Η πορεία των παιδιών στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα καθορίζεται συχνά πριν καν ξεκινήσουν το νηπιαγωγείο. Ένα δημοτικό στη Βόννη προσφέρει ένα νέο μοντέλο κατά των ανισοτήτων.
Πώς ένα δημοτικό σχολείο σε μια κοινωνικά υποβαθμισμένη περιοχή της Βόννης κατάφερε να μετατραπεί σε πρότυπο; Στο σχολείο Κέτελερ (Kettelerschule) της Βόννης όλοι σχεδόν οι 250 μαθητές έχουν μεταναστευτικό υπόβαθρο πρώτης γενιάς, πολλοί δεν μιλούν γερμανικά στο σπίτι, ενώ ένα στα τρία παιδιά χρειάζεται ειδική εκπαιδευτική υποστήριξη. Παρ’ όλα αυτά, το σχολείο ξεπερνά τον μέσο όρο των σχολικών επιδόσεων στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας.
Στο σχολείο αυτό, το ποσοστό των μαθητών που μετά από τέσσερα χρόνια δημοτικού μεταβαίνουν στο γερμανικό Γυμνάσιο (Gymnasium), δηλαδή στη βαθμίδα ακαδημαϊκού προσανατολισμού, αυξήθηκε από 0,5% σε 30% τα τελευταία 20 χρόνια.
Το διπλό εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας κατευθύνει τα παιδιά είτε προς την πανεπιστημιακή πορεία είτε προς την επαγγελματική εκπαίδευση μέχρι να φτάσουν στην εφηβεία. Το Γυμνάσιο (Gymnasium) είναι η πιο απαιτητική βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Γερμανία.
Οδηγεί στο απολυτήριο (Abitur), το οποίο δίνει πρόσβαση στα γερμανικά πανεπιστήμια. Η σύσταση για φοίτηση στο Γυμνάσιο αποτελεί κρίσιμο βήμα και συχνά καθορίζει τις μελλοντικές σπουδές ενός παιδιού.
Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του σχολείου Κέτελερ διαδραμάτισε η Χριστιάνε Λανγκ-Βίντερ, η οποία προσλήφθηκε στο συγκεκριμένο σχολείο ως νεαρή εκπαιδευτικός το 2004, ανέλαβε τη θέση της διευθύντριας και άρχισε να «ανατρέπει τα πάντα».
«Μου έγινε αρκετά γρήγορα σαφές ότι είτε θα έφευγα εγώ είτε το σχολείο θα έπρεπε να αλλάξει», δήλωσε η Λανγκ-Βίντερ στην DW. «Θέλω όλα τα παιδιά μας να μπορούν να μάθουν τα πάντα εδώ, ώστε αργότερα να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά από οικογένειες που έχουν πολλές ευκαιρίες από την αρχή».
Η Λανγκ-Βίντερ εφάρμοσε ένα σύστημα διδασκαλίας στο οποίο οι μαθητές ομαδοποιούνται σε λεγόμενες «οικογένειες μάθησης» που καλύπτουν πολλαπλές τάξεις. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά ηλικίας 6 και 9 ετών μαθαίνουν μαζί και αλληλοϋποστηρίζονται.
Η ομάδα της αποτελείται από εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς λειτουργούς και εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής. Η ίδια έχει δώσει προτεραιότητα στην ανάγνωση, ειδικά για τους μαθητές της πρώτης τάξης. «Χρειαζόμαστε υψηλής ποιότητας γλωσσική υποστήριξη για όλα τα παιδιά που ζουν σε αυτή τη χώρα, ώστε να μπορούν να μιλούν πολύ καλά γερμανικά», λέει η Λανγκ-Βίντερ. «Διαφορετικά, η εκπαίδευση δεν θα λειτουργήσει: Αν δεν γνωρίζω τη γλώσσα, δεν μπορώ να μορφωθώ».
Το σχολείο συνεργάζεται στενά με τους κοντινούς παιδικούς σταθμούς. Τις Δευτέρες και τις Τετάρτες, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας επισκέπτονται το σχολείο για 90 λεπτά. Τα παιδιά του δημοτικού επισκέπτονται τους παιδικούς σταθμούς για να διαβάσουν μεγαλόφωνα στα μικρότερα παιδιά. «Θέλω να γνωρίζω εκ των προτέρων ό,τι μπορώ για αυτά τα παιδιά, ώστε να μπορώ να τα υποστηρίξω όσο το δυνατόν νωρίτερα», δηλώνει η Λανγκ-Βίντερ.
«Το εκπαιδευτικό χάσμα»
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή έκθεση για την εκπαίδευση στη Γερμανία, η σχολική επιτυχία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικό υπόβαθρο των μαθητών, ιδίως από το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο των γονιών τους.
Μελέτη της UNICEF κατατάσσει τη Γερμανία στην 20ή θέση μεταξύ 43 ανεπτυγμένων χωρών όσον αφορά τις δεξιότητες στα μαθηματικά και την ανάγνωση για τους 15χρονους. Οι έφηβοι που προέρχονται από κοινωνικά μειονεκτικές οικογένειες έχουν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες από τους προνομιούχους συνομηλίκους τους να μην πληρούν τα ελάχιστα πρότυπα στην ανάγνωση. Οι συνέπειες είναι σοβαρές: το ποσοστό των νέων στη Γερμανία που εγκαταλείπει το σχολείο χωρίς απολυτήριο έχει αυξηθεί στο 8%.
Η Γερμανίδα υπουργός Παιδείας, Κάριν Πρίεν, εκφράζει την ανησυχία της.
Δήλωσε στον γερμανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα ARD ότι τέτοια προβλήματα προκύπτουν πολύ πριν τα παιδιά ξεκινήσουν το σχολείο.
«Αυτό που παρατηρούμε τώρα είναι ότι το εκπαιδευτικό χάσμα ουσιαστικά ξεκινά από τη γέννηση, διευρύνεται μέχρι την ηλικία των 6 ετών και στη συνέχεια δεν μειώνεται πια», είπε η Πρίεν.
«Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν γερμανικά στον παιδικό σταθμό και να λαμβάνουν καλύτερη υποστήριξη για τα άλλα αναπτυξιακά τους ελλείμματα».
Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο σχεδιάζει να καταθέσει πριν από τις θερινές διακοπές νομοσχέδιο που θα θεσπίζει εθνικά πρότυπα.
«Κανένας μαθητής στο περιθώριο»
Η Ομοσπονδιακή Μαθητική Συνδιάσκεψη BSK εφιστά εδώ και καιρό την προσοχή στην έλλειψη ίσων ευκαιριών στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα. «Η εκπαίδευση δεν πρέπει να εξαρτάται από το κοινωνικό υπόβαθρο, τα οικονομικά μέσα μιας οικογένειας ή τον τόπο διαμονής», έγραψε η υπεύθυνη Τύπου της ένωσης, Ιζαμπέλ Ζελτενράιχ, σε email προς την DW.
Η Ζελτενράιχ αναφέρει ότι η BSK ζητά στοχευμένη μακροπρόθεσμη στήριξη για τα σχολεία σε μειονεκτικές γειτονιές, καλύτερη στελέχωση και πόρους, μικρότερα μεγέθη τάξεων, καθώς και διεπιστημονικές ομάδες που θα περιλαμβάνουν κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους. Εξίσου σημαντική, πρόσθεσε, είναι η επέκταση της εξατομικευμένης υποστήριξης.
«Τα σχολεία πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες και να υποστηρίζουν κάθε μαθητή όσο το δυνατόν καλύτερα, αντί να επιδεινώνουν περαιτέρω τις υπάρχουσες ανισότητες», γράφει η Ζελτενράιχ. «Κανένας μαθητής δεν πρέπει να μένει στο περιθώριο».
Πλημμελές εκπαιδευτικό σύστημα
Η Ζίλκε Μίλερ, η οποία δίδαξε για 16 χρόνια, επικρίνει το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα στο βιβλίο της που εκδόθηκε το 2026 με τίτλο «Σχολείο εναντίον παιδιών» (Schule Gegen Kinder).
Η Γερμανία αποτυγχάνει να παρέχει ίσες ευκαιρίες στα παιδιά και τους νέους, δήλωσε η Μίλερ στην DW. Το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί για να υποστηρίζει κάθε παιδί με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, όπως είπε, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους ανθρώπους που τυχαίνει να συναντήσουν οι μαθητές στο εκπαιδευτικό τους περιβάλλον.
Η Μίλερ ανέφερε ότι ένα ιδανικό σχολείο «θα έπρεπε να σχεδιαστεί από την οπτική γωνία των παιδιών: η μάθηση δεν θα οργανωνόταν πλέον σε ξεχωριστές τάξεις και μαθήματα, αλλά θα εστίαζε στην ανάπτυξη δεξιοτήτων». Ανέφερε επίσης ότι τα σχολεία πρέπει να εγκαταλείψουν την εμμονή με τους βαθμούς και να επικεντρωθούν στην προσωπική ανάπτυξη των μαθητών.
Καμία ουσιαστική συζήτηση
Σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει στην προσέγγιση της Γερμανίας όσον αφορά την εκπαίδευση τα τελευταία 30 χρόνια, δήλωσε ο Μπομπ Μπλούμε , πρώην εκπαιδευτικός που έχει σχεδόν 240.000 ακόλουθους στο Instagram.
Ο Μπλούμε ανέφερε ότι το ερώτημα για το πώς να εκπαιδεύονται αποτελεσματικά οι μαθητές δεν τίθεται πλέον, καθώς δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αντ’ αυτού, η συζήτηση επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες πτυχές. «Όλα περιστρέφονται γύρω από την απαγόρευση των smartphones, την απαγόρευση των smartphones και την απαγόρευση των smartphones», είπε ο Μπλούμε. «Και ίσως και μια απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων, επίσης».
Η Πρίεν δήλωσε πρόσφατα ότι η εκπαίδευση αποτελεί «ζήτημα ζωτικής σημασίας για το έθνος μας». Ο Μπλούμε συμφωνεί με την υπουργό Παιδείας, αλλά, όπως είπε, αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στις προτεραιότητες των πρόσφατων κυβερνήσεων.
«Όταν διεξάγεις δημοσκοπήσεις για πολιτικά ζητήματα, η εκπαίδευση κατατάσσεται σχεδόν πάντα στις τρεις πρώτες θέσεις», λέει ο Μπλούμε . «Αλλά αυτό δεν αντανακλάται στην πραγματικότητα. Θα έφτανα μάλιστα στο σημείο να πω ότι μια πραγματικά ουσιαστική συζήτηση για την εκπαίδευση δεν έχει καν ξεκινήσει στη Γερμανία».
www.bankingnews.gr
Στο σχολείο αυτό, το ποσοστό των μαθητών που μετά από τέσσερα χρόνια δημοτικού μεταβαίνουν στο γερμανικό Γυμνάσιο (Gymnasium), δηλαδή στη βαθμίδα ακαδημαϊκού προσανατολισμού, αυξήθηκε από 0,5% σε 30% τα τελευταία 20 χρόνια.
Το διπλό εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας κατευθύνει τα παιδιά είτε προς την πανεπιστημιακή πορεία είτε προς την επαγγελματική εκπαίδευση μέχρι να φτάσουν στην εφηβεία. Το Γυμνάσιο (Gymnasium) είναι η πιο απαιτητική βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη Γερμανία.
Οδηγεί στο απολυτήριο (Abitur), το οποίο δίνει πρόσβαση στα γερμανικά πανεπιστήμια. Η σύσταση για φοίτηση στο Γυμνάσιο αποτελεί κρίσιμο βήμα και συχνά καθορίζει τις μελλοντικές σπουδές ενός παιδιού.
Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του σχολείου Κέτελερ διαδραμάτισε η Χριστιάνε Λανγκ-Βίντερ, η οποία προσλήφθηκε στο συγκεκριμένο σχολείο ως νεαρή εκπαιδευτικός το 2004, ανέλαβε τη θέση της διευθύντριας και άρχισε να «ανατρέπει τα πάντα».
«Μου έγινε αρκετά γρήγορα σαφές ότι είτε θα έφευγα εγώ είτε το σχολείο θα έπρεπε να αλλάξει», δήλωσε η Λανγκ-Βίντερ στην DW. «Θέλω όλα τα παιδιά μας να μπορούν να μάθουν τα πάντα εδώ, ώστε αργότερα να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά από οικογένειες που έχουν πολλές ευκαιρίες από την αρχή».
Η Λανγκ-Βίντερ εφάρμοσε ένα σύστημα διδασκαλίας στο οποίο οι μαθητές ομαδοποιούνται σε λεγόμενες «οικογένειες μάθησης» που καλύπτουν πολλαπλές τάξεις. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά ηλικίας 6 και 9 ετών μαθαίνουν μαζί και αλληλοϋποστηρίζονται.
Η ομάδα της αποτελείται από εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς λειτουργούς και εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής. Η ίδια έχει δώσει προτεραιότητα στην ανάγνωση, ειδικά για τους μαθητές της πρώτης τάξης. «Χρειαζόμαστε υψηλής ποιότητας γλωσσική υποστήριξη για όλα τα παιδιά που ζουν σε αυτή τη χώρα, ώστε να μπορούν να μιλούν πολύ καλά γερμανικά», λέει η Λανγκ-Βίντερ. «Διαφορετικά, η εκπαίδευση δεν θα λειτουργήσει: Αν δεν γνωρίζω τη γλώσσα, δεν μπορώ να μορφωθώ».
Το σχολείο συνεργάζεται στενά με τους κοντινούς παιδικούς σταθμούς. Τις Δευτέρες και τις Τετάρτες, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας επισκέπτονται το σχολείο για 90 λεπτά. Τα παιδιά του δημοτικού επισκέπτονται τους παιδικούς σταθμούς για να διαβάσουν μεγαλόφωνα στα μικρότερα παιδιά. «Θέλω να γνωρίζω εκ των προτέρων ό,τι μπορώ για αυτά τα παιδιά, ώστε να μπορώ να τα υποστηρίξω όσο το δυνατόν νωρίτερα», δηλώνει η Λανγκ-Βίντερ.
«Το εκπαιδευτικό χάσμα»
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή έκθεση για την εκπαίδευση στη Γερμανία, η σχολική επιτυχία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κοινωνικό υπόβαθρο των μαθητών, ιδίως από το εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο των γονιών τους.
Μελέτη της UNICEF κατατάσσει τη Γερμανία στην 20ή θέση μεταξύ 43 ανεπτυγμένων χωρών όσον αφορά τις δεξιότητες στα μαθηματικά και την ανάγνωση για τους 15χρονους. Οι έφηβοι που προέρχονται από κοινωνικά μειονεκτικές οικογένειες έχουν πέντε φορές περισσότερες πιθανότητες από τους προνομιούχους συνομηλίκους τους να μην πληρούν τα ελάχιστα πρότυπα στην ανάγνωση. Οι συνέπειες είναι σοβαρές: το ποσοστό των νέων στη Γερμανία που εγκαταλείπει το σχολείο χωρίς απολυτήριο έχει αυξηθεί στο 8%.
Η Γερμανίδα υπουργός Παιδείας, Κάριν Πρίεν, εκφράζει την ανησυχία της.
Δήλωσε στον γερμανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα ARD ότι τέτοια προβλήματα προκύπτουν πολύ πριν τα παιδιά ξεκινήσουν το σχολείο.
«Αυτό που παρατηρούμε τώρα είναι ότι το εκπαιδευτικό χάσμα ουσιαστικά ξεκινά από τη γέννηση, διευρύνεται μέχρι την ηλικία των 6 ετών και στη συνέχεια δεν μειώνεται πια», είπε η Πρίεν.
«Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν γερμανικά στον παιδικό σταθμό και να λαμβάνουν καλύτερη υποστήριξη για τα άλλα αναπτυξιακά τους ελλείμματα».
Το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο σχεδιάζει να καταθέσει πριν από τις θερινές διακοπές νομοσχέδιο που θα θεσπίζει εθνικά πρότυπα.
«Κανένας μαθητής στο περιθώριο»
Η Ομοσπονδιακή Μαθητική Συνδιάσκεψη BSK εφιστά εδώ και καιρό την προσοχή στην έλλειψη ίσων ευκαιριών στο γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα. «Η εκπαίδευση δεν πρέπει να εξαρτάται από το κοινωνικό υπόβαθρο, τα οικονομικά μέσα μιας οικογένειας ή τον τόπο διαμονής», έγραψε η υπεύθυνη Τύπου της ένωσης, Ιζαμπέλ Ζελτενράιχ, σε email προς την DW.
Η Ζελτενράιχ αναφέρει ότι η BSK ζητά στοχευμένη μακροπρόθεσμη στήριξη για τα σχολεία σε μειονεκτικές γειτονιές, καλύτερη στελέχωση και πόρους, μικρότερα μεγέθη τάξεων, καθώς και διεπιστημονικές ομάδες που θα περιλαμβάνουν κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους. Εξίσου σημαντική, πρόσθεσε, είναι η επέκταση της εξατομικευμένης υποστήριξης.
«Τα σχολεία πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες και να υποστηρίζουν κάθε μαθητή όσο το δυνατόν καλύτερα, αντί να επιδεινώνουν περαιτέρω τις υπάρχουσες ανισότητες», γράφει η Ζελτενράιχ. «Κανένας μαθητής δεν πρέπει να μένει στο περιθώριο».
Πλημμελές εκπαιδευτικό σύστημα
Η Ζίλκε Μίλερ, η οποία δίδαξε για 16 χρόνια, επικρίνει το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα στο βιβλίο της που εκδόθηκε το 2026 με τίτλο «Σχολείο εναντίον παιδιών» (Schule Gegen Kinder).
Η Γερμανία αποτυγχάνει να παρέχει ίσες ευκαιρίες στα παιδιά και τους νέους, δήλωσε η Μίλερ στην DW. Το σύστημα δεν έχει σχεδιαστεί για να υποστηρίζει κάθε παιδί με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, όπως είπε, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους ανθρώπους που τυχαίνει να συναντήσουν οι μαθητές στο εκπαιδευτικό τους περιβάλλον.
Η Μίλερ ανέφερε ότι ένα ιδανικό σχολείο «θα έπρεπε να σχεδιαστεί από την οπτική γωνία των παιδιών: η μάθηση δεν θα οργανωνόταν πλέον σε ξεχωριστές τάξεις και μαθήματα, αλλά θα εστίαζε στην ανάπτυξη δεξιοτήτων». Ανέφερε επίσης ότι τα σχολεία πρέπει να εγκαταλείψουν την εμμονή με τους βαθμούς και να επικεντρωθούν στην προσωπική ανάπτυξη των μαθητών.
Καμία ουσιαστική συζήτηση
Σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει στην προσέγγιση της Γερμανίας όσον αφορά την εκπαίδευση τα τελευταία 30 χρόνια, δήλωσε ο Μπομπ Μπλούμε , πρώην εκπαιδευτικός που έχει σχεδόν 240.000 ακόλουθους στο Instagram.
Ο Μπλούμε ανέφερε ότι το ερώτημα για το πώς να εκπαιδεύονται αποτελεσματικά οι μαθητές δεν τίθεται πλέον, καθώς δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αντ’ αυτού, η συζήτηση επικεντρώνεται σε συγκεκριμένες πτυχές. «Όλα περιστρέφονται γύρω από την απαγόρευση των smartphones, την απαγόρευση των smartphones και την απαγόρευση των smartphones», είπε ο Μπλούμε. «Και ίσως και μια απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων, επίσης».
Η Πρίεν δήλωσε πρόσφατα ότι η εκπαίδευση αποτελεί «ζήτημα ζωτικής σημασίας για το έθνος μας». Ο Μπλούμε συμφωνεί με την υπουργό Παιδείας, αλλά, όπως είπε, αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στις προτεραιότητες των πρόσφατων κυβερνήσεων.
«Όταν διεξάγεις δημοσκοπήσεις για πολιτικά ζητήματα, η εκπαίδευση κατατάσσεται σχεδόν πάντα στις τρεις πρώτες θέσεις», λέει ο Μπλούμε . «Αλλά αυτό δεν αντανακλάται στην πραγματικότητα. Θα έφτανα μάλιστα στο σημείο να πω ότι μια πραγματικά ουσιαστική συζήτηση για την εκπαίδευση δεν έχει καν ξεκινήσει στη Γερμανία».
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών