Η αδυναμία του γιεν συνεχίζεται παρά τη στροφή της Τράπεζας της Ιαπωνίας στη νομισματική πολιτική
Το γεν υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι του δολαρίου από το 1986, γεγονός που επαναφέρει στο τραπέζι το ενδεχόμενο νέας παρέμβασης από τις ιαπωνικές αρχές στην αγορά συναλλάγματος.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, το ιαπωνικό νόμισμα έφτασε έως και τα 161,96 γεν ανά δολάριο, ξεπερνώντας το προηγούμενο όριο των 161,95 που είχε σημειωθεί τον Ιούλιο του 2024, περίοδο κατά την οποία το Τόκιο είχε ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις στήριξης της ισοτιμίας.
Η επιστροφή σε τόσο χαμηλά επίπεδα έχει έντονη ιστορική και συμβολική σημασία. Την τελευταία φορά που το γεν βρισκόταν τόσο αποδυναμωμένο απέναντι στο δολάριο, σχεδόν 40 χρόνια πριν, η εικόνα ήταν αντίστροφη, καθώς τότε ενισχυόταν μετά τη Συμφωνία Plaza, μια διεθνή προσπάθεια αποδυνάμωσης του αμερικανικού νομίσματος από μεγάλες οικονομίες.
Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Το γεν βρίσκεται σε πτωτική πορεία, την ώρα που η ιαπωνική οικονομία προσπαθεί να απομακρυνθεί από μια μακρά περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και αποπληθωριστικών πιέσεων. Η υποτίμηση του νομίσματος, πάντως, λειτουργεί θετικά για τις εξαγωγικές εταιρείες, ενισχύοντας την κερδοφορία τους και συμβάλλοντας στην άνοδο του ιαπωνικού χρηματιστηρίου σε ιστορικά υψηλά.
Από την άλλη πλευρά, το κόστος για τα νοικοκυριά είναι σημαντικό. Η Ιαπωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών, που πληρώνονται κυρίως σε δολάρια, με αποτέλεσμα η πτώση του γεν να αυξάνει τις τιμές, ιδιαίτερα σε καύσιμα και φυσικό αέριο.
Αυτές οι πιέσεις μεταφέρονται σταδιακά στο καλάθι του καταναλωτή, ανεβάζοντας το κόστος ζωής. Για την κυβέρνηση της Sanae Takaichi, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό, καθώς ο πληθωρισμός επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη και τη δημοτικότητα της.
Η αδυναμία του γιεν συνεχίζεται παρά τη στροφή της Τράπεζας της Ιαπωνίας στη νομισματική πολιτική. Η τράπεζα εγκατέλειψε το 2024 την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων, ενώ στις 16 Ιουνίου προχώρησε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου στο 1%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1995, με την αγορά να περιμένει πιο ουσιαστική στήριξη του νομίσματος.
Παρόλα αυτά, η αντίδραση ήταν περιορισμένη, καθώς οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα διατηρήσει πιο σφιχτή νομισματική πολιτική, καθιστώντας το δολάριο πιο ελκυστικό από το γεν.
Το βασικό ζήτημα παραμένει η διαφορά επιτοκίων μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας. Όσο οι αμερικανικές αποδόσεις παραμένουν υψηλότερες, οι επενδυτές συνεχίζουν να μετακινούν κεφάλαια προς το δολάριο, πιέζοντας περαιτέρω το ιαπωνικό νόμισμα.
Την ίδια στιγμή, το Τόκιο δείχνει απρόθυμο να προχωρήσει σε πολύ επιθετική αύξηση επιτοκίων. Σύμφωνα με το Bloomberg, η κυβέρνηση αναμένεται να επιμείνει σε «ισορροπημένη» νομισματική πολιτική, ώστε να αποφευχθεί υπερβολική σύσφιξη που θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη και να επιβαρύνει το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος.
Η κατάσταση είναι λεπτή: υψηλότερα επιτόκια θα ενίσχυαν το γεν, αλλά ταυτόχρονα θα αύξαναν σημαντικά το κόστος δανεισμού και θα επιβάρυναν την οικονομική δραστηριότητα.
Η Ιαπωνία έχει ήδη προχωρήσει σε πολύ δαπανηρές παρεμβάσεις για τη στήριξη του νομίσματος. Μεταξύ 28 Απριλίου και 27 Μαΐου, δαπάνησε περίπου 11,73 τρισ. γεν (72,5 δισ. δολάρια) μετά την πτώση του νομίσματος κάτω από τα 160 ανά δολάριο, πιθανότατα χρησιμοποιώντας και ξένα περιουσιακά στοιχεία, όπως αμερικανικά ομόλογα.
Παρά τις προσπάθειες αυτές, η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων φαίνεται περιορισμένη, καθώς η αγορά συναλλάγματος κινείται σε τεράστια μεγέθη και επηρεάζεται κυρίως από παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Οι ιαπωνικές αρχές δηλώνουν έτοιμες για νέα μέτρα και παρακολουθούν στενά την κατάσταση, ωστόσο οι προηγούμενες παρεμβάσεις έδειξαν ότι οι επιδράσεις είναι συνήθως προσωρινές.
Στο βάθος, το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομισματικό. Η γήρανση του πληθυσμού, οι χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης και το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών της νομισματικής πολιτικής.
Έτσι, η Ιαπωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: ένα ασθενές γεν βοηθά τις εξαγωγές και τις επιχειρήσεις, αλλά επιβαρύνει τους καταναλωτές μέσω ακριβότερων εισαγωγών. Αντίθετα, μια προσπάθεια ενίσχυσης του νομίσματος απαιτεί παρεμβάσεις ή αυστηρότερη νομισματική πολιτική, με πιθανό κόστος για την ανάπτυξη.
www.bankingnews.gr
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, το ιαπωνικό νόμισμα έφτασε έως και τα 161,96 γεν ανά δολάριο, ξεπερνώντας το προηγούμενο όριο των 161,95 που είχε σημειωθεί τον Ιούλιο του 2024, περίοδο κατά την οποία το Τόκιο είχε ήδη προχωρήσει σε παρεμβάσεις στήριξης της ισοτιμίας.
Η επιστροφή σε τόσο χαμηλά επίπεδα έχει έντονη ιστορική και συμβολική σημασία. Την τελευταία φορά που το γεν βρισκόταν τόσο αποδυναμωμένο απέναντι στο δολάριο, σχεδόν 40 χρόνια πριν, η εικόνα ήταν αντίστροφη, καθώς τότε ενισχυόταν μετά τη Συμφωνία Plaza, μια διεθνή προσπάθεια αποδυνάμωσης του αμερικανικού νομίσματος από μεγάλες οικονομίες.
Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική. Το γεν βρίσκεται σε πτωτική πορεία, την ώρα που η ιαπωνική οικονομία προσπαθεί να απομακρυνθεί από μια μακρά περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και αποπληθωριστικών πιέσεων. Η υποτίμηση του νομίσματος, πάντως, λειτουργεί θετικά για τις εξαγωγικές εταιρείες, ενισχύοντας την κερδοφορία τους και συμβάλλοντας στην άνοδο του ιαπωνικού χρηματιστηρίου σε ιστορικά υψηλά.
Από την άλλη πλευρά, το κόστος για τα νοικοκυριά είναι σημαντικό. Η Ιαπωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών, που πληρώνονται κυρίως σε δολάρια, με αποτέλεσμα η πτώση του γεν να αυξάνει τις τιμές, ιδιαίτερα σε καύσιμα και φυσικό αέριο.
Αυτές οι πιέσεις μεταφέρονται σταδιακά στο καλάθι του καταναλωτή, ανεβάζοντας το κόστος ζωής. Για την κυβέρνηση της Sanae Takaichi, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό, καθώς ο πληθωρισμός επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη και τη δημοτικότητα της.
Η αδυναμία του γιεν συνεχίζεται παρά τη στροφή της Τράπεζας της Ιαπωνίας στη νομισματική πολιτική. Η τράπεζα εγκατέλειψε το 2024 την πολιτική των αρνητικών επιτοκίων, ενώ στις 16 Ιουνίου προχώρησε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου στο 1%, το υψηλότερο επίπεδο από το 1995, με την αγορά να περιμένει πιο ουσιαστική στήριξη του νομίσματος.
Παρόλα αυτά, η αντίδραση ήταν περιορισμένη, καθώς οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα διατηρήσει πιο σφιχτή νομισματική πολιτική, καθιστώντας το δολάριο πιο ελκυστικό από το γεν.
Το βασικό ζήτημα παραμένει η διαφορά επιτοκίων μεταξύ ΗΠΑ και Ιαπωνίας. Όσο οι αμερικανικές αποδόσεις παραμένουν υψηλότερες, οι επενδυτές συνεχίζουν να μετακινούν κεφάλαια προς το δολάριο, πιέζοντας περαιτέρω το ιαπωνικό νόμισμα.
Την ίδια στιγμή, το Τόκιο δείχνει απρόθυμο να προχωρήσει σε πολύ επιθετική αύξηση επιτοκίων. Σύμφωνα με το Bloomberg, η κυβέρνηση αναμένεται να επιμείνει σε «ισορροπημένη» νομισματική πολιτική, ώστε να αποφευχθεί υπερβολική σύσφιξη που θα μπορούσε να πλήξει την ανάπτυξη και να επιβαρύνει το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος.
Η κατάσταση είναι λεπτή: υψηλότερα επιτόκια θα ενίσχυαν το γεν, αλλά ταυτόχρονα θα αύξαναν σημαντικά το κόστος δανεισμού και θα επιβάρυναν την οικονομική δραστηριότητα.
Η Ιαπωνία έχει ήδη προχωρήσει σε πολύ δαπανηρές παρεμβάσεις για τη στήριξη του νομίσματος. Μεταξύ 28 Απριλίου και 27 Μαΐου, δαπάνησε περίπου 11,73 τρισ. γεν (72,5 δισ. δολάρια) μετά την πτώση του νομίσματος κάτω από τα 160 ανά δολάριο, πιθανότατα χρησιμοποιώντας και ξένα περιουσιακά στοιχεία, όπως αμερικανικά ομόλογα.
Παρά τις προσπάθειες αυτές, η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων φαίνεται περιορισμένη, καθώς η αγορά συναλλάγματος κινείται σε τεράστια μεγέθη και επηρεάζεται κυρίως από παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.
Οι ιαπωνικές αρχές δηλώνουν έτοιμες για νέα μέτρα και παρακολουθούν στενά την κατάσταση, ωστόσο οι προηγούμενες παρεμβάσεις έδειξαν ότι οι επιδράσεις είναι συνήθως προσωρινές.
Στο βάθος, το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομισματικό. Η γήρανση του πληθυσμού, οι χαμηλές προοπτικές ανάπτυξης και το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών της νομισματικής πολιτικής.
Έτσι, η Ιαπωνία βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: ένα ασθενές γεν βοηθά τις εξαγωγές και τις επιχειρήσεις, αλλά επιβαρύνει τους καταναλωτές μέσω ακριβότερων εισαγωγών. Αντίθετα, μια προσπάθεια ενίσχυσης του νομίσματος απαιτεί παρεμβάσεις ή αυστηρότερη νομισματική πολιτική, με πιθανό κόστος για την ανάπτυξη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών