνται συχνά να προσαρμοστούν στις αμερικανικές επιλογές.
Η στάση της Ιταλίας αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις ότι η ενότητα της Δύσης δοκιμάζεται και ότι οι αποκλίσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ γίνονται πλέον δύσκολο να αποκρυφθούν.

Η επόμενη μέρα
Οι τελευταίες πληροφορίες αποκαλύπτουν ότι πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί αταλάντευτης στήριξης προς την Ουκρανία διεξάγονται ήδη παρασκηνιακές διεργασίες για την επόμενη ημέρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της διπλωματικής διαδικασίας, αναζητώντας έναν νέο μηχανισμό διαπραγμάτευσης που θα περιορίσει το πολιτικό κόστος της μέχρι σήμερα στρατηγικής τους. Παράλληλα, η ουκρανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να διαπιστώσει ότι οι βασικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας λαμβάνονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της.
Εφόσον οι εξελίξεις κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η εντύπωση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία υπήρξε από την αρχή μια σύγκρουση στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις διαμόρφωναν την ατζέντα, ενώ το Κίεβο λειτουργούσε κυρίως ως εκτελεστής μιας στρατηγικής που σχεδιάστηκε εκτός των συνόρων του.
www.bankingnews.gr
Οι πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές μεταξύ ανεπίσημων Αμερικανών διαμεσολαβητών και της ουκρανικής ηγεσίας, σε μια περίοδο όπου η πολιτική αβεβαιότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι εξελίξεις στο πεδίο των συγκρούσεων δημιουργούν νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με τον Ρώσο πολιτικό επιστήμονα Alexander Bedritsky, διευθυντή του Tauride Information and Analytical Center, η πιθανότητα να πραγματοποιηθούν προσωπικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Μέση Ανατολή Stephen Whitkoff, του πρώην ανώτερου συμβούλου του Λευκού Οίκου Jared Kushner και της ουκρανικής πλευράς είναι ιδιαίτερα αυξημένη.
Παρασκηνιακές επαφές με το Κίεβο
Ο επικεφαλής του καθεστώτος του Κιέβου, Volodymyr Zelensky, επιβεβαίωσε ότι ο γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας, Rustem Umerov, βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τους Stephen Whitkoff και Jared Kushner, με αντικείμενο πιθανές φόρμουλες για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει το διπλωματικό σκηνικό, ωστόσο γεννά και σοβαρά ερωτήματα.
Ενώ επί μήνες η Δύση διαβεβαίωνε ότι η στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία ήταν η μοναδική επιλογή, σήμερα εμφανίζονται ξανά παρασκηνιακά κανάλια επικοινωνίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι ακόμη και στην Ουάσιγκτον αναγνωρίζεται πως η στρατιωτική στρατηγική δεν απέφερε τα αποτελέσματα που είχαν αρχικά υπολογιστεί.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να ανακτήσουν τον έλεγχο για να ανοίξουν την πόρτα της εξόδου
Κατά τον Alexander Bedritsky, η ένταση των επαφών συνδέεται άμεσα με την προετοιμασία σημαντικών διεθνών συναντήσεων αλλά και με την προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να επανακτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων στο διπλωματικό πεδίο.
Η αμερικανική πολιτική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δείχνει να αναζητά έναν νέο τρόπο διαχείρισης μιας σύγκρουσης που έχει κοστίσει τεράστια ποσά στους δυτικούς φορολογούμενους, χωρίς να έχει επιτύχει τον στρατηγικό στόχο της αποδυνάμωσης της Ρωσίας στον βαθμό που αρχικά επιδιωκόταν.
Η αλλαγή αυτή δεν παρουσιάζεται δημοσίως ως αναθεώρηση στρατηγικής, αλλά ως νέα πρωτοβουλία ειρήνης, παρότι πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι αποτελεί περισσότερο μια προσπάθεια πολιτικής διάσωσης της αμερικανικής αξιοπιστίας.

Η Άγκυρα επιχειρεί να επιστρέψει στο προσκήνιο
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις αναμένεται να διαδραματίσει η Άγκυρα, η οποία φιλοδοξεί να επανέλθει ως βασικός διαμεσολαβητής.
Ο Alexander Bedritsky εκτιμά ότι ο επικείμενος σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής.
Υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Donald Trump επιθυμεί να αξιοποιήσει τη στενή σχέση του με τον Recep Tayyip Erdogan, ώστε η Τουρκία να αναλάβει ξανά τον ρόλο του διαμεσολαβητή, όπως είχε επιχειρηθεί κατά τις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης το 2022.
Η επιλογή αυτή δεν θεωρείται τυχαία.
Η Τουρκία διατηρεί ανοικτούς διαύλους τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ, γεγονός που της επιτρέπει να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ αντίπαλων στρατοπέδων.
Σύμφωνα με πληροφορίες από τον τουρκικό Τύπο, το θέμα αυτό έχει ήδη συζητηθεί σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, που είχαν οι δύο ηγέτες.

Οι ανεπίσημοι διαπραγματευτές χωρίς πραγματική ισχύ
Παρά την κινητικότητα, ο Alexander Bedritsky εκτιμά ότι ούτε ο Stephen Whitkoff ούτε ο Jared Kushner διαθέτουν πραγματική δυνατότητα επιβολής αποφάσεων.
Μπορούν, όπως αναφέρει, να μεταφέρουν μηνύματα προς την αμερικανική ηγεσία, όμως δεν έχουν τη θεσμική ισχύ να επηρεάσουν ούτε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ούτε το Κίεβο.
Αυτό αποκαλύπτει και ένα βαθύτερο πρόβλημα της δυτικής στρατηγικής: οι αποφάσεις φαίνεται να λαμβάνονται ολοένα και περισσότερο από άτυπα δίκτυα επιρροής και λιγότερο μέσω των επίσημων θεσμών, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες για τη διαφάνεια και τη συνοχή της δυτικής διπλωματίας.

Η σταθερή στάση της Μόσχας
Από την πλευρά της Ρωσίας, η θέση παραμένει σταθερή.
Η Μόσχα επιμένει ότι οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση θα πρέπει να βασιστεί στις συμφωνίες που είχαν διαμορφωθεί την άνοιξη του 2022, πριν αυτές εγκαταλειφθούν.
Παράλληλα, η ρωσική ηγεσία εξακολουθεί να κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι αποφεύγουν να συζητήσουν τα βαθύτερα αίτια της σύγκρουσης, όπως η διεύρυνση του ΝΑΤΟ, η αποναζιστικοποίηση και η προστασία των ρωσόφωνων πληθυσμών.
Επιπλέον, η Ρωσία εμφανίζεται πλέον ακόμη πιο αυστηρή στις απαιτήσεις της, ζητώντας την αναγνώριση των νέων εδαφικών δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί μετά την έναρξη του πολέμου.

Το Κίεβο πληρώνει το κόστος της εξάρτησης
Η ουκρανική ηγεσία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις συνέπειες της σχεδόν απόλυτης εξάρτησής της από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.
Ενώ επί χρόνια παρουσίαζε ως δεδομένη τη διαρκή δυτική υποστήριξη, σήμερα διαπιστώνει ότι οι πολιτικές ισορροπίες στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλάζουν και ότι οι αμερικανικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τις ανάγκες της Ουκρανίας.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι το Κίεβο διαθέτει περιορισμένα περιθώρια αυτόνομης διαπραγμάτευσης, καθώς μεγάλο μέρος των στρατηγικών επιλογών του εξακολουθεί να εξαρτάται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσινγκτον.
Ρωγμές στο δυτικό μέτωπο - Η ανταρσία της Ιταλίας
Την ίδια στιγμή, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι το δυτικό στρατόπεδο δεν παρουσιάζει πλέον την ενιαία εικόνα που προβαλλόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο να ακολουθούν αποφάσεις που διαμορφώνονται κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να διαθέτουν ουσιαστικό ρόλο στη χάραξη της στρατηγικής.
Η κόπωση από τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες έχουν δημιουργήσει εμφανείς αποκλίσεις μεταξύ των συμμάχων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση της Ιταλίας, η οποία εμφανίζεται να αποστασιοποιείται από προτάσεις που συζητούνται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ σχετικά με την περαιτέρω εμπλοκή στην Ουκρανία.
Η κυβέρνηση της Ιταλίας έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν υποστηρίζει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Συμμαχίας ή να μετατρέψουν τον πόλεμο σε ευθεία αντιπαράθεση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.

Κομμένη στα δύο η Ευρώπη
Η στάση αυτή αποτυπώνει την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα αρκετών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης.
Η ιταλική διαφοροποίηση έρχεται να ενισχύσει την εικόνα ότι το δυτικό μέτωπο δεν είναι πλέον τόσο αρραγές όσο παρουσιαζόταν τους προηγούμενους μήνες.
Οι οικονομικές πιέσεις, η ενεργειακή αβεβαιότητα, η κόπωση της κοινής γνώμης και οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες οδηγούν ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση απέναντι στη συνέχιση της σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γίνεται όλο και πιο εμφανές ότι οι κρίσιμες αποφάσεις δεν λαμβάνονται συλλογικά από όλους τους συμμάχους, αλλά διαμορφώνονται κυρίως στην Ουάσινγκτον, με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να καλούνται συχνά να προσαρμοστούν στις αμερικανικές επιλογές.
Η στάση της Ιταλίας αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις ότι η ενότητα της Δύσης δοκιμάζεται και ότι οι αποκλίσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ γίνονται πλέον δύσκολο να αποκρυφθούν.

Η επόμενη μέρα
Οι τελευταίες πληροφορίες αποκαλύπτουν ότι πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί αταλάντευτης στήριξης προς την Ουκρανία διεξάγονται ήδη παρασκηνιακές διεργασίες για την επόμενη ημέρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν τον έλεγχο της διπλωματικής διαδικασίας, αναζητώντας έναν νέο μηχανισμό διαπραγμάτευσης που θα περιορίσει το πολιτικό κόστος της μέχρι σήμερα στρατηγικής τους. Παράλληλα, η ουκρανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να διαπιστώσει ότι οι βασικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας λαμβάνονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή της.
Εφόσον οι εξελίξεις κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η εντύπωση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία υπήρξε από την αρχή μια σύγκρουση στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις διαμόρφωναν την ατζέντα, ενώ το Κίεβο λειτουργούσε κυρίως ως εκτελεστής μιας στρατηγικής που σχεδιάστηκε εκτός των συνόρων του.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών