Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η μεγάλη ενεργειακή συντριβή των ΗΠΑ: Άδειασαν τα στρατηγικά αποθέματα και τώρα εκλιπαρούν για το πετρέλαιο του Ιράν

Η μεγάλη ενεργειακή συντριβή των ΗΠΑ: Άδειασαν τα στρατηγικά αποθέματα και τώρα εκλιπαρούν για το πετρέλαιο του Ιράν
Το μεγαλύτερο παράδοξο είναι ότι οι ΗΠΑ που για δεκαετίες επιχειρούσαν να αποκλείσουν το Ιράν από την παγκόσμια αγορά ενέργειας ενδέχεται τώρα να χρειαστεί το δικό του πετρέλαιο για να καλύψει τα κενά που δημιούργησε η δική της πολιτική
Ένα ακόμη ενεργειακό αδιέξοδο καλούνται να διαχειριστούν οι ΗΠΑ. Έπειτα από χρόνια κυρώσεων, πιέσεων και στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν τα στρατηγικά τους αποθέματα πετρελαίου να έχουν καταρρεύσει στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 42 ετών, ενώ η αδυναμία συγκράτησης των τιμών των καυσίμων απειλεί να εξελιχθεί σε πολιτικό εφιάλτη για τον Donald Trump.
Την ίδια στιγμή, η αποκλιμάκωση της έντασης με το Ιράν και η επανεμφάνιση του ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές ανατρέπουν πλήρως τις ισορροπίες.
Το μεγαλύτερο παράδοξο είναι ότι η χώρα που για δεκαετίες επιχειρούσε να αποκλείσει το Ιράν από την παγκόσμια αγορά ενέργειας ενδέχεται τώρα να χρειαστεί το δικό του πετρέλαιο για να καλύψει τα κενά που δημιούργησε η δική της πολιτική.
Με τα στρατηγικά αποθέματα να έχουν σχεδόν εξαντληθεί, την αμερικανική παραγωγή να αδυνατεί να αυξηθεί γρήγορα και τον κίνδυνο νέας ενεργειακής κρίσης να παραμένει υπαρκτός, η Ουάσιγκτον καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως τη μεγαλύτερη ενεργειακή δοκιμασία των τελευταίων δεκαετιών.

Η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να κάνει πίσω

Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας κόστισαν ακριβά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στην προσπάθειά τους να αντισταθμίσουν τις απώλειες προμηθειών από τη Μέση Ανατολή, οι ΗΠΑ απομείωσαν τα στρατηγικά τους αποθέματα, τα οποία έχουν πλέον υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.
Μπροστά στον κίνδυνο μιας ευρύτερης ενεργειακής κρίσης, ο Λευκός Οίκος αναγκάστηκε να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.

Συμφωνία με την Τεχεράνη για να αποκλιμακωθεί η κρίση

Η προοπτική μιας γενικευμένης σύγκρουσης με το Ιράν απειλούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ουάσιγκτον κατέληξε σε συμφωνία με την Τεχεράνη, η οποία προέβλεπε κατάπαυση του πυρός και άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Σήμερα, το αργό Brent διαπραγματεύεται στην περιοχή των 73-77 δολαρίων το βαρέλι.
Ωστόσο, η αποκλιμάκωση στις διεθνείς αγορές δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ παραμένει κοντά στα 4 δολάρια ανά γαλόνι, γεγονός που αποτελεί σοβαρό πολιτικό και οικονομικό πρόβλημα για την κυβέρνηση Donald Trump, καθώς το υψηλό κόστος καυσίμων τροφοδοτεί τον πληθωρισμό σε ολόκληρη την οικονομία.
«Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Οι τιμές της βενζίνης δεν πρόκειται να μειωθούν άμεσα, ακόμη και αν η αγορά σταθεροποιηθεί πλήρως.
Επιπλέον, όσο παραμένει ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης λόγω της στάσης του Ισραήλ, οι παραγωγοί θα συνεχίσουν να ενσωματώνουν αυτό το γεωπολιτικό ρίσκο στις τιμές», εκτιμά ο Igor Yushkov, ειδικός του Χρηματοοικονομικού Πανεπιστημίου της ρωσικής κυβέρνησης.

Τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα σε ιστορικά χαμηλά

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνεχίζει να αντλεί ποσότητες από τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα συνολικά αποθέματα αργού πετρελαίου και προϊόντων διύλισης, συμπεριλαμβανομένης της βενζίνης, διαμορφώθηκαν τον Ιούνιο στα 1,57 δισεκατομμύρια βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2004.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα του Στρατηγικού Πετρελαϊκού Αποθέματος (SPR). Μέχρι τις 20 Ιουνίου, τα αποθέματα είχαν μειωθεί κατά ακόμη 9,06 εκατομμύρια βαρέλια, φτάνοντας τα 331,2 εκατομμύρια βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 1983.
Η διαρκής απομείωση των στρατηγικών αποθεμάτων δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ.
Όπως επισημαίνει ο Edward Hayden-Briffett, αναλυτής της The Officials, θυγατρικής του Onyx Capital Group, τα αποθέματα αυτά αποτελούν το βασικό εργαλείο αντιμετώπισης σοβαρών ενεργειακών κρίσεων και η εξάντλησή τους περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια αντίδρασης της Ουάσιγκτον.
Η άμεση προτεραιότητα της αμερικανικής κυβέρνησης είναι πλέον η αναπλήρωση των αποθεμάτων, μια διαδικασία που εκτιμάται ότι θα απαιτήσει αρκετό χρόνο.
«Μέχρι να αποκατασταθούν τα στρατηγικά αποθέματα, δύσκολα θα δούμε ουσιαστική αποκλιμάκωση στις τιμές», σημειώνει ο Dmitry Matyushenkov, αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου Ανάπτυξης Νομοθεσίας και μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων Digoria.

Ακόμη και αγορές πετρελαίου από το Ιράν εξετάζουν οι ΗΠΑ

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποκλείεται οι Ηνωμένες Πολιτείες να στραφούν ακόμη και στον μέχρι πρότινος βασικό αντίπαλό τους.
Σύμφωνα με το Bloomberg, αμερικανικές εταιρείες απέκτησαν για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες τη δυνατότητα να αγοράζουν ιρανικό αργό πετρέλαιο.
Την ίδια στιγμή, η παραγωγή του Ιράν αυξάνεται σταδιακά, ενώ ενισχύεται και η ναυτιλιακή δραστηριότητα στα ιρανικά λιμάνια.

Η δύσκολη εξίσωση της αμερικανικής παραγωγής

Εναλλακτικά, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να περιορίσουν τις εξαγωγές τους ή να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή.
Ωστόσο, η πρώτη επιλογή θεωρείται πολιτικά δύσκολη, καθώς η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί να χάσει τον ρόλο της ως κορυφαίου εξαγωγέα ενέργειας.
Η δεύτερη επιλογή παρουσιάζει επίσης σοβαρές δυσκολίες.
«Η αύξηση της παραγωγής απαιτεί χρόνο και σημαντικές επενδύσεις.
Τα πιο αποδοτικά κοιτάσματα έχουν ήδη αξιοποιηθεί, ενώ η ανάπτυξη νέων πεδίων απαιτεί υψηλές τιμές πετρελαίου ώστε να είναι οικονομικά βιώσιμη.
Διαφορετικά, οι εταιρείες θα λειτουργούν με ζημίες», εξηγεί ο Igor Yushkov.

Ο φόβος κατάρρευσης των τιμών

Παράλληλα, δεν αποκλείεται οι διεθνείς τιμές να δεχθούν έντονες πιέσεις εάν αποκατασταθεί πλήρως η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Hormuz και αρθούν οι κυρώσεις κατά του Ιράν.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιστρέψει όχι μόνο στην κινεζική αγορά, αλλά και στην ευρωπαϊκή.
Πριν από την επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελούσε τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού αργού πετρελαίου.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι έως το 2027 η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου θα φτάσει τα 110,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Στο πιο ακραίο σενάριο, οι τιμές θα μπορούσαν να υποχωρήσουν ακόμη και στα 30 δολάρια το βαρέλι.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έπληττε σοβαρά την αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία, καθώς μεγάλο μέρος της παραγωγής θα καθίστατο οικονομικά ασύμφορο.
Όσον αφορά την επιστροφή στη μαζική ανάπτυξη του σχιστολιθικού πετρελαίου, οι αναλυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί.
Όπως σημειώνει ο Dmitry Matyushenkov, οι συνθήκες διαφέρουν ριζικά από εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας, καθώς οι πετρελαϊκές εταιρείες δίνουν πλέον προτεραιότητα στην κερδοφορία και στις αποδόσεις προς τους μετόχους αντί για επιθετικές επενδύσεις.
Ως αποτέλεσμα, η Ουάσιγκτον ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα: να βασιστεί σε σταθερές εισαγωγές πετρελαίου, ακόμη και από χώρες με τις οποίες μέχρι πρόσφατα βρισκόταν σε ανοιχτή αντιπαράθεση.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης