Οριστικό τέλος στο πρόγραμμα NGF
Το κοινό γαλλογερμανοϊσπανικό πρόγραμμα Next Generation Fighter (NGF) ακυρώθηκε επισήμως στις 8 Ιουνίου 2026, σηματοδοτώντας το τέλος του πρώτου και μέχρι σήμερα μοναδικού εξ ολοκλήρου ευρωπαϊκού προγράμματος ανάπτυξης μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς.
Η ανάπτυξη του NGF ξεκίνησε το 2017 και προοριζόταν να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρύτερου «συστήματος συστημάτων», γνωστού ως Future Combat Air System (FCAS).
Το FCAS σχεδιάστηκε ως ένα δικτυοκεντρικό σύνολο οπλικών συστημάτων που θα διασυνδέει επανδρωμένα μαχητικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επίγεια ραντάρ και άλλες πηγές πληροφοριών, επιτρέποντας τη συνεχή ανταλλαγή δεδομένων και τη βέλτιστη κατανομή των επιχειρησιακών αποστολών.
Στο επίκεντρο αυτού του δικτύου θα βρισκόταν το επανδρωμένο NGF, το οποίο θα διατηρούσε τον ανθρώπινο έλεγχο των αυτόνομων συστημάτων, διασφαλίζοντας ότι τα πολλαπλά drones και οι υπόλοιπες πλατφόρμες λειτουργούν σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Ένα αόρατο μαχητικό σχεδιασμένο για τον πόλεμο του μέλλοντος
Το NGF είχε σχεδιαστεί ως ένα εξαιρετικά δυσδιάκριτο (stealth), μεγάλου βεληνεκούς μαχητικό πρώτης γραμμής, ικανό να διοικεί μεγάλο αριθμό αυτόνομων drones αλλά και να διεξάγει μόνο του αεροπορικές επιχειρήσεις.
Μετά την επιδείνωση των σχέσεων Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, το πρόγραμμα θεωρούνταν κομβικής σημασίας για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, καθώς θα χρηματοδοτούνταν και θα αναπτυσσόταν αποκλειστικά από ευρωπαϊκούς εταίρους, σε αντίθεση με το ιταλοβρετανικό GCAP, το οποίο συνεργάζεται με την Ιαπωνία.
Οι Dassault, Airbus και Indra ξεκίνησαν τη συνεργασία τους για το FCAS το 2012, ενώ το σκέλος του NGF ανακοινώθηκε το 2017. Έπειτα από εννέα χρόνια ανάπτυξης, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εγκαταλείπεται, αν και το ευρύτερο FCAS συνεχίζει να υφίσταται, διατηρώντας ζωντανές τις ελπίδες για μελλοντική γαλλογερμανική συνεργασία.
Ένα ιστορικό γεμάτο αποτυχημένες συνεργασίες
Τα προβλήματα εμφανίστηκαν από τα πρώτα κιόλας στάδια του προγράμματος, καθώς Γαλλία και Γερμανία συγκρούστηκαν για τις εθνικές επιχειρησιακές απαιτήσεις, τις εξαγωγικές πολιτικές και τον ρόλο του επικεφαλής του έργου.
Οι διαφωνίες αυτές θυμίζουν προηγούμενες προσπάθειες αμυντικής συνεργασίας, όπως το μεταφορικό ελικόπτερο NH90 και το επιθετικό Eurocopter Tiger, τα οποία εισήλθαν στην αγορά με υπερβάσεις κόστους, σημαντικές καθυστερήσεις, μειωμένη ανταγωνιστικότητα και προβλήματα αξιοπιστίας.
Στην περίπτωση του NH90, η κατάσταση έφτασε στο σημείο η Νορβηγία να ζητήσει την επιστροφή ολόκληρου του στόλου της και επιστροφή των χρημάτων της.
Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει και το πρόγραμμα Main Ground Combat System (MGCS), το γαλλογερμανικό άρμα μάχης επόμενης γενιάς, του οποίου το χρονοδιάγραμμα μεταφέρθηκε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 στα μέσα της δεκαετίας του 2040.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση του European Combat Aircraft (ECA), από το οποίο η Γαλλία είχε αποχωρήσει λόγω διαφωνιών για τις επιχειρησιακές απαιτήσεις, την ηγεσία και τις σχεδιαστικές προτεραιότητες.
Δύο χώρες, δύο διαφορετικές φιλοσοφίες
Η Γερμανία, ως ηπειρωτική δύναμη, προσαρμόζει τη στρατιωτική της στρατηγική στην προστασία της ανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία.
Τα αεροσκάφη της επιχειρούν σχεδόν αποκλειστικά από βάσεις του ΝΑΤΟ σε ευρωπαϊκό έδαφος και η Luftwaffe διαθέτει ήδη το αμερικανικό F-35 για αποστολές κρούσης.
Ως εκ τούτου, αναζητούσε ένα stealth μαχητικό αεροπορικής υπεροχής που θα αντικαθιστούσε το Eurofighter, δίνοντας έμφαση στην ταχύτητα, στο ωφέλιμο φορτίο και στη μεγάλη ακτίνα δράσης.
Οι διαφορετικές προτεραιότητες της Γαλλίας
Η Γαλλία, αντίθετα, λειτουργεί ως παγκόσμια πυρηνική δύναμη με υπερπόντια εδάφη και στόλο αεροπλανοφόρων.
Τα μαχητικά της πρέπει να μπορούν να επιχειρούν από αεροπλανοφόρα, γεγονός που απαιτεί διαφορετικές σχεδιαστικές επιλογές: μικρότερο μέγεθος, μεγαλύτερες πτέρυγες και ενισχυμένα συστήματα προσγείωσης.
Παράλληλα, η γαλλική αεροπορική φιλοσοφία βασίζεται σε πολυρόλους μαχητικά όπως το Rafale, τα οποία μπορούν να εκτελούν τόσο αποστολές αεροπορικής υπεροχής όσο και πλήγματα εναντίον στόχων εδάφους.
Ένα ακόμη σημείο έντονης διαφωνίας ήταν το πυρηνικό δόγμα της Γαλλίας.
Το NGF θα έπρεπε να μεταφέρει εσωτερικά τους πυραύλους κρουζ ASMPA-R και τον μελλοντικό ASN4G, διατηρώντας παράλληλα τα χαρακτηριστικά stealth. Οι συγκεκριμένοι πύραυλοι είναι μεγάλοι, βαρείς και απαιτούν ειδικές υποδομές, οδηγώντας σε σχεδιαστικές παραχωρήσεις που οι γερμανικές απαιτήσεις δεν θεωρούσαν αναγκαίες.
Οι λύσεις που απορρίφθηκαν - Το παράδειγμα του F-35 δεν έπεισε
Θεωρητικά, οι διαφωνίες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την ανάπτυξη διαφορετικών εκδόσεων του ίδιου αεροσκάφους, όπως συνέβη με το αμερικανικό F-35.
Η λύση αυτή όμως θεωρήθηκε υπερβολικά δαπανηρή και τεχνικά πολύπλοκη.
Παρότι το F-35 εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα ικανό μαχητικό, η ανάπτυξή του συνοδεύτηκε από σημαντικές καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους και μεγάλη μηχανική πολυπλοκότητα, ακριβώς επειδή έπρεπε να καλύψει τρεις διαφορετικούς επιχειρησιακούς ρόλους.
Οι σχεδιαστές του NGF φαίνεται ότι έκριναν πως ένα αντίστοιχο μοντέλο ανάπτυξης θα δημιουργούσε υπερβολικούς κινδύνους για ένα πρόγραμμα που θα διαρκούσε δεκαετίες.
Η επόμενη ημέρα για Γαλλία και Γερμανία
Εάν η ιστορία επαναληφθεί, κάθε χώρα θα αξιοποιήσει την τεχνογνωσία που απέκτησε για να εξυπηρετήσει τις δικές της ανάγκες, σημειώνει σε ανάλυσή του το Modern Diplomacy.
Μετά την αποχώρηση της Γαλλίας από το ECA δημιουργήθηκε το Rafale, ενώ η Γερμανία και οι υπόλοιποι εταίροι ανέπτυξαν αργότερα το Eurofighter Typhoon μέσω του προγράμματος European Fighter Aircraft (EFA).
Η Γερμανία έχει ήδη διερευνήσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Σουηδία και την Ιταλία για ένα νέο μαχητικό επόμενης γενιάς.
Ωστόσο, ούτε αυτή η προοπτική είναι δεδομένη. Το ιταλοβρετανοϊαπωνικό GCAP ακολουθεί αυστηρό χρονοδιάγραμμα με στόχο το 2035, γεγονός που δυσκολεύει την ένταξη νέου εταίρου με διαφορετικές απαιτήσεις, ενώ το σουηδικό πρόγραμμα Flygsystem 2020 εξυπηρετεί διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους;
Υπάρχουν επίσης εισηγήσεις ώστε η Γαλλία ή και η Γερμανία να συνεχίσουν αυτόνομα την ανάπτυξη ενός μαχητικού έκτης γενιάς.
Και οι δύο χώρες διαθέτουν σημαντική εμπειρία σε κινητήρες, ραντάρ, τεχνολογία stealth και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ έχουν αποδείξει τις δυνατότητές τους μέσω των πυραύλων κρουζ SCALP και Taurus.
Ωστόσο, καμία από τις δύο δεν έχει αναπτύξει μέχρι σήμερα stealth μαχητικό αεροσκάφος, ενώ μόνο η Γερμανία επιχειρεί ήδη τέτοιου τύπου αεροσκάφη μέσω του F-35.
Αυτό δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν μόνες τους ένα μαχητικό έκτης γενιάς, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γαλλίας, η οποία επιδιώκει να διατηρήσει πλήρη στρατηγική ανεξαρτησία από την αμερικανική τεχνολογία.
Το μεγάλο πλήγμα στη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης
Η κατάρρευση του NGF αναδεικνύει τα βαθύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της εμπλοκής τους στο ΝΑΤΟ και στις διεθνείς υποχρεώσεις τους, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες ζητούν μεγαλύτερη αυτονομία σε κρίσιμους τομείς όπως τα stealth μαχητικά, η αντιαεροπορική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς, το προηγμένο λογισμικό και τα δίκτυα τεχνητής νοημοσύνης.
Παρότι βρίσκονται σε εξέλιξη αρκετά ευρωπαϊκά προγράμματα, η αποτυχία μιας τόσο σημαντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων της Ευρώπης δείχνει ότι οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις που εμπόδισαν την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία κατά τον Ψυχρό Πόλεμο εξακολουθούν να υπάρχουν.
Τελικά, το μέλλον της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα ευρωπαϊκά κράτη θα μπορέσουν να διατηρήσουν συμβιβασμούς και μακροχρόνια συνεργασία στα πολυεθνικά αμυντικά προγράμματα.
www.bankingnews.gr
Η ανάπτυξη του NGF ξεκίνησε το 2017 και προοριζόταν να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ευρύτερου «συστήματος συστημάτων», γνωστού ως Future Combat Air System (FCAS).
Το FCAS σχεδιάστηκε ως ένα δικτυοκεντρικό σύνολο οπλικών συστημάτων που θα διασυνδέει επανδρωμένα μαχητικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επίγεια ραντάρ και άλλες πηγές πληροφοριών, επιτρέποντας τη συνεχή ανταλλαγή δεδομένων και τη βέλτιστη κατανομή των επιχειρησιακών αποστολών.
Στο επίκεντρο αυτού του δικτύου θα βρισκόταν το επανδρωμένο NGF, το οποίο θα διατηρούσε τον ανθρώπινο έλεγχο των αυτόνομων συστημάτων, διασφαλίζοντας ότι τα πολλαπλά drones και οι υπόλοιπες πλατφόρμες λειτουργούν σύμφωνα με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Ένα αόρατο μαχητικό σχεδιασμένο για τον πόλεμο του μέλλοντος
Το NGF είχε σχεδιαστεί ως ένα εξαιρετικά δυσδιάκριτο (stealth), μεγάλου βεληνεκούς μαχητικό πρώτης γραμμής, ικανό να διοικεί μεγάλο αριθμό αυτόνομων drones αλλά και να διεξάγει μόνο του αεροπορικές επιχειρήσεις.
Μετά την επιδείνωση των σχέσεων Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών, το πρόγραμμα θεωρούνταν κομβικής σημασίας για τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, καθώς θα χρηματοδοτούνταν και θα αναπτυσσόταν αποκλειστικά από ευρωπαϊκούς εταίρους, σε αντίθεση με το ιταλοβρετανικό GCAP, το οποίο συνεργάζεται με την Ιαπωνία.
Οι Dassault, Airbus και Indra ξεκίνησαν τη συνεργασία τους για το FCAS το 2012, ενώ το σκέλος του NGF ανακοινώθηκε το 2017. Έπειτα από εννέα χρόνια ανάπτυξης, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εγκαταλείπεται, αν και το ευρύτερο FCAS συνεχίζει να υφίσταται, διατηρώντας ζωντανές τις ελπίδες για μελλοντική γαλλογερμανική συνεργασία.
Ένα ιστορικό γεμάτο αποτυχημένες συνεργασίες
Τα προβλήματα εμφανίστηκαν από τα πρώτα κιόλας στάδια του προγράμματος, καθώς Γαλλία και Γερμανία συγκρούστηκαν για τις εθνικές επιχειρησιακές απαιτήσεις, τις εξαγωγικές πολιτικές και τον ρόλο του επικεφαλής του έργου.
Οι διαφωνίες αυτές θυμίζουν προηγούμενες προσπάθειες αμυντικής συνεργασίας, όπως το μεταφορικό ελικόπτερο NH90 και το επιθετικό Eurocopter Tiger, τα οποία εισήλθαν στην αγορά με υπερβάσεις κόστους, σημαντικές καθυστερήσεις, μειωμένη ανταγωνιστικότητα και προβλήματα αξιοπιστίας.
Στην περίπτωση του NH90, η κατάσταση έφτασε στο σημείο η Νορβηγία να ζητήσει την επιστροφή ολόκληρου του στόλου της και επιστροφή των χρημάτων της.
Παρόμοια προβλήματα αντιμετωπίζει και το πρόγραμμα Main Ground Combat System (MGCS), το γαλλογερμανικό άρμα μάχης επόμενης γενιάς, του οποίου το χρονοδιάγραμμα μεταφέρθηκε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 στα μέσα της δεκαετίας του 2040.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση του European Combat Aircraft (ECA), από το οποίο η Γαλλία είχε αποχωρήσει λόγω διαφωνιών για τις επιχειρησιακές απαιτήσεις, την ηγεσία και τις σχεδιαστικές προτεραιότητες.
Δύο χώρες, δύο διαφορετικές φιλοσοφίες
Η Γερμανία, ως ηπειρωτική δύναμη, προσαρμόζει τη στρατιωτική της στρατηγική στην προστασία της ανατολικής πτέρυγας της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία.
Τα αεροσκάφη της επιχειρούν σχεδόν αποκλειστικά από βάσεις του ΝΑΤΟ σε ευρωπαϊκό έδαφος και η Luftwaffe διαθέτει ήδη το αμερικανικό F-35 για αποστολές κρούσης.
Ως εκ τούτου, αναζητούσε ένα stealth μαχητικό αεροπορικής υπεροχής που θα αντικαθιστούσε το Eurofighter, δίνοντας έμφαση στην ταχύτητα, στο ωφέλιμο φορτίο και στη μεγάλη ακτίνα δράσης.
Οι διαφορετικές προτεραιότητες της Γαλλίας
Η Γαλλία, αντίθετα, λειτουργεί ως παγκόσμια πυρηνική δύναμη με υπερπόντια εδάφη και στόλο αεροπλανοφόρων.
Τα μαχητικά της πρέπει να μπορούν να επιχειρούν από αεροπλανοφόρα, γεγονός που απαιτεί διαφορετικές σχεδιαστικές επιλογές: μικρότερο μέγεθος, μεγαλύτερες πτέρυγες και ενισχυμένα συστήματα προσγείωσης.
Παράλληλα, η γαλλική αεροπορική φιλοσοφία βασίζεται σε πολυρόλους μαχητικά όπως το Rafale, τα οποία μπορούν να εκτελούν τόσο αποστολές αεροπορικής υπεροχής όσο και πλήγματα εναντίον στόχων εδάφους.
Ένα ακόμη σημείο έντονης διαφωνίας ήταν το πυρηνικό δόγμα της Γαλλίας.
Το NGF θα έπρεπε να μεταφέρει εσωτερικά τους πυραύλους κρουζ ASMPA-R και τον μελλοντικό ASN4G, διατηρώντας παράλληλα τα χαρακτηριστικά stealth. Οι συγκεκριμένοι πύραυλοι είναι μεγάλοι, βαρείς και απαιτούν ειδικές υποδομές, οδηγώντας σε σχεδιαστικές παραχωρήσεις που οι γερμανικές απαιτήσεις δεν θεωρούσαν αναγκαίες.
Οι λύσεις που απορρίφθηκαν - Το παράδειγμα του F-35 δεν έπεισε
Θεωρητικά, οι διαφωνίες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την ανάπτυξη διαφορετικών εκδόσεων του ίδιου αεροσκάφους, όπως συνέβη με το αμερικανικό F-35.
Η λύση αυτή όμως θεωρήθηκε υπερβολικά δαπανηρή και τεχνικά πολύπλοκη.
Παρότι το F-35 εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα ικανό μαχητικό, η ανάπτυξή του συνοδεύτηκε από σημαντικές καθυστερήσεις, υπερβάσεις κόστους και μεγάλη μηχανική πολυπλοκότητα, ακριβώς επειδή έπρεπε να καλύψει τρεις διαφορετικούς επιχειρησιακούς ρόλους.
Οι σχεδιαστές του NGF φαίνεται ότι έκριναν πως ένα αντίστοιχο μοντέλο ανάπτυξης θα δημιουργούσε υπερβολικούς κινδύνους για ένα πρόγραμμα που θα διαρκούσε δεκαετίες.
Η επόμενη ημέρα για Γαλλία και Γερμανία
Εάν η ιστορία επαναληφθεί, κάθε χώρα θα αξιοποιήσει την τεχνογνωσία που απέκτησε για να εξυπηρετήσει τις δικές της ανάγκες, σημειώνει σε ανάλυσή του το Modern Diplomacy.
Μετά την αποχώρηση της Γαλλίας από το ECA δημιουργήθηκε το Rafale, ενώ η Γερμανία και οι υπόλοιποι εταίροι ανέπτυξαν αργότερα το Eurofighter Typhoon μέσω του προγράμματος European Fighter Aircraft (EFA).
Η Γερμανία έχει ήδη διερευνήσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Σουηδία και την Ιταλία για ένα νέο μαχητικό επόμενης γενιάς.
Ωστόσο, ούτε αυτή η προοπτική είναι δεδομένη. Το ιταλοβρετανοϊαπωνικό GCAP ακολουθεί αυστηρό χρονοδιάγραμμα με στόχο το 2035, γεγονός που δυσκολεύει την ένταξη νέου εταίρου με διαφορετικές απαιτήσεις, ενώ το σουηδικό πρόγραμμα Flygsystem 2020 εξυπηρετεί διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες.
Μπορούν να τα καταφέρουν μόνες τους;
Υπάρχουν επίσης εισηγήσεις ώστε η Γαλλία ή και η Γερμανία να συνεχίσουν αυτόνομα την ανάπτυξη ενός μαχητικού έκτης γενιάς.
Και οι δύο χώρες διαθέτουν σημαντική εμπειρία σε κινητήρες, ραντάρ, τεχνολογία stealth και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ έχουν αποδείξει τις δυνατότητές τους μέσω των πυραύλων κρουζ SCALP και Taurus.
Ωστόσο, καμία από τις δύο δεν έχει αναπτύξει μέχρι σήμερα stealth μαχητικό αεροσκάφος, ενώ μόνο η Γερμανία επιχειρεί ήδη τέτοιου τύπου αεροσκάφη μέσω του F-35.
Αυτό δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν μόνες τους ένα μαχητικό έκτης γενιάς, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γαλλίας, η οποία επιδιώκει να διατηρήσει πλήρη στρατηγική ανεξαρτησία από την αμερικανική τεχνολογία.
Το μεγάλο πλήγμα στη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης
Η κατάρρευση του NGF αναδεικνύει τα βαθύτερα προβλήματα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της εμπλοκής τους στο ΝΑΤΟ και στις διεθνείς υποχρεώσεις τους, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες ζητούν μεγαλύτερη αυτονομία σε κρίσιμους τομείς όπως τα stealth μαχητικά, η αντιαεροπορική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς, το προηγμένο λογισμικό και τα δίκτυα τεχνητής νοημοσύνης.
Παρότι βρίσκονται σε εξέλιξη αρκετά ευρωπαϊκά προγράμματα, η αποτυχία μιας τόσο σημαντικής συνεργασίας μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων της Ευρώπης δείχνει ότι οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις που εμπόδισαν την ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία κατά τον Ψυχρό Πόλεμο εξακολουθούν να υπάρχουν.
Τελικά, το μέλλον της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα ευρωπαϊκά κράτη θα μπορέσουν να διατηρήσουν συμβιβασμούς και μακροχρόνια συνεργασία στα πολυεθνικά αμυντικά προγράμματα.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών